Η «Τονική μετάθεση» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Βασίλη Καψή η οποία κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2026, από τις εκδόσεις Βακχικόν. Διαβάζοντας τη συλλογή, ο αναγνώστης οδηγείται εύκολα στην υπόθεση, ή και στο συμπέρασμα, ότι ο τίτλος είναι εξαιρετικά εύστοχος και μάλλον δικαιολογημένος. Λειτουργεί γλωσσικά και μεταφορικά, ενώ προέρχεται από στίχο ενός ποιήματός του. Η «τονική μετάθεση», η αλλαγή τουτέστιν της θέσης του τόνου σε μια από τις λέξεις, αποτέλεσε γι’ αυτόν έναν τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων του, αφού όπως εξομολογείται «…μια μικρή τονική μετάθεση/σε περιγράφει/αγάπη μου». Ένα άλλο χαρακτηριστικό της μορφής του βιβλίου των εξήντα σελίδων, είναι ότι όλα τα ποιήματα είναι άτιτλα, αλλά στην πραγματικότητα αυτή η παρατήρηση έχει την εξήγησή της, που δεν είναι άλλη από το περιεχόμενο των ποιημάτων του Καψή. Σχεδόν όλα αποτελούν περιγραφή των βαθύτερων απόψεων του ποιητή τις οποίες ξεδιπλώνει αργά και τμηματικά στις σελίδες της συλλογής του. Βεβαίως στα περιεχόμενα στο τέλος της έκδοσης, παρατηρούμε ότι ο τίτλος του καθενός ποιήματος, είναι τελικά ο πρώτος στίχος του. Το βιβλίο αποτελεί τελικά έναν ύμνο για, σχεδόν αποκλειστικά, τον έρωτα, αφήνοντας εκτός νυμφώνος τα τρανταχτά γεγονότα της εποχής, τα γνωστά και μεγάλα προβλήματα των ανθρώπων και του καιρού του. Το κάθε ποίημα μοιάζει να συνεχίζεται κατά κάποιο τρόπο αδιόρατα μέσα στο επόμενο, όπως μια σκέψη που δεν έχει τελειώσει να εκφραστεί όταν ήδη αρχίζει μια άλλη, καινούργια, να εμφανίζεται στο προσκήνιο.
«Γυμνό κορίτσι/καλοκαιριάτικο μεσημέρι στην ύπαιθρο./Χώμα ξανθό που το φιλά ο ήλιος/με μια χούφτα στάχυα/να φυτρώνουν/ανάμεσα στα σκέλια σου», γράφει ο ποιητής στην αρχή-αρχή της συλλογής του. Είναι απολύτως εμφανές ότι τον απασχολεί η περιορισμένη χρονικά στιγμή και εστιάζεται κατά κόρον σε ένα αντικείμενο, ένα σώμα, ένα χρώμα, μια κίνηση, ένα τοπίο, ένα ζευγάρι χέρια, η θάλασσα, τα αστέρια, τα χαλίκια, τα κάγκελα, μια σημαδούρα, ένα δωμάτιο, με τα οποία έρχεται σε επαφή. Όλα μπορούν ξαφνικά να γίνουν αφορμή για ερέθισμα και κινητοποίηση ποιητικής έκφρασης για τον συγκεκριμένο ποιητή. «Το καλοκαίρι/ δεν μπορώ να διαβάσω ποίηση», γράφει σε ένα από αυτά. Και συνεχίζει «Διαβάζω τη θάλασσα/τον ήλιο/τα γυμνά κορμιά των κοριτσιών./Διαβάζω τα χαλίκια/που τρίζουν κάτω/ από τα γυμνά μου πόδια». Και καταλήγει, «Πως να διαβάσω ποίηση το καλοκαίρι/ με τόσα ποιήματα γύρω μου;».
Βεβαίως διαβάζοντας κάποια πληροφοριακά στοιχεία γι’ αυτόν, το επαρκές συγκεκριμένα βιογραφικό του σημείωμα που βρίσκεται στο εσώφυλλο της έκδοσης, πληροφορούμαστε ότι ο Βασίλης Καψής (Αμαλιάδα, 1974) έχει σοβαρές σπουδές στη ζωγραφική, η οποία μάλλον αποτελεί και την κύρια επαγγελματική του ενασχόληση. Έτσι ο χώρος και το αντικείμενο της ζωγραφικής, εικόνες του περιβάλλοντος, σχήματα, γραμμές και χρώματα, δεν θα μπορούσαν επ’ ουδενί να απουσιάζουν με οποιοδήποτε τρόπο από τους στίχους των ποιημάτων του. Ο Βασίλης Καψής έχει σπουδάσει ζωγραφική στην ΑΣΚΤ, στο εργαστήριο του Χρόνη Μπότσογλου και έχει δραστηριοποιηθεί ως εικαστικός και σκηνογράφος. Οι στίχοι του δεν παραπέμπουν σε μεγαλεπήβολες και μεγαλόπνοες σκέψεις, αλλά σε καθημερινές, όμορφες και εκμαυλιστικές εικόνες. «Στις ευθείες γραμμές/βλέπω ορίζοντες./Στις καμπύλες/κόλπους και φιλόξενα λιμάνια./Στις τεθλασμένες/λόφους και βουνά/και στα κυκλάκια/ήλιους και φεγγάρια./Έτσι, χωράω/τον κόσμο στο χαρτί μου./Μόνο τη μορφή σου/δεν κατάφερα να ορίσω/ούτε με γραμμές/ούτε με σχήματα/ούτε καν με χρώμα./Τουλάχιστον/κάπως τα καταφέρνω/ στην ποίηση», επανερχόμενος προφανώς και αναφερόμενος στην αγαπημένη μορφή!
Η ζωγραφική του ενασχόληση φαίνεται και σε πληθώρα άλλων ποιημάτων, όπως για παράδειγμα, εκεί όπου γράφει, «Μια χούφτα αστέρια / σκορπισμένα στον ουρανό / ξεγελούν / κρύβοντας επιμελώς / την άβυσσο». Υπάρχει ένα πολύ μικρό ποίημα που ο ίδιος ο ποιητής επιλέγει ως την καλύτερη εισαγωγή στο βιβλίο: «Ωραία λέξη!/Της πρέπει να γίνει ποίημα»! Με απλό, λιτό λεξιλόγιο, και συνάμα άκρως εκφραστικό, επιλέγει να ξεδιπλώσει τα ολιγόστιχα ποιήματά του, ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της συλλογής. Αντίθετα, χρησιμοποιεί καθημερινές λέξεις, ξεκάθαρη σύνταξη και χαμηλόφωνο υπαινικτικό ύφος, αφήνοντας την ποιητικότητα να προκύψει από τις μεταξύ τους σχέσεις.
Η «Τονική μετάθεση» δεν ενδιαφέρεται τόσο για τον έρωτα ως πάθος όσο για τον έρωτα ως σχέση, είναι βιβλίο περισσότερο για την εφήμερη φύση των πραγμάτων. Η φύση αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της συλλογής, αλλά ποτέ ως ειδυλλιακή εικόνα. Η θάλασσα, ο ουρανός, τα αστέρια, τα χαλίκια, οι σημαδούρες, τα συνήθη τοπία, είναι υλικά μέσα από τα οποία ο άνθρωπος αναμετριέται με κάτι πολύ μεγαλύτερο. Τελικά, θα υποστηρίζαμε ότι η «Τονική μετάθεση» είναι, μια ήρεμη αλλά ουσιαστική πρώτη εμφάνιση. Βιβλίο που δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει με σπάνιες ή δυσνόητες λέξεις, εξεζητημένες μεταφορές ή μεγάλες φιλοσοφικές διακηρύξεις. Έτσι, η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, στις μικρές λέξεις, στις μικρές εικόνες και στον μεγάλο υπαινιγμό. Μια αίσθηση ότι πίσω από κάθε καθημερινό αντικείμενο ή δίπλα σε κάθε λιλιπούτεια στιγμή, υπάρχει κάτι μεγαλύτερο.
Τί πιο χαρακτηριστικό από το ποίημα που αφορά την περιπλάνησή του στα ράφια της βιβλιοθήκης του: «Τα ράφια της βιβλιοθήκης μου είναι γεμάτα σουσάμι/Το σκόρπισε προχθές ο μικρός μου γιος/μασουλώντας ένα κουλουράκι/Τον μάλωσα/ αλλά μετά λέω: ‘Δεν βαριέσαι’/Σήμερα τα μάζεψα/χαϊδεύοντας το ράφι απαλά/ σαν να του χάιδευα το κεφαλάκι»!

