Απροσδόκητη στα σημεία και άκρως διεισδυτική είναι η ποιητική αυτή συλλογή της Ηρώς Τριγώνη (Κάπα εκδοτική, 2025) που παίζει με την έννοια του ανοιχτού σημείου, μια έννοια που «οι μαθηματικοί λένε ότι δεν γνωρίζουν […] το σημείο θεωρείται αδιάστατο/ χωρίς ιδιότητες χωρικές./ Η έννοια σημείο όμως/ με διάσταση και οντότητα/ έχει άλλη γνώμη», την οποία η ίδια γνωρίζει καλά:
13.
Υπάρχει ένα σημείο
εκεί που συναντιούνται
συνέχεια με ασυνέχεια
οι δυο τους
ο θάνατος
και η ζωή
μόλις σμίξουν
εμφανίζεται η αθανασία
ανοιχτό σημείο το λένε
Ραντεβού εκεί
Και πράγματι, η ποιητική της συλλογή χωρίζεται στα επιμέρους αυτά στοιχεία-ενότητες: τον θάνατο πρώτα, έπειτα τη ζωή, και στο τέλος την αθανασία. Κάθε ενότητα λειτουργεί διαφορετικά, ωστόσο και οι τρεις μαζί συνθέτουν ένα ενιαίο, βαθυστόχαστο και συγκινητικό σύνολο, αυτοβιογραφικής ποιότητας, που στιγματίζεται από τον όλεθρο μιας σημαντικής απώλειας.
Έτσι, το εναρκτήριο ποίημα της πρώτης ενότητας μιλά για τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου που ο αναγνώστης εικάζει ότι πρόκειται για τον πατέρα, ο θάνατος του οποίου αποκαλύπτεται απερίφραστα στην τελευταία ενότητα. Ωστόσο, δεν ενδιαφέρει τόσο ποιανού είναι ο θάνατος σε αυτό το εναρκτήριο ποίημα, όσο το πώς γίνεται η διαπραγμάτευσή του:
Τι σ’ έπιασε κι έφυγες την ώρα του πρωινού
ώρα θανάτου 9.15 μπορεί 9.20 ή μπορεί 9.25
με ένα αχ και μια γοερή κραυγή
κάποιοι παίρνουν πρωινό αυτή την ώρα
δεν με σκέφτηκες
Ο θάνατος γι’ αυτόν που μένει πίσω είναι το σημείο του χαμού, το σημείο που σηματοδοτεί το «όχι πια» της ύπαρξης του αγαπημένου προσώπου και το ποιητικό υποκείμενο εδώ το διαπραγματεύεται με θρήνο. Είναι ένας θρήνος που εκτείνεται και στα επόμενα ποιήματα τα οποία μιλούν για κλάμα και δάκρυ, ανώφελα κι αυτά, καθώς μένει η «απώλεια στη φλέβα σου» και καθώς, παρότι ρουφάς όλες τις θάλασσες, «μα θάλασσα δεν έγιν[ες]/ ένα μικρό κομμάτι χώμα εί[σ]αι/ πρωί μεσημέρι βράδυ» («3.»), παραμένεις δεμένος στη γη. Βέβαια, ο θάνατος δημιουργεί παράπλευρες απώλειες στο σώμα εκείνου που μένει («6.»): «Ταράχτηκαν τα σωθικά μου/ με τον θάνατό σου/ αλλάξανε θέση τα όργανα […] η καρδιά η καρδιά;/ πού είναι η καρδιά; […] δεν αντέχω άλλο/ ράγισα/ μη με υπολογίζετε/ βγάλτε τα πέρα μόνοι σας/ κανένα από τα σωθικά δεν είπε λέξη […] κι έτσι ταραγμένα και σιωπηλά// συνεχίσαμε». Όπως δηλώνεται και παρακάτω («9.»), «επειδή αναπνέω/ δεν σημαίνει πως ζω […] μην ξεγελιέστε με όλους εμάς/ που κάτω από το δέρμα έχουμε/ πληγή». Η απώλεια είναι τόσο σημαντική που μοιάζει με το τέλος του κόσμου, παρασύρει στον χαμό και εκείνον που μένει.
Ωστόσο η δεύτερη ενότητα, για τη ζωή, θησαυρίζει διάφορα περιστατικά, με έντονο το στοιχείο του απροσδόκητου στον τρόπο που τα διαχειρίζεται η ποιήτρια, τα οποία παρουσιάζουν τη ζωή σαν ένα απέραντο ψηφιδωτό στιγμών, συχνά όμορων με τον θάνατο, που όμως αναδεικνύουν το πείσμα της, την επιμονή της να αναδύεται, να ριζώνει και να θεριεύει παρά τις αντιξοότητες:
Ένα δύο τρία
Το αίμα τρέχει γρήγορα
Όταν κοιτώ τα δέντρα
Όταν σου χάιδευα το κεφάλι
Όταν έχει σύννεφα
Όταν βρίσκω υλικά
Όταν το σώμα μου βρίσκεται σε τροχιά
Όταν τα χρώματα βγαίνουν από τον πίνακα
και με κυνηγούν στο δωμάτιο
Όταν το μανταρίνι είναι γλυκό
Ξέρεις κάτι;
Θα μπορούσε να είναι
ένας μακρύς κατάλογος
αλλά και με
ένα
δύο
τρία
από αυτά
τη βγάζεις καθαρή
σε δύσκολες μέρες
Τα μικρά πράγματα σώζουν. Είναι αυτά πάνω στα οποία στέκεται το βλέμμα, που εξακολουθεί να θρηνεί αλλά συνεχίζει να υπάρχει στηριζόμενο ακριβώς πάνω σε αυτά: «…το ωραίο χρειάζεται μεγαλύτερο ηρωισμό από το άσχημο/ Ένα μικρό κλικ είναι και σπας για πάντα/ από ένα ανεξήγητο ήπιο καλοσυνάτο αεράκι/ απόγευμα Αυγούστου/ κάτω από το πιο μοναχικό δέντρο της μεγάλης πόλης/ εκεί που παλιά, λέει, ήταν ένα σινεμά» («Ήρωες»). Η άνοιξη πάντα έρχεται και ξανάρχεται, όπως όλες οι εποχές και «η μεγάλη ευτυχία μοιάζει με τη μεγάλη δυστυχία» («Σοβαρέψου φυλλαράκι»), ενώ ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ευτυχισμένος επειδή, ενώ έβρεχε πολύ, «στεκόταν κάτω από ένα δέντρο/ έτρωγε ένα κουλούρι» και ζούσε τη στιγμή του («Μια φορά»).
Το τρίτο και τελευταίο μέρος, η αθανασία, είναι ένα μεγάλο ενιαίο ποίημα, ουσιαστικά ένας μονόλογος της ποιήτριας με θέμα τα πόδια της. Το τρίτο αυτό μέρος έχει την εντονότερη αυτοβιογραφική χροιά αλλά και πολλά πεζολογικά στοιχεία που ίσως μαρτυρούν μεγαλύτερη συναισθηματική και ψυχική φόρτιση. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται το γεγονός ότι εκείνη ήρθε στον κόσμο με τα πόδια αντί με το κεφάλι, όπως και ο γιος της κατόπιν, δυσκολεύοντας «πολύ τα ήδη δύσκολα». Τα πόδια της ήταν το μέτρο του θρήνου όταν «στο κέντρο της πόλης/ δέχτηκα το τηλεφώνημα για τον θάνατο του πατέρα μου/ Άρχισα να τρέχω,/ έτρεχα χωρίς δάκρυα,/ με την ένταση του κλάματος,/ κι όταν άρχισα να περπατάω/ ξεκίνησε το κλάμα/ Στον θάνατο τρέχοντας/ στη ζωή περπατώντας», τα πόδια της την έφεραν ασφαλή στο σπίτι όταν βρέθηκε σε κίνδυνο από κάποιον που την ακολουθούσε ένα βράδυ, στα πόδια της στάθηκε μετά από ένα σοβαρό ατύχημα:
Ο άνθρωπος περπατάει
για να νιώθει
να σκέφτεται
να αποφασίζει.
Ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει περπατήσει ποτέ
τα πέλματά του γνωρίζουν,
γιατί η ιστορία του ανθρώπου
είναι γραμμένη εκεί.
[…]
«Μπορείς να πας με τα πόδια μέχρι την αθανασία. Το ξέρεις αυτό»
[…]
Οι ιστορίες γράφονται από τα πέλματά μας.
Οι ιστορίες γράφονται και με τους στίχους μας, τους εξομολογητικούς, τους τρυφερούς, τους δίκαιους και τους καλοσυνάτους. Αλλά και τους απελπισμένους, τους σαρωτικούς, τους συγκινητικούς. Ιστορίες και στίχοι μιας ζωής που αγγίχτηκε και που αγγίζει, «από το τίποτα, στην ύπαρξη, με την ταπεινότητα της συντριβής και τη γενναιότητα του ανθρώπινου. Εσωτερικές σεισμικές μετατοπίσεις και κραδασμοί που καταλήγουν στο ανοιχτό σημείο. Ένα ντοκιμαντέρ λέξεων». Ακριβώς αυτό είναι τούτο το βιβλίο, όπως εύστοχα σημειώνεται και στο οπισθόφυλλό του.

