Disability: Από την πλευρά της γιατρού (για το βιβλίο «Στον 9ο» της Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου, ISBN: 9786185928360)
Χριστίνα Λιναρδάκη

Η πλευρά των γιατρών, το πώς δηλαδή οι γιατροί αντιλαμβάνονται το πάσχον σώμα απέναντί τους και το πώς αντιδρούν σε αυτό, είναι πολλές φορές αρνητικά φορτισμένη στην κοινή συνείδηση. Εκτός από τους γιατρούς που οι ασθενείς χαρακτηρίζουν «ανθρώπους», δηλαδή λειτουργούς της ιατρικής στους οποίους προβάδισμα έχει η έγνοια για τον/την ασθενή, όλοι οι υπόλοιποι τσουβαλιάζονται συλλήβδην κάτω από την ετικέτα του αδιάφορου ή και φιλοχρήματου επαγγελματία ο οποίος κάνει τυπικά τη δουλειά του, αποστασιοποιημένος, χωρίς προσωπική ή συναισθηματική εμπλοκή, και εντέλει απανθρωπισμένος.

Δεν είναι βέβαια απορίας άξιο. Η ιατρική αποτέλεσε, με τους ορισμούς και τις αξιολογήσεις της, κανονικό πεδίο εξουσίας: οι γιατροί εν πολλοίς αποφάσιζαν και αποφασίζουν, ακόμη και για λογαριασμό της πολιτείας, ποιος μπορεί να πάρει ένα επίδομα ή ποιος μπορεί να βγει στη σύνταξη, για τα ποσοστά αναπηρίας του καθενός, τα φάρμακα και τη θεραπεία του. Επιπλέον, αυτοί βρίσκονται πίσω από την αναπόδραστη ιατρικοποίηση που διέπει την καθημερινότητα ενός ασθενούς ή αναπήρου, ο οποίος εξαρτάται από φάρμακα, ιατρικές πράξεις και άλλα σωτήρια δεινά, για να το πω με σχήμα οξύμωρο, τα οποία καθορίζουν εντέλει την ποιότητα της ζωής του.

Για τους παραπάνω λόγους, το βιβλίο (εκδόσεις Θράκα, 2026) της ειδικευόμενης ψυχιάτρου Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου ήταν πραγματική αποκάλυψη. Το βιβλίο βέβαια καταπιάνεται και με άλλα θέματα, όπως του σεξισμού που αντιμετωπίζει μια νεαρή γυναίκα γιατρός («θέλει στομάχι για να κάνεις τη δουλειά/ (την λέξη αρχίδια μπροστά μου δεν την λένε)/ και φυσικά γυναίκα και γιατρός/ δεν το ‘χει», από το εναρκτήριο ποίημα «Το να είμαι γυναίκα γιατρός σημαίνει»).

Ωστόσο, τα περισσότερα ποιήματα μιλούν για τη συχνά αβάσταχτη σχέση της ως γιατρού με τους ασθενείς, οι οποίοι διαμαρτύρονται, απειλούν, κλαίνε, σπαράζουν. Σπαρακτικό λοιπόν είναι το ποίημα «Stairway to Heaven», όπου η προαναφερθείσα ιατρικοποίηση (ιμάντες στα χέρια, καθετήρας) προκαλεί λυγμούς στον ασθενή, του οποίου μόνη επιθυμία είναι να ακούσει Led Zeppelin: «Από τον θάλαμό σου/ εκείνο το απόγευμα/ υπόκωφος λυγμός/ το stairway to heaven/ ξεχυνόταν στους διαδρόμους», σε μια οδυνηρή αντίθεση που στοιχειώνει τον αναγνώστη. Ομοίως και το ποίημα «Μονομαχείτε, κύριε Νολλ;» με έναν ασθενή απροσδιορίστου φύλου που προσπάθησε να αυτοκτονήσει: «Σε αφήνω να μιλάς/ το δωμάτιο γεμίζει σκιές μάτια χέρια/ οι τοίχοι μαυρίζουν […] ο θάνατος μπαινοβγαίνει/ μα τρεις φορές σε αρνήθηκε// Μαζί σου σ’ αυτό το κυνηγητό/ θα προσπαθήσεις ξανά/ να μου το σκάσεις;». Ξεχνάμε καμιά φορά, ίσως από τον φόβο μας για τον πόνο ή τον θάνατο, πως οι γιατροί είναι με το μέρος μας σε ό,τι περνάμε και πως θέλουν να μας βοηθήσουν. Συχνά είναι απλώς αποστασιοποιημένοι (γιατί, και πώς αλλιώς να διαχειριστούν τόσα περιστατικά;). Το λέει πολύ παραστατικά η ποιήτρια στο ποίημα «Απόσταση»:

Απόσταση

Δεν πρέπει να δένεσαι τόσο
όταν γυρνάς στο σπίτι πρέπει να τους ξεχνάς
να ξεκινήσεις χορό να πηγαίνεις στο θέατρο

να βλέπεις τον φίλο σου

Όταν κάθεσαι τα βράδια στη βεράντα
να βάζεις μουσική στη διασπασών

τόσο που να σκεπάζει τα ουρλιαχτά τους

Το ποίημα «Remorse», δηλαδή «τύψεις», γίνεται μαρτυρία των συναισθηματικών limbo στα οποία υπόκειται η θεράπουσα ιατρός, τα οποία δεν είναι και καθόλου εύκολα: «εγώ τουλάχιστον είμαι έξω/ κι αν μου τη δώσει/ πάω στην πλατεία για μια μπύρα// Κι όπως θα πίνω θα πνίγω στον αφρό/ μουρμουριστά παράπονα/ “Είμαι 20 χρονών/ μόνο 20 χρονών/ κλεισμένος εδώ μέσα”». Η ποιήτρια αναδεικνύεται συστηματικά ευάλωτη, συστηματικά συμπάσχουσα με τις οδύνες των ασθενών της, την ίδια στιγμή που με αξιόλογη προσήλωση προσπαθεί να κάνει τη δουλειά της όσο καλύτερα μπορεί.

Σε αρκετά ποιήματα φέρνει στο προσκήνιο τις ζωές των ασθενών. Οι ιστορίες τους είναι ιστορίες εγκατάλειψης, μοναξιάς και τρέλας. Ο πόνος από τα ψυχικά τραύματα, τις πληγές και τις ουλές είναι τόσο μεγάλος που ένας γιατρός δεν έχει άλλη επιλογή από τα ηρεμιστικά ως ενδεδειγμένη αγωγή τους: αυτά τουλάχιστον εγγυώνται την ολίσθηση στον ύπνο και τη συνακόλουθη λησμονιά της όποιας πρότερης κατάστασης: «Πώς να σου κρύψω/ όσα χάθηκαν στις σχισμές/ τις ημερομηνίες τα  ονόματα/ μια ολόκληρη ζωή στην Καλλιθέα; […] Ησύχασε/ κοιμήσου τώρα/ ξέχνα το» (από το ποίημα «Ξηλώθηκε»). Η ανακούφιση του ασθενή είναι σημαντική παράμετρος που αναδεικνύεται εδώ, αφού η ιατρική κατά παράδοση δεν δίνει μεγάλη σημασία στον πόνο ή τη δυσφορία του ασθενούς, τα οποία – τις παλιότερες εποχές τουλάχιστον – ήταν ακόμη και αναμενόμενα.

Ενδιαφέρον έχει το ποίημα «Τέτρις» στο οποίο η ποιήτρια κατακρίνει την πολιτεία για τις αποφάσεις της. Στο ποίημα, η υφυπουργός απαγόρευσε τα ράντζα στους διαδρόμους, γεγονός που για τους γιατρούς έχει συνέπειες:

Κάνουμε διαλογή:
ποιος δεν έχει οικογένεια
κάνει χρήση
ποιος
– Θεός φυλάξοι –

είναι απ’ το Αφγανιστάν

Δεν χωράμε
ούτε εδώ μέσα

ούτε κάτω απ’ το χαλάκι

Στο ποίημα «Επιτήρηση κατά τη λήψη της αγωγής» συναντάμε μια ενδιαφέρουσα αντιμετάθεση ασθενή και γιατρού, καθώς η γιατρός διστάζει και η ίδια να πάρει τα αντικαταθλιπτικά που χρειάζεται για να πάει στη δουλειά της: «Θα σκεφτώ για λίγο/ να τα αφήσω στο κουτί/ να κάνω πως τα ξέχασα». Αργότερα όμως είναι αναγκασμένη, για τους ασθενείς της, να ζητήσει επιτήρηση κατά τη λήψη της αγωγής, επειδή «πολλοί τα κολλάνε στον ουρανίσκο/ και τα φτύνουν μετά/ κρυφά στην τουαλέτα»… Ξέρει πώς είναι να χαπακώνεσαι, αλλά από την άλλη φοβάται, γιατί μια αγωγή που δεν λήφθηκε από έναν ασθενή ίσως σημάνει έναν επικίνδυνο παροξυσμό ή, σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμη και τον θάνατο. Γενικά στα ποιήματά της τα όρια μεταξύ ασθενή και γιατρού δεν είναι σταθερά, αλλά πορώδη, αφήνοντας να διαφανεί η ανθρωπινότητα και από τις δύο πλευρές, οι οποίες μοιάζουν εξίσου ευαίσθητες και τρωτές.

Οι γιατροί στη συλλογή μένουν δίπλα στους ασθενείς μέρα-νύχτα, κάποιοι γίνονται «ένα με τα κτήρια», όπως ο προϊστάμενος στο ποίημα «Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δεν στεριώνει», που από τα νύχια του πια «φυτρώνουν πρίζες». Συχνά δημιουργούν για χάρη των ασθενών, όπου μπορούν, μια επίφαση κανονικότητας: «Θα σε λύσω για δέκα λεπτά/ καθιστές στο ράντσο θ’ ακούμε ραδιόφωνο/ θα πιεις χυμό σαν να ήσουν έξω/ Μοναστηράκι Θησείο Κυκλάδες» (από το καταληκτικό ποίημα «Απόδραση»).

Πολύ σημαντική η κατάθεση της Κωνσταντίνας Παναγιωτοπούλου με αυτό το βιβλίο, το οποίο φωτίζει μια πραγματικά υποφωτισμένη, αν όχι αρνητικά φορτισμένη όπως είπαμε στην αρχή περιοχή: αυτή του θεράποντος γιατρού σε προσωπικό επίπεδο, το οποίο υπερτερεί του θεσμικού/συστημικού. Και είναι σημαντική γιατί δείχνει ότι τα θέματα υγείας είναι δύσκολα για τους ασθενείς, είναι όμως δύσκολα ενίοτε και για τους γιατρούς τους, κάτι που δεν θεωρείται αυτονόητο.

Μορφολογικά, η γλώσσα που χρησιμοποιεί η ποιήτρια είναι πεζολογική, του συρμού. Το γεγονός αυτό χαρίζει αμεσότητα στα ποιήματα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι γράφονται μέσα στα δωμάτια νοσηλείας, ιδίως έτσι όπως μεταφέρονται αυτούσιοι «πραγματικοί» διάλογοι. Είναι σωτήριο όμως ότι, παρά τη βαρύτητά τους, οι σκηνές που περιγράφονται δεν παρουσιάζονται τραγικές – η ποιήτρια επιλέγει μια αφήγηση που δεν τη βαραίνουν οι ηθικές ή άλλες αξιολογήσεις. Επαφίεται στον αναγνώστη να καταλάβει το βάρος της ιατρικής ευθύνης, το βάρος της φροντίδας, το βάρος των επιμέρους περιστατικών. Και από κει να οδηγηθεί αβίαστα στο απροσμέτρητο βάρος (και βάθος) της ανθρώπινης συνθήκης.

Περισσοτερα αρθρα