Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία Τί αἰώνα κάνει ἔξω; (Περισπωμένη, 2025, ISBN: 978-618-5739-79-9) συνιστά μια βαθιά πολιτική, ιστορική και υπαρξιακή μαρτυρία για τον σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος βιώνει την εποχή του ως έναν κόσμο κρίσης, βίας και αλλοτρίωσης. Ο τίτλος εκφράζει την αμηχανία απέναντι σε μια πραγματικότητα που μοιάζει να αναπαράγει τις καταστροφές του παρελθόντος. Ο «αἰώνας» δηλώνει την ιστορική εποχή αλλά και τον ηθικό της ορίζοντα, ενώ το «ἔξω» παραπέμπει στον περιβάλλοντα κόσμο, του οποίου η κρίση διαπερνά την εσωτερική ζωή του υποκειμένου. Στον πυρήνα της συλλογής βρίσκεται η σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία, την ομορφιά και την αλληλεγγύη και στις δυνάμεις που απειλούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: την εξουσία, τον θάνατο, τη λήθη και την εμπορευματοποίηση της ζωής.
Το εξώφυλλο, με το γλυπτό Betende («Η προσευχόμενη», 1918) του Wilhelm Lehmbruck, λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί. Οι επιμήκεις όγκοι και η εσωστρεφής στάση της μορφής, σημαδεμένα από την τραυματική εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποτυπώνουν την αναζήτηση παρηγοριάς μέσα στην οδύνη. Το εύθραυστο σώμα και η σιωπηλή επίκληση συνομιλούν με έναν ποιητικό κόσμο όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται διαρκώς, χωρίς η ευαλωτότητα να αποκλείει την αντίσταση.
Τα μότο της συλλογής, από τον Μπόρις Παστερνάκ, ένα ρωμανιώτικο τραγούδι και τον Μανόλη Αναγνωστάκη, θέτουν το ιστορικό και ηθικό της πλαίσιο. Το τραγούδι, «Κίνα γλῶσσα νὰ μιλήσεις / … / τοὺς νεκροὺς νὰ τοὺς ξυπνήσεις / μὲ κρασὶ νὰ τοὺς μεθύσεις», προσδίδει στη γλώσσα τη δύναμη να ανασύρει όσα η λήθη έχει καταχωνιάσει. Αντίθετα, ο στίχος του Αναγνωστάκη «Γιατὶ οἱ μελλούμενοι ποιητὲς δὲ ζοῦνε πιά / Αὐτοὶ ποὺ θὰ μιλούσανε πεθᾶναν ὅλοι νέοι» υπογραμμίζει την απουσία των νέων φωνών της αμφισβήτησης. Ανάμεσα στην ανάγκη της έκφρασης και στον κίνδυνο της σιωπής, η ποίηση του Κοζία αναλαμβάνει να δώσει φωνή στους νεκρούς, στους ηττημένους και σε όσους δυσκολεύονται να αρθρώσουν τον λόγο της εποχής τους.
Στο «Βάαλ ή ο μικρός θεός της ομορφιάς» (σ. 11), η επανάληψη «Όλα ήταν όμορφα» αποκτά ειρωνική και τραγική διάσταση δίπλα στα «ἄδεια χαμόγελα» και «το παγωμένο πένθος». Η ομορφιά δεν ταυτίζεται με την αρμονία, αλλά συνυπάρχει με την απώλεια και το τραύμα. Οι αναφορές στον Μέλανα Δρυμό, τον Κόκκινο Πλανήτη, τους στρατιώτες του Βαλμύ, τα αγόρια του Σαντιάγο και τα κορίτσια της Νάπολης συνθέτουν ένα οικουμενικό τοπίο ανθρώπινης μοίρας, όπου οι «μυριάδες νεκροὶ» διατηρούν τη μνήμη της ελευθερίας. Η καταληκτική εικόνα, όπου «οἱ δήμιοι δοκιμάζουν τὴν τέχνη τους / πάνω στὸν μικρὸ θεὸ τῆς Ὀμορφιᾶς», μετατρέπει την ομορφιά σε θύμα της Ιστορίας. Η βία δεν καταστρέφει μόνο ανθρώπινες ζωές, αλλά στρέφεται και εναντίον της ίδιας της δυνατότητας του ανθρώπου να αναγνωρίζει και να δημιουργεί το ωραίο.
Στο ποίημα «Των παλαιών πόλεων η οργή» (σσ. 12–13), η Θεσσαλονίκη γίνεται τόπος ιστορικής μνήμης και σύγχρονης παρακμής. Οι «ἐκκλησίες ἄδειες» και ο πένθιμος ήχος τους συνδέονται με την απορία του Μάνου Χατζιδάκι για την αμαρτία που πρέπει να περιέχει μια πόλη ώστε να έχει τόσες εκκλησίες. Η θρησκευτική παρουσία δεν εγγυάται την ηθική αναγέννηση ούτε την κοινωνική δικαιοσύνη. Στην «ἄλλη ἐποχὴ ψηφιακή», πολιτικοί και «καθάρματα» κυκλοφορούν ανενόχλητοι, ενώ ο κόσμος παραμένει «φτωχός, μοναχικός». Ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός δεν συνεπάγεται, επομένως, ηθική πρόοδο. Η επίκληση «Τί στέκεις, καρδιά μου, τόσο ἐκστατική / τινάξου στὸ Μπαλκάνι!» μετατρέπει τη συγκίνηση σε κάλεσμα δράσης. Η καρδιά καλείται να εγκαταλείψει τη θέση του παθητικού θεατή και να αφυπνιστεί απέναντι στην αδικία.
Ανάλογη κρίση διατυπώνεται στο ποίημα «Ο ερημόκαμπος» (σ. 14). Η επανάληψη «Κακορίζικε ἄνθρωπε / Σὲ ἐποχὴ γερασμένη» αποδίδει την εξάντληση του σύγχρονου ανθρώπου. Τα ερωτήματα «Σὲ ποιά πατρίδα, σὲ ποιο χώμα, σὲ ποιόν χρόνο / σὲ ποιά μνήμη, φωνὴ θὰ βγάλεις;» φανερώνουν μια βαθύτερη κρίση ταυτότητας: δεν έχει χαθεί μόνο ο τόπος, αλλά και η δυνατότητα του ανθρώπου να μιλήσει με τη δική του φωνή. Η «Δημοκρατία τῆς πλάνης καὶ τοῦ Μαμωνᾶ» συμπυκνώνει την αντίφαση μιας κοινωνίας όπου οι δημοκρατικές διακηρύξεις συνυπάρχουν με την κυριαρχία του χρήματος και της εξαπάτησης. Η πολιτική γλώσσα απογυμνώνεται από το ηθικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε περίβλημα μιας πραγματικότητας που διαψεύδει τις υποσχέσεις της.
Στο ποίημα «Το δερματάδικο» (σσ. 15–17), η κριτική αποκτά σωματική και εφιαλτική μορφή. Η ελευθερία παρομοιάζεται με «μουλαρίσιο τομάρι», ενώ το δέρμα γίνεται σύμβολο μιας ύπαρξης που απογυμνώνεται και εμπορευματοποιείται. Η συσσώρευση εικόνων —«Δέρμα γιὰ πορτοφόλια», «γιὰ ἀμπαζούρ», «δέρμα ἐργατικό, δέρμα τοῦ σκλάβου»— και η αναφορά στο Μπούχενβαλντ συνδέουν την καταναλωτική καθημερινότητα με την ιστορική βαρβαρότητα. Η προστακτική «γδάρε», με την επίμονη επανάληψή της, επιβάλλει έναν ασφυκτικό ρυθμό βίας. Η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς τη βία, αλλά αναπαράγει ηχητικά και ρυθμικά την πράξη της. Αντίθετα, η κραυγή «Ἐγκαταλείπω τὴ ΣΑΡΚΑ!» εκφράζει την επιθυμία διαφυγής από την υποταγμένη ύπαρξη. Εκεί όπου το γλυπτό του Lehmbruck υποβάλλει τη σιωπηλή εσωτερικότητα, το ποίημα εκφέρει μια βίαιη διαμαρτυρία. Και τα δύο, ωστόσο, αναδεικνύουν την ανθρώπινη τρωτότητα και την αγωνία διατήρησης της αξιοπρέπειας. Η υπόσχεση «ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ» αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της ανατροπής.
Η ιστορική μνήμη αποκτά οικουμενική διάσταση. Στο ποίημα «Η κόκκινη ρεγκάτα» (σ. 18), η επίκληση «Madonna Θάνατε» συμπυκνώνει τις απώλειες εξόριστων και θαλασσινών. Η διαπίστωση «Κανεὶς τὴν ὕπαρξή του δὲν ὁρίζει» παρουσιάζει τους ανθρώπους ως «Τσοῦρμο ὅλοι σὲ Κόκκινη Ρεγκάτα», παρασυρμένους από τη μοίρα και τον πόνο. Στο «Το δίκιο ανήκει στον Μαρά» (σσ. 19–20), τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης −Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη− συνυπάρχουν με την προδοσία και τις εκτελέσεις. Τα επαναστατικά οράματα αποδεικνύονται ευάλωτα στην ιστορική παραμόρφωση, όταν η εξουσία ανατρέπει τις υποσχέσεις τους και μετατρέπει την απελευθέρωση σε νέο πεδίο επιβολής.
Στο «Αναπνέοντας ελευθερία ριψοκίνδυνη» (σσ. 21–22), η καταστροφή κορυφώνεται στους στίχους «Εἴμαστε οἱ τελευταῖες ἐξεγέρσεις τῶν κυττάρων / στὰ ἑνωμένα νεκροταφεῖα τοῦ ἀνθρώπου». Η αντίσταση μεταφέρεται στο ελάχιστο βιολογικό επίπεδο, καθώς ακόμη κι όταν οι συλλογικές ουτοπίες καταρρέουν, η ζωή διατηρεί μια τελευταία δυνατότητα εξέγερσης. Τα «νεκροταφεία» δεν δηλώνουν μόνο τη φυσική απώλεια, αλλά και την ιστορική περιθωριοποίηση όσων αποκλείστηκαν από την επίσημη αφήγηση. Η εξέγερση των κυττάρων αποκτά έτσι συμβολική δύναμη: η αντίσταση επιβιώνει ακόμη και όταν όλα μοιάζουν να έχουν ηττηθεί.
Στην «Καντάτα του Γενισέϊ» (σσ. 23–24), το ερώτημα «Κι ἐμεῖς τί μνημονεύουμε;» λειτουργεί ως κριτική αναμέτρηση με τη συλλογική συνείδηση και τις μορφές με τις οποίες αυτή διαχειρίζεται το παρελθόν. Τα μνημόσυνα, το στάρι και οι επετειακές τελετές αποδεικνύονται ανεπαρκή, όταν δεν συνοδεύονται από ουσιαστική επίγνωση της θυσίας των νεκρών και ευθύνη απέναντι στους ζωντανούς. Αντίθετα, ο ποταμός, ως «ποτάμι τῆς ἀπέραντης Ἑνότητας», αναδύεται ως σύμβολο μιας καθολικής ανθρώπινης κοινότητας, πέρα από σύνορα, στρατούς και ιστορικούς διαχωρισμούς. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, σκιάζεται από την απειλή του τέλους, που καταφθάνει «πεινασμένο γιὰ λάφυρα», επαναφέροντας τον κύκλο της βίας και της καταστροφής. Έτσι, η μνήμη υπερβαίνει έτσι την τελετουργική αναπόληση και μετατρέπεται σε πράξη ηθικής ευθύνης, καθώς δεν αρκεί να τιμούμε τους νεκρούς, αλλά χρειάζεται να διαφυλάσσουμε την παρακαταθήκη τους και να αντιστεκόμαστε σε όσα απειλούν να ακυρώσουν το νόημα της θυσίας τους
Η ίδια αγωνία διαπερνά τη «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40). Οι τραυματισμένες πόλεις και οι άνθρωποι που έχουν στόματα αλλά αδυνατούν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά παραπέμπουν σε μια «νέα Βαβυλώνα», όπου η γλωσσική πολλαπλότητα δεν οδηγεί στην κατανόηση, αλλά στην αποξένωση. Η γλώσσα, αντί να ενώνει, γίνεται τόπος αδυναμίας και διάψευσης της επικοινωνίας.
Η επίκληση «Καλογιάννο, Καλογιάννο / σπλαχνίσου τὸν ἄνθρωπο ποὺ τραυλίζει στὸν αἰώνα του!» συνδέεται άμεσα με τον τίτλο της συλλογής. Ο άνθρωπος τραυλίζει, αδυνατώντας να αρθρώσει λόγο αντάξιο μιας εποχής γεμάτης βία και ηθική σύγχυση. Η τοποθέτηση των στίχων στο οπισθόφυλλο μετατρέπει την απορία σε αίτημα συμπόνιας: ο άνθρωπος δεν καταδικάζεται για την αδυναμία του, αλλά προβάλλει ως τραυματισμένο ον που αναζητά να ακουστεί και να γίνει κατανοητό. Έτσι, η προσευχόμενη μορφή του Lehmbruck συνομιλεί με την έκκληση για κατανόηση, χωρίς να προσφέρει μια καθησυχαστική απάντηση.
Συνολικά, το Τί αἰώνα κάνει ἔξω; συνιστά μια ποιητική μαρτυρία για έναν κόσμο που ανακυκλώνει τις σκοτεινότερες στιγμές της Ιστορίας, ενώ ο άνθρωπος αγωνίζεται να διασώσει τη μνήμη, τη φωνή και την αξιοπρέπειά του. Η πολιτική καταγγελία, οι ιστορικές αναφορές, η διακειμενικότητα και οι σκληρές σωματικές εικόνες συγκροτούν μια γραφή όπου η γλώσσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως πεδίο τραύματος και ως δυνατότητα αντίστασης.
Ωστόσο, η συλλογή δεν εγκλωβίζεται στην απόγνωση. Στο «Μην κοιτάς μέσα είναι κανιβαλικό» (σσ. 52–53), το «φάσμα ἀγγελικό» του SALVADOR ROSA και η αναζήτηση μιας στοργής ικανής να επιβιώσει μέσα στην υπαρξιακή φθορά αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στους στίχους: «Στὸν γερασμένο κόσμο / χάρισε μιὰ Διοτίμα τρυφερὴ κι ἕνα ἀμπελάκι καρπερό». Η επίκληση της Διοτίμας και του καρπερού αμπελιού συμπυκνώνει την επιθυμία για έναν διαφορετικό τόπο, όπου η αγάπη και η γονιμότητα μπορούν να ανακόψουν την πορεία της παρακμής. Η ομορφιά δεν ακυρώνει τη φρίκη, αλλά ορθώνεται απέναντί της, αμφισβητώντας την αξίωσή της να γίνει η μοναδική πραγματικότητα.
Τελικά, η μνήμη, η συμπόνια και η ίδια η πράξη της γραφής αναδεικνύονται σε πράξεις ηθικής στάσης. Το ερώτημα «Τί αἰώνα κάνει ἔξω;» δεν ζητά απλώς τον προσδιορισμό μιας χρονικής συγκυρίας. Μας καλεί να αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα που ανεχόμαστε, με τους νεκρούς που επιλέγουμε να θυμόμαστε και με τις φωνές που εξακολουθούμε να αφήνουμε αβοήθητες στη σιωπή. Γιατί, όσο το υποκείμενο αναζητά μια γλώσσα για να αρθρώσει τον πόνο του τραυματισμένου αιώνα του, η δυνατότητα της λύτρωσης παραμένει ζωντανή.

