O David Ucles είναι ένας πολύ νέος άνθρωπος, Ισπανός συγγραφέας, μουσικός και ζωγράφος, γεννημένος μόλις το 1990. Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια (Μεταίχμιο 2026) είναι το βιβλίο που έγραψε μετά από δεκαπέντε χρόνια επιτόπιας έρευνας σχετικά με τον ισπανικό εμφύλιο, γυρίζοντας όλη την ιβηρική χερσόνησο, σε ένα ταξίδι πολλών χιλιομέτρων προκειμένου να βρει όσο περισσότερα στοιχεία μπορούσε για να τα ενώσει με ένα πλούσιο υλικό μυθοπλασίας. Το βιβλίο του αυτό αποδείχτηκε εκδοτικό φαινόμενο στην Ισπανία και μεταφράστηκε σε πάνω από 20 χώρες.
Τι πραγματεύεται όμως το βιβλίο και γιατί δημιούργησε τέτοιο παροξυσμό στο αναγνωστικό κοινό; Είναι το ίδιο το θέμα του ή ο ιδιαίτερος χειρισμός του από το συγγραφέα; Από μόνος του ο ισπανικός εμφύλιος είναι μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας, ένας ιδεώδης αγώνας εναντίον του φασισμού με τεράστια απήχηση σε παγκόσμιο επίπεδο, που παρά τις διεθνείς προεκτάσεις του είχε άδοξο τέλος. Για τους Ισπανούς φαίνεται πως αποτελεί ακόμη ανεπούλωτο τραύμα, καθώς κατέληξε στην επιβολή μιας μακρόχρονης δικτατορίας. Επομένως το ίδιο το θέμα μοιάζει ανεξάντλητο και ιντριγκάρει πολλούς αναγνώστες για να το επιλέξουν.
Πώς, όμως, ο συγγραφέας επιλέγει να χειριστεί το θέμα του και να μιλήσει για ένα παρελθόν που όλοι στην Ισπανία θέλουν να ξεχάσουν; Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για τον εμφύλιο στη χώρα του;
Ο Ουκλές επιλέγει ως όχημά του τη λογοτεχνία και ως τρόπο για να εκφράσει το ανείπωτο το μαγικό ρεαλισμό. Κι αν ο ισπανικός εμφύλιος με το μαγικό ρεαλισμό δημιουργούν ένα παράδοξο δίδυμο, ίσως εκεί να βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα και η πρωτοτυπία αυτού του βιβλίου.
Δίνοντας ουσιαστικά πάλι ζωή στη χερσόνησο με τα άδεια σπίτια, ο συγγραφέας ξεκινά την ιστορία του σε ένα χωριό της Ισπανίας, στη Χάντουλα, όπου ζει ήσυχα μια οικογένεια ελαιοπαραγωγών, του Οδίστο και της Μαρίας με τα εφτά παιδιά τους, σε μια μικρή κοινότητα με τις παραδόσεις και τις δοξασίες τους. Άνθρωποι απλοί που αγαπούν τον τόπο τους και ασχολούνται με τη γη τους. Η αφήγηση ξεκινά λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Η κακοδαιμονία πλησιάζει, όταν βγαίνουν τα σέσκουλα που θεωρούνται κακό σημάδι. Από κει και πέρα, οι ζωές όλων αλλάζουν! Η ιστορία του ισπανικού εμφύλιου συναντάται με την ιστορία και τη διάλυση της οικογένειας, ενώ παράλληλα πλέκεται αξεδιάλυτα η πορεία ενός βαθιά πληγωμένου λαού σε μια ετοιμοθάνατη ιβηρική χερσόνησο.
Με μια πρωτότυπη γραφή και αφάνταστη ευρηματικότητα ο Ουκλές δημιουργεί ένα κράμα φαντασίας και πραγματικότητας. Η αλληγορία είναι ένας τρόπος για να μιλήσει κανείς πιο ήπια για τη βαρβαρότητα, το τραύμα, το διχασμό, τον ίδιο το θάνατο. Όταν ο πόνος είναι αδυσώπητος και η φρικαλεότητα και η βαναυσότητα ξεπερνούν τα σύνορα της λογικής, όταν η ιστορία έχει πληγές που ακόμα αιμορραγούν, όταν ο αληθινός κόσμος δεν τον χωρά δραπετεύει στο μαγικό ρεαλισμό.
Και όχι μόνο τότε, αλλά και πολλές άλλες φορές μέσα στην αφήγηση ο συγγραφέας καταλήγει στο υπερφυσικό. Οταν η φαντασία του καλπάζει, ο νεαρός συγγραφέας δεν τη συγκρατεί, την αφήνει να περιφέρεται σε κόσμους υπερεαλιστικούς, όπου όλα τα απίθανα χωρούν. Παιδιά παγώνουν και ξεπαγώνουν, η κύηση ενός μωρού μπορεί να διαρκέσει διπλάσιο χρόνο από το συνηθισμένο, ο άσωτος ηλικιωμένος ζει στο κοιμητήριο για εικοσιέξι χρόνια, η μάντισσα προβλέπει το μέλλον, ο άγνωστος που η βροχή του έφθειρε τα ρούχα και απομένει ολόγυμνος προβλέπει και αυτός ότι ο πόλεμος είναι κοντά, η Μαρία που έπεσε για ύπνο ζυγίζοντας σχεδόν διακόσια κιλά και ξύπνησε σαράντα, και πολλά πολλά ακόμη παράδοξα χωρούν στο φανταστικό σύμπαν του Ουκλές, συμβαίνουν τόσα μαγικά που η αφήγηση σε παρασύρει θαρρείς σε μια αυλή θαυμάτων. Ο κόσμος του όλος βρίσκεται σε τέλειο συντονισμό με τη φύση, καθώς φύση και άνθρωποι έχουν μεταξύ τους έντονη αλληλεπίδραση.
Με ένα έξυπνο τρόπο και εμφανή την αίσθηση του χιούμορ, ο συγγραφέας ορίζει τον εαυτό του ως τον θεό που αποφασίζει για τις τύχες των ηρώων του, αφού ο ίδιος είναι εκείνος που αποφασίζει ακόμη και το θάνατό τους. Έτσι λοιπόν ο θεός – αφηγητής ενίοτε φανερώνει στους ίδιους την πορεία τους, παίζει μαζί τους, τους συμπονά συχνά, μα αυτό που είναι να τους βρει δεν το αποφεύγουν με τίποτα. Επίσης, ως συγγραφέας-αφηγητής αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση και με τον αναγνώστη, καθώς συχνά απευθύνεται σε αυτόν και του αποκαλύπτει λεπτομέρειες της εξέλιξης ή του προτείνει κάποιο μουσικό κομμάτι για να συνοδέψει την ανάγνωσή του.
«Ο Θεός, ο αφηγητής ή οποιοσδήποτε άλλος δημιουργός, φροντίζει ενίοτε να κάνει εξαιρετικά δυσδιάκριτη την παρουσία της πληγής που μεγαλώνει. Ξέρει πως η αγωνία των ανθρώπων για το πότε θα πεθάνουν είναι δυσβάσταχτη. Κι εγώ, ως αφηγητής, προσπάθησα να καμουφλάρω τις μελλοντικές πληγές των δικών μου ανθρώπων. Ωστόσο, γνωρίζοντας πως τρεις από τους τέσσερις κεντρικούς χαρακτήρες αυτού του κεφαλαίου θα καταλήξουν νεκροί και πως εμείς θα είμαστε παρόντες, αποφάσισα να τους φανερώσω τον ερχομό ενός μεγάλου πόνου».
Ας έρθουμε, όμως, στην ουσία της αφήγησής του, πέρα από τους νεωτερισμούς που εισάγει και την ιδιαίτερα ευφάνταστη αντίληψη που διαθέτει απέναντι στους ανθρώπους και τα γεγονότα.
Ο συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα του ισπανικού εμφύλιου με μια αντικειμενικότητα που του βγαίνει αβίαστα. Ανασκαλεύοντας το παρελθόν μοιάζει σαν να θέλει να αφυπνίσει και πάλι μια τραυματισμένη συλλογική μνήμη. Χωρίς να μεταφέρει ίχνος εμπάθειας για όσα έγιναν, εμφανώς τοποθετημένος κατά του φασισμού, αναδεικνύει τον Φράνκο ως βασικό υπαίτιο της συμφοράς, ως υποκινητή του εμφυλίου και ως οργανωτή του μετέπειτα πραξικοπήματος.
«Μια μοίρα ανάλογη με το ξεπάγωμα των παιδιών περίμενε και τη χώρα. Αν τίποτα δεν τον εμπόδιζε, ο Φράνκο θα κέρδιζε εκείνο τον πόλεμο και θα επέβαλλε μια δικτατορία για τριάντα έξι χρόνια. Θα πάγωνε κάθε βούληση και κάθε ελευθερία, θα στερούσε την εξουσία από τους αδύναμους και την ψυχή από τους αντιπάλους, και θα επέβαλλε το φολιδωτό περίβλημα του φασισμού σε κάθε σπιθαμή της Ιβηρικής, σαν λέπια επικαλυπτόμενα».
Σίγουρα το μυθιστόρημα είναι ενταγμένο σε μια εποχή τραυματική και πονεμένη με αποκορύφωμα τη μάχη του Εβρου που σηματοδοτεί τη νίκη των φρανκιστών. Αναφέρεται ακόμη στη Μάλαγα, τη Γκερνίκα, τη Μαδρίτη, σε όλες τις πικρές ιστορικές στιγμές που γέννησαν αδυσώπητο πόνο και φρίκη στη ραγισμένη χερσόνησο.
Ο Χέμινγουει, ο Όργουελ, ο Πικάσο, ο Λόρκα δεν λειτουργούν ως απλές διακειμενικές αναφορές στο έργο του, όλοι τους χωρούν στις σελίδες αυτού του βιβλίου ως ζωντανές υπάρξεις, οι ζωές τους συναντώνται και εμπλέκονται με τα πεπρωμένα των φανταστικών ηρώων, καθώς η ιστορία συνενώνεται αρμονικά με τη λογοτεχνία μέσα στην αφήγηση του Ουκλές.
Αυτό κυρίως που το κάνει ξεχωριστό είναι ότι εμμένει στους ανθρώπους, τα ασήμαντα και ανώνυμα θύματα του πολέμου, χωρίς να ξεχνά να αναφερθεί στο ρόλο και τον πόνο των γυναικών, με ιδιαίτερη μνεία στις μανάδες του πολέμου. Στέκεται στις ανθρώπινες ιστορίες και τις φωτίζει, καταφέρνοντας να εισχωρήσει στο απωθημένο της ισπανικής συνείδησης, όχι για να την πληγώσει ξανά αλλά για να της θυμίσει και πάλι αυτά που ίσως θα έπρεπε να θυμάται. Χωρίς να φοβάται να αποχρωματίσει ιδεολογικά τη βία -σε κάποιες περιπτώσεις, βέβαια, γιατί εμφανώς υπήρξε ασύμμετρη- τολμά να δείξει ακρότητες που έγιναν κατά τη διάρκεια του πολέμου και από τις δύο πλευρές, και να παραδεχτεί πως ο εμφύλιος υπήρξε μια βαθιά πληγή που άδειασε σπίτια, ρήμαξε έναν ολόκληρο τόπο, δίχασε τους ανθρώπους, έφερε αντιμέτωπους συντοπίτες, γείτονες, αδερφό με αδερφό.
«Τα πάντα λευκά. Κραυγές. Τύμπανα σπασμένα. Πίεση, αναγούλα, ναυτία.
Τα αδέρφια αναγνωρίζονται.
Ο ένας όρθιος, ντυμένος στα χακί.
Ο άλλος στο χώμα, στα μπλε.
Ούτε ο Θεός ούτε εγώ ξέρουμε πόση ώρα έμειναν να κοιτάζονται.
Ακίνητοι. Δεν σαλεύουν, δεν πλησιάζουν, δεν αγκαλιάζονται, δεν μιλούν.
Αναγνωρίζονται. Αδέρφια.».
Το βιβλίο είναι δαιδαλώδες, πληθωρικό, με πολλά πρόσωπα και πολλά γεγονότα ιστορικά και μυθοπλαστικά, ογκώδες, 850 σελίδες περίπου, αλλά διαβάζεται πολύ εύκολα γιατί μοιάζει με ένα παραμύθι όπου όλα τα απίθανα μπορούν να συμβούν, έχει γρήγορη κα συναρπαστική αφήγηση, φρέσκια ματιά, ποιητικότητα και συχνά αιφνιδιαστική ευρηματικότητα.

