Το βάρος της μνήμης (για το βιβλίο “Οι αχθοφόροι” του Κωνσταντίνου Λίχνου ISBN: 9786185934088)
Λίλια Τσούβα

Ιστορική συνείδηση και ανθρώπινη αντοχή στη διηγηματογραφία του Λίχνου

Η συλλογή διηγημάτων «Οι αχθοφόροι» του Κωνσταντίνου Λίχνου (εκδόσεις Υψικάμινος, 2025), την οποία προλογίζει με φροντίδα η Ευσταθία Δήμου, κινείται στον άξονα της κοινωνικά δεσμευμένης πεζογραφίας. Επιχειρώντας να καλύψει σχεδόν έναν αιώνα νεοελληνικής ιστορίας (1924–2021), ο συγγραφέας εστιάζει στον καθημερινό μόχθο, την υποτελή εργασία και τις κοινωνικές ανισότητες. Πρόκειται για δεκατέσσερα διηγήματα με έντονη πολιτική φόρτιση, τα οποία διαπνέονται από την πρόθεση ανάδειξης της κοινωνικής αδικίας και από την άποψη ότι η λογοτεχνία οφείλει όχι μόνο να τέρπει, αλλά και να αποβαίνει κοινωνικά χρήσιμη.

Πιστό στο καλλιτεχνικό ιδεώδες της αναπαράστασης της πραγματικότητας και του δομημένου ρεαλισμού, το βιβλίο εντάσσεται στην παράδοση της ιδεολογικά προσανατολισμένης προς το σοσιαλιστικό ιδανικό πεζογραφίας. Η λογοτεχνία λειτουργεί ως κάτοπτρο της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Ο συγγραφέας παρατηρεί προσεκτικά την πραγματικότητα και εστιάζει στην καθημερινότητα των ανθρώπων του μόχθου, των ανέργων, των απολυμένων και των βιοπαλαιστών, οι οποίοι αγωνίζονται υπό αντίξοες συνθήκες για την επιβίωσή τους. Οι χαρακτήρες, ωστόσο, συχνά κινούνται εντός ενός αυστηρού διπολικού σχήματος, εκείνου των καταπιεσμένων έναντι των καταπιεστών, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η πολυπλοκότητα των κινήτρων και των συμπεριφορών τους.

Διεισδύοντας τόσο στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων όσο και στον εξωτερικό κόσμο των πραγμάτων, το βιβλίο ανατέμνει σημαντικές στιγμές της νεότερης ιστορίας: από τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι το Πολυτεχνείο, τη μεταπολιτευτική περίοδο και τη σύγχρονη πολιτική σκηνή. Η σοσιαλιστική ιδεολογία διαμορφώνει τη μυθοπλασία άλλοτε μέσα από το απρόσωπο ύφος ενός παντογνώστη αφηγητή και άλλοτε μέσα από υποκειμενικές, αυτοβιογραφικές διηγήσεις. Η συσσώρευση των δεινών —πείνα, εξαθλίωση και ματαιωμένες προσδοκίες— δημιουργεί ένα κλίμα απελπισίας. Οι χαρακτήρες, σκληρά εκτεθειμένοι στις περιστάσεις της ζωής, δοκιμάζονται από τον πόλεμο, τον λιμό, την υπολογιστική στάση των εργοδοτών και την καταπιεστική εκπαίδευση. Συνθέτουν έτσι ένα αφηγηματικό τοπίο στο οποίο η χαρά υποχωρεί και ο έρωτας εμφανίζεται κυρίως ως δευτερεύουσα διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας, συχνά εξαρτημένη από τη σχέση ανάμεσα στο κοινωνικό περιβάλλον και την ατομική συμπεριφορά.

Γραμμένα υπό το πνεύμα του ανηλεούς αγώνα για την επιβίωση των κοινωνικά αδύναμων, τα διηγήματα εστιάζουν στην προσπάθεια των χαρακτήρων για κοινωνική ένταξη και αυτοπραγμάτωση. Ενορχηστρώνοντας πολυάριθμες φωνές της εργατικής κυρίως τάξης, προκειμένου να μιλήσει για τις ανισότητες, τη θέση της γυναίκας και τα λαϊκά αιτήματα, ο συγγραφέας ζωγραφίζει μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη εικόνα της κοινωνίας. Αναδεικνύει την περιθωριοποίηση των οικονομικά ασθενεστέρων, τον θρίαμβο του κομφορμισμού, της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Στην προσπάθειά του ωστόσο να αποδώσει την κοινωνική πραγματικότητα με ωμή ενάργεια, ο ρεαλισμός ενίοτε διολισθαίνει στον νατουραλισμό, ενώ οι διάλογοι, επιβαρυμένοι από την ανάγκη να εκπέμψουν αγωνιστικά μηνύματα, αποκτούν κάποιες φορές ρητορική και διδακτική χροιά. Η αφηγηματική ανάπτυξη και η σκιαγράφηση των χαρακτήρων φαίνεται, σε ορισμένα σημεία, να υπηρετούν πρωτίστως την κοινωνική καταγγελία.

Η πυκνή πρόζα του Κωνσταντίνου Λίχνου, σε αρμονία με τον ενδεικτικό τίτλο «Οι αχθοφόροι», αποτυπώνει τις σκοτεινές πλευρές και τη σκληρότητα του βίου των φτωχών. Οι ήρωες αδυνατούν συχνά να εκπληρώσουν τα ιδανικά τους, καταφεύγουν στη μέθη, κυριολεκτική ή συμβολική, και οδηγούνται στη θυματοποίηση ή την περιθωριοποίηση. Ο συγγραφέας αντλεί από θεμελιώδη κοινωνικά προβλήματα και συνθέτει πολιτική λογοτεχνία, συνδέοντας στενά το ταξικό πλαίσιο και τους αγώνες της εποχής με τη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Το έργο επιχειρεί να αποτυπώσει τις αντιφάσεις της ζωής των λαϊκών στρωμάτων, ενώ συγχρόνως υμνεί τους ανθρώπους κάθε εποχής που αντιστέκονται στην αδικία, συγκροτώντας μια πολιτικοποιημένη αφήγηση που ασκεί έμμεση κριτική στην κυρίαρχη ηθική και στις κοινωνικές συμβάσεις. Μέσα από το προφορικό ιδίωμα των ηρώων και τις εικόνες μιας κυρίως προβιομηχανικής, σημαδεμένης από τον αναλφαβητισμό, κοινωνίας, οι διάλογοι και οι σκηνές ζωντανεύουν τη γειτονιά, τα χαμόσπιτα και τους κήπους, αποδίδοντας ταυτόχρονα τη βαριά ατμόσφαιρα της φτώχειας και της ανημποριάς. Η γλωσσική και κοινωνική αυτή αναπαράσταση ενισχύει την αίσθηση της υλικότητας της ζωής, παραμένοντας πιστή στη ζωντάνια των λαϊκών βιωμάτων.

Παρά την έντονη ιδεολογική φόρτιση, ωστόσο, η γραφή του Λίχνου διαθέτει λυρικές εξάρσεις και αξιοσημείωτη περιγραφική δύναμη. Ανασυνθέτει με παραστατικότητα τους χώρους, τις καθημερινές συνήθειες και τις υλικές συνθήκες της ζωής των ηρώων, φέρνοντας στην επιφάνεια τη φθορά, την ομορφιά και την αγριότητα ενός κόσμου που δοκιμάζεται από τις κοινωνικές αντιθέσεις. Οι περιγραφές προσδίδουν ζωντάνια και βάθος στην αφήγηση, ενώ οι λυρικές αποχρώσεις επιτρέπουν να αναδυθεί η ανθρώπινη ευαισθησία πίσω από τη δριμύτητα των περιστάσεων.

Ιδιότυπη συναίρεση ρεαλιστικών και λυρικών στοιχείων, «Οι αχθοφόροι» του Κωνσταντίνου Λίχνου αποτελούν μια προσπάθεια αποτύπωσης της ιστορικής μνήμης μέσα από το πρίσμα της ταξικής πάλης. Η συναισθηματική δύναμη πολλών σκηνών και ο σταθερός ανθρωποκεντρισμός του έργου αναδεικνύουν την ανθρώπινη τρυφερότητα που επιμένει να επιβιώνει μέσα στις στερήσεις, όπως και την ευαλωτότητα των προσώπων μέσα στη συλλογική ιστορική περιπέτεια. Ωστόσο, η επιλογή μιας έκδηλα στρατευμένης γραφής περιορίζει ενίοτε τις υπαρξιακές αποχρώσεις, την πολυφωνία και την αισθητική ελευθερία που επιτρέπουν στη λογοτεχνία να διατηρεί τον χαρακτήρα ενός ανοικτού και πλουραλιστικού ορίζοντα.

Χαρακτηριστικό απόσπασμα από το διήγημα «Ένας βασιλιάς, ένας λαός»:

«Έτσι περνούσε ο καιρός και τα χρόνια τους, μέσα στη φτώχεια και τις στερήσεις, τον φόβο της μάνας μη χαθεί η δουλειά της, τις αρρώστιες του πατέρα, που μετά βίας κατάφερνε να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, και τις βουβές απορίες των παιδιών. Κι άμα απελπιζότανε η Μάρω καμιά φορά και ξεφυσούσε, σκεπάζοντας τα μάγουλά της με τις παλάμες της, ο Φάνης τη χάιδευε στην πλάτη και της έλεγε: “Διαβαίνουμε δύσκολο δρόμο, μάνα. Μα θα κάνουμε κουράγιο για τα παιδιά μας”. Και συνήθιζε να την αποκαλεί “Μάνα” τόσο συχνά, κι εκείνη να τον φωνάζει “Πατέρα”, που τα παιδιά, μέχρι τα επτά τους χρόνια, δεν είχαν ακούσει ποτέ τα ονόματα των γονιών τους». (σ. 105)

 

Περισσοτερα αρθρα