Στην πιο δηκτική, αλλά και πιο πονεμένη από τις μέχρι τώρα συλλογές του, Το παιχνίδι της στάχτης (εκδόσεις Οδός Πανός, 2026), ο Αλεξόπουλος γράφει κυρίως για ένα τέλος αλλά και το κρυφτούλι που συνδέεται μαζί του (το να καμώνεσαι πως δεν το βλέπεις), επομένως για μια βαθιά αληθινή ανθρώπινη συνθήκη και για τη διελκυστίνδα ανάμεσα στο θάρρος και την απόγνωση. Το δεύτερο ποίημα της ενότητας «Game over» είναι απολύτως ενδεικτικό:
Άτιτλο
Σ’ αγαπώ
γιατί μου μοιάζεις
στρουθοκάμηλε
Ολόκληρη η συλλογή διέπεται από την αίσθηση του τέλους, ενός τέλους που έχει ήδη έλθει όμως το ποιητικό υποκείμενο αδυνατεί να δεχθεί με αποτέλεσμα να ολισθαίνει στη σιωπή, μες στην οποία κρύβεται. Το τέλος είναι εκείνο μιας σχέσης και φαίνεται να το προκάλεσε κάποιο φρικτό γεγονός (το ποίημα «Το απόγευμα της 3ης Ιουλίου του έτους 2022 μετά το μνημόσυνο στο νησί της Πάρου ή με τον τρόπο της Άι» είναι εύγλωττο), ανεξάρτητο από τη βούληση του ποιητικού υποκειμένου που είναι και το ίδιο ποιητής. Σαν ποιητής, αντιμετωπίζει την κατάσταση μέσα από την ποίησή του:
Όταν ένα κρύο ρεύμα
διαπερνά τα οστά σου
αναλύεσαι σε σπασμούς και έτσι
καθώς τρέμεις
απαγγέλεις καλύτερα
(από το ποίημα «Delirium tremens»)
Σαν άνθρωπος, τα βάζει με τον Θεό, κόσμια πάντα, διαπιστώνοντας ειρωνικά την υποτίμηση της αγοραστικής αξίας του (βλ. ποίημα «Η υποτίμηση της αγοραστικής αξίας του Θεού»).
Η σιωπή πάντως είναι εργαλείο που βολεύει και τους δύο συμμετέχοντες στη σχέση. Άλλωστε ό,τι δεν ξεστομίζεται δεν έχει ανάγκη αντιμετώπισης, με αποτέλεσμα επίλογος να μη γράφεται ποτέ και το μεταξύ τους να μένει σε διαρκή αναστολή:
Η αγάπη τους καίγεται στο τασάκι
και το σύστημα αυτόματου ποτίσματος Gardena
που αγόρασαν από το Leroy Merlin
τους κρατά στη ζωή
[…]
Δεν ουρλιάζουν
Είναι λύκοι εξημερωμένοι
Έχουν στραγγαλίσει το ουρλιαχτό τους
Γέμισαν την κοιλιά τους
πέτρες βουβές.
Πώς μπορείς να περιγράψεις το κενό που δημιουργείται εκεί που πριν υπήρχε μια αγαπημένη παρουσία; Πώς μπορείς να δικαιολογήσεις το άτομο που αποσύρθηκε συναισθηματικά; Τι μένει μετά από την απόσυρση; Αυτά είναι τα αδυσώπητα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει το ποιητικό υποκείμενο και που επιλέγει να μην το κάνει, αφήνοντας τα πράγματα σε μια αέναη εκκρεμότητα, με την ελπίδα ίσως ότι θα έρθει μια ευνοϊκή ανατροπή. Στο μεταξύ στοχάζεται, διαπιστώνει, διερευνά. Παίρνει έτσι η συλλογή μια φιλοσοφική τροπή, όπως βέβαια όλες οι ποιητικές συλλογές του Αλεξόπουλου που πάντα επιδιώκει να κοιτάζει πίσω από τα προφανή και να αναζητά τις κρυφές συνιστώσες και τις ερμηνείες των πραγμάτων.
Η σχέση για την οποία ο λόγςο, όπως μαθαίνουμε στην ενότητα «Rewind», υπήρξε κυρίως ερωτική. Και ήταν ακριβώς το τέλος του έρωτα που σήμανε το τέλος της σχέσης, γεγονός που το ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει και διατυπώνει με κάθε ευκαιρία: «Η πυρκαγιά μπαταρίας ιόντων λιθίου/ […] Δε σβήνει. Θα τελειώσει από μόνη της/ Όταν εξαντληθεί η καύσιμη ύλη/ Πάνω κάτω όπως συμβαίνει και με τους έρωτες δηλαδή» (ποίημα «Πυρκαγιά ηλεκτρικής μπαταρίας»). Καθώς δεν υπάρχει κουράγιο για άλλες, πιο δραστικές, λύσεις, «οι περισσότεροι […] θα παραμείνουμε/ να παρακολουθήσουμε την ταινία/ μέχρι το τέλος» (ποίημα «Οτανσεπερικυκλωνειοθανατοσταυπολοιπαειναιπασατεμποσεθερινοσινεμα»).
Πολλά ποιήματα αποτελούν ψηφίδες απόγνωσης, μεταξύ αυτών το «Σιωπή ενυδρείου» («Λέξεις/που/σπαράζουν/εντός μου») και το «Πτώσεις» («Κυριακή βράδυ/ Μια πλάτη ακουμπά στον τοίχο/ Γλιστράει και προσγειώνεται/ Σε πόδια λυγισμένα»).
Θα μπορούσε να καταλογίσει κάποιος στο ποιητικό υποκείμενο έλλειψη εμπάθειας. Στο κάτω κάτω ένας θάνατος είναι πολύ σοβαρός λόγος και μπορεί να δικαιολογήσει τη συναισθηματική απόσυρση στην οποία καταφεύγει ένας αγαπημένος άλλος. Κάποτε βέβαια είναι καλό όλοι να συνέρχονται. Ίσως ακόμη και το ποιητικό υποκείμενο από το δράμα του.
Ίσως. Μάλλον αυτός είναι και ο λόγος που η ενότητα «Restart» φαινομενικά ακουμπά μεγαλύτερο θεματικό εύρος, ένα υποψιασμένο μάτι ωστόσο θα διακρίνει την απελπισία που κρύβεται και εδώ. Στο ποίημα «Ανακύκλωση», για παράδειγμα, λόγος γίνεται για τα κουτάκια μπίρας που πίνει κάποιος και τον ήχο που κάνουν καθώς χτυπούν μεταξύ τους – αλλά πίνουμε πολύ όταν είμαστε απογοητευμένοι κι έχουμε αντάρα μέσα μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα ποιήματα τα οποία διαπερνά η αίσθηση της ματαίωσης, αδιακρίτως.
Το ποιητικό υποκείμενο θρηνεί. Και θρηνεί με τον τρόπο του Αλεξόπουλου: ειρωνευόμενο (τον εαυτό του πρώτα), σαρκαζόμενο (τρώγοντας πρώτα τις ίδιες του τις σάρκες), δηκτικό – πρωτίστως πονεμένο και ευαίσθητο, αφού όλα τα άλλα έρχονται σαν αντίδραση. Και, στη διαδικασία, ανιχνεύοντας τις υφές του πόνου, της σχέσης και του εαυτού:
Το τατουάζ
Χτύπησα τατουάζ
Ένα καρφί
Κάθε τόσο
Το στρίβο
Να πονέσω
Να νιώσω
Ζωντανός
Η συναισθηματική απόσυρση της συντρόφου έχει οδηγήσει στη συναισθηματική απονεύρωση του ποιητικού υποκειμένου. Άραγε, θα μπορέσει να το σώσει η ποίηση; Όχι, αν πιστέψουμε το «Επίμετρο»:
Μυστικό
Η ποίηση ακονίζει
δε θεραπεύει το πένθος
Ασφαλώς δεν το θεραπεύει, αφού αναγκάζει σε μηρυκασμό των συνθηκών που το δημιούργησαν. Αποτελεί όμως μια παραμυθητική αχτίδα και μια καταφυγή τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη.

