Θα θυμάμαι και για τις δυο
Στην Αμαλία,
που ξέρει να αγαπά ακόμα κι όταν ο κόσμος γίνεται ομίχλη.
i.Το ψωμί μένει άθικτο
Στην άκρη της θάλασσας
βγάζεις τη γλώσσα στον κόσμο,
λες και κοροϊδεύεις τον χρόνο
που ήρθε ακάλεστος.
Κανείς δεν βλέπει
πως το ψωμί μένει άθικτο,
πως το στόμα σιγά σιγά
ξεχνά να τρώει.
Ξεχνάς το χθες,
μα θυμάσαι ακόμη να χαρίζεις
ένα βλέμμα που ζεσταίνει
όσους σ’ αγαπούν.
Κάθε κιλό που χάνεται
μου θυμίζει πως όλο και λιγοστεύει
ο κόσμος σου.
Κι όμως, η ψυχή σου αρνείται να μικρύνει.
Κι εγώ στέκομαι δίπλα σου,
προσπαθώντας να κρατήσω
όσα εσύ αφήνεις να γλιστρούν·
τα ονόματα, τις ιστορίες,
το γέλιο σου στην παραλία,
το αλάτι στα μαλλιά,
τη ζωή που δεν χωρά
ούτε στη μνήμη ούτε στη λησμονιά.
Ορθάνοιχτα τα μάτια σου.
Σαν να με βλέπεις.
Σαν να μη με θυμάσαι.
ii. Μαμά, θυμήσου…
Μαμά, στη φωτογραφία γελάς,
κοιτάζεις ίσια στον φακό,
σαν να μου λες ακόμη:
«Μη στενοχωριέσαι».
Θυμάσαι, μαμά, όταν μου έλεγες
«Φάε να δυναμώσεις»;
Τότε ήξερες πάντα τι χρειαζόμουν.
Τώρα κρατώ εγώ το χέρι σου
και ψάχνω όχι τι να σου πω,
αλλά πώς να μείνω εκεί όπου φεύγεις.
Αν κάποια μέρα δεν θυμάσαι το όνομά μου,
δεν πειράζει.
Εγώ θα θυμάμαι και για τις δυο.
Θα σου λέω ποια είσαι.
Θα σου θυμίζω το γέλιο σου,
τη θάλασσα που αγάπησες,
τα χέρια σου που με κράτησαν
όταν εγώ φοβόμουν.
Θα σου θυμίζω πως κάποτε
ήσουν το καταφύγιό μου
και τώρα είμαι εγώ το δικό σου.
Κι όταν ο κόσμος σου γίνει ομίχλη,
δεν θα προσπαθήσω να τον εξηγήσω.
Θα κάτσω δίπλα σου.
Θα κρατώ το χέρι σου.
Και ίσως η αγάπη
να μη χρειάζεται να θυμάται.
Ίσως αρκεί που μένει.

