Η ποιητική της επιθυμίας και της έλλειψης (για το βιβλίο «Πρός-τυχη κατεύθυνση» του Μπάμπη Καψάλη, ISBN: 978-618-5928-28-5)
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Η ποιητική συλλογή Πρός-τυχη κατεύθυνση του Μπάμπη Καψάλη (Θράκα, 2026) αποτελεί ένα από εκείνα τα βιβλία που αρνούνται να ενταχθούν σε ένα μόνο λογοτεχνικό είδος. Πρόκειται για μια σύνθεση ποιημάτων, θραυσμάτων, φιλοσοφικών στοχασμών, μικρών αφηγηματικών σκηνών και οπτικών συνθέσεων που συγκροτούν ένα ενιαίο σύμπαν, όπου ο έρωτας, το σώμα, η επιθυμία και ο θάνατος συνδιαλέγονται διαρκώς. Δεν υπάρχει μια γραμμική ιστορία, αλλά μια διαρκής περιπλάνηση της σκέψης και του βλέμματος. Από την πρώτη κιόλας σελίδα ο συγγραφέας δηλώνει την πρόθεσή του μέσα από τη λιτή φράση: «κομίζω τις μέρες μου στον ήλιο» (σ.11). Η φράση λειτουργεί ως ποιητικό μανιφέστο. Οι μέρες μετατρέπονται σε προσφορά προς το φως, ενώ η καθημερινότητα αποκτά υπαρξιακή βαρύτητα. Το βιβλίο δεν αφηγείται γεγονότα· καταγράφει την εμπειρία της ύπαρξης.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί το πρώτο και ίσως σημαντικότερο ερμηνευτικό κλειδί. Η επιλογή της γραφής Πρός-τυχη κατεύθυνση, με τη διάσπαση της λέξης «πρόστυχη», δημιουργεί μια πολυσημία που καθορίζει ολόκληρο το έργο. Από τη μία πλευρά παραπέμπει στην έννοια του πρόστυχου και του ανοίκειου, στοιχεία που διατρέχουν τον ερωτικό του λόγο. Από την άλλη, η διάσπαση της λέξης σε «προς» και «τύχη» μετατρέπει την πρόστυχη πράξη σε μια πορεία προς το τυχαίο, το αβέβαιο και το απρόβλεπτο. Ο έρωτας, η επιθυμία και η ύπαρξη παρουσιάζονται ως μια συνεχής μετακίνηση χωρίς ασφαλή προορισμό, μια κατεύθυνση που δεν καθορίζεται από τη λογική αλλά από τη μανία, το πάθος και τη συνάντηση με το άγνωστο.

Η αισθητική του εξωφύλλου έργο του ιδίου με τίτλο Χειρονομία συνομιλεί άμεσα με τον εσωτερικό κόσμο του έργου. Το απαλό γαλάζιο φόντο δημιουργεί μια αίσθηση γαλήνης και περισυλλογής, η οποία αντιπαραβάλλεται με την έντονα παραμορφωμένη ανθρώπινη μορφή που δεσπόζει στο κέντρο της σύνθεσης. Οι εξπρεσιονιστικές γραμμές, οι τολμηρές χρωματικές αντιθέσεις και η διάχυση των περιγραμμάτων αποδομούν την εικόνα του ιδανικού σώματος, προτείνοντας μια διαφορετική ανάγνωση της σωματικότητας: το σώμα ως φορέα μνήμης, επιθυμίας, τραύματος και φθοράς. Με αυτόν τον τρόπο, το εξώφυλλο προϊδεάζει τον αναγνώστη για μια λογοτεχνία που δεν αναζητά την ομορφιά της τελειότητας αλλά την αλήθεια της ανθρώπινης ατέλειας, της έλλειψης και της διαρκούς μεταμόρφωσης

Η κυρίαρχη θεματική του έργου είναι ο ερωτισμός ως υπαρξιακή εμπειρία. Ο συγγραφέας συνομιλεί εξαρχής με τον Ζωρζ Μπατάιγ και την ιδέα ότι η εξοικείωση με τον θάνατο περνά μέσα από την αποδοχή μιας ακόλαστης ιδέας. Ο ερωτισμός εδώ δεν είναι εξιδανικευμένος αλλά βαθιά ανθρώπινος, συνδεδεμένος με την ατέλεια και την έλλειψη. Η πιο χαρακτηριστική ίσως εικόνα του βιβλίου είναι η φράση: «Ο ιδρώτας των γυμνών κορμιών που ηδονίζονται είναι τα δάκρυα του ανολοκλήρωτου» (σ.14). Ο ιδρώτας μετατρέπεται σε δάκρυ και η ηδονή σε επίγνωση ότι καμία ένωση δεν είναι οριστική. Η επιθυμία δεν καταργεί την έλλειψη αλλά την αποκαλύπτει.

Το σώμα αποτελεί τη βασική γλώσσα του έργου. Δεν περιγράφεται ως ενιαία μορφή αλλά ως αποσπασματική εμπειρία. Οι λέξεις διασκορπίζονται στη σελίδα (σ.13):

Η τυπογραφική αυτή επιλογή μετατρέπει τη σελίδα σε εικαστική σύνθεση. Το βλέμμα του/της αναγνώστη/-στριας περιπλανιέται όπως και η επιθυμία, χωρίς προκαθορισμένη πορεία. Η λευκή επιφάνεια της σελίδας λειτουργεί ως σιωπή, ενώ οι αποστάσεις ανάμεσα στις λέξεις αποκτούν τη σημασία που έχουν οι παύσεις μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία.

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο κατέχει ο Άχνος, μια μορφή που δεν λειτουργεί ως συμβατικός χαρακτήρας αλλά ως ποιητικό σύμβολο. Το ίδιο του το όνομα παραπέμπει σε κάτι ασαφές και φευγαλέο, σε ένα ίχνος που υπάρχει χωρίς να μπορεί να οριστεί πλήρως. Η πιο χαρακτηριστική στιγμή του είναι η εξομολόγησή του: «Έχω ερωτευτεί κάτι άφυλο. Τώρα είμαι μέθη»(σ.16). Η φράση αυτή συμπυκνώνει την ουσία του βιβλίου. Ο έρωτας δεν αφορά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο αλλά μια κατάσταση ύπαρξης. Ο Άχνος μετατρέπεται ο ίδιος σε επιθυμία, σε μια μέθη που υπερβαίνει τις κοινωνικές κατηγορίες και τις σταθερές ταυτότητες.

Η φιλοσοφική διάσταση του έργου γίνεται ακόμη πιο εμφανής μέσα από εικόνες που συνδυάζουν το σώμα με τη μεταφυσική: «Αν μια μαθηματική εξίσωση κατάφερνε να υπολογίσει την χαμένη ενέργεια, το άθροισμά της θα ισούταν με τον Θεό» (σ.15).Η πρόταση αυτή συνοψίζει την αισθητική του βιβλίου. Η ερωτική ενέργεια αποκτά κοσμολογικές διαστάσεις και η ανθρώπινη επιθυμία εμφανίζεται ως μια δύναμη που συνδέει το πεπερασμένο με το άπειρο.

Η γλώσσα του Καψάλη είναι ιδιαίτερα συμπυκνωμένη, ελλειπτική και ποιητική. Οι σύντομες φράσεις λειτουργούν ως αφορισμοί, ενώ οι μεταφορές δημιουργούν ένα συνεχές πεδίο συμβολισμών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φράση: «…Είναι κομμάτια ενός παζλ που αγοράστηκε λειψό εξαρχής» (σ.55). Πρόκειται για μία από τις πιο ολοκληρωμένες μεταφορές του βιβλίου, καθώς εκφράζει την αντίληψη ότι ο άνθρωπος δεν χάνει την πληρότητά του στην πορεία της ζωής αλλά γεννιέται ήδη ανολοκλήρωτος, αναζητώντας διαρκώς αυτό που λείπει.

Το ύφος ισορροπεί ανάμεσα στον λυρισμό και στον φιλοσοφικό στοχασμό. Οι αναφορές στον Πλάτωνα, τον Γιουνγκ, τον Μπατάιγ, τον Ντε Σαντ, την Κίρκη και τον Γουστάβο Άσσενμπαχ του Τόμας Μαν δεν λειτουργούν ως επιδείξεις γνώσης αλλά ως οργανικά στοιχεία μιας ευρύτερης συνομιλίας γύρω από την επιθυμία, τη μανία, την αυτοκαταστροφή και τη δυνατότητα της ένωσης.

Η μορφή του βιβλίου ενισχύει αυτή την εμπειρία. Οι αριστερές σελίδες φιλοξενούν κυρίως αφηγηματικά στιγμιότυπα και προσωπικούς στοχασμούς, ενώ οι δεξιές λειτουργούν ως αντίστιξη μέσα από αφορισμούς, ποιητικές εικόνες ή φιλοσοφικές αναφορές. Έτσι δημιουργείται ένας διάλογος ανάμεσα στο βίωμα και στη θεωρία, ανάμεσα στο σώμα και στη σκέψη.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η αυτοαναφορικότητα του έργου. Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα ο αφηγητής δηλώνει: «Είμαι ο αφηγητής μιας ιστορίας που καταρρέει από την αρχή της…» (σ. 56). Η φράση αυτή αποτελεί το αισθητικό πρόγραμμα ολόκληρου του βιβλίου. Η ασυνέχεια, το θραύσμα και η αποσπασματικότητα δεν αποτελούν αδυναμία αλλά συνειδητή επιλογή. Η αλήθεια δεν παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο αφήγημα αλλά ως μια σειρά από εικόνες που φωτίζονται στιγμιαία πριν χαθούν ξανά.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται αφήνοντας τον/την αναγνώστη/-στρια με ένα ερώτημα που συνοψίζει τη φιλοσοφική του αγωνία: «Συχνά αναρωτιέμαι αν ερεθίζομαι από το παρόν ή απλώς από τα ερεθίσματά του…» (σ.42). Μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται ολόκληρη η προβληματική του βιβλίου Πρός-τυχη κατεύθυνση. Ο άνθρωπος βιώνει τον κόσμο ή τις προβολές του; Επιθυμεί πραγματικά ή επιθυμεί την ίδια την επιθυμία;

Ο Μπάμπης Καψάλης παραδίδει ένα έργο που αρνείται τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις και προτείνει μια λογοτεχνία του θραύσματος, της έλλειψης και της διαρκούς αναζήτησης. Η Πρός-τυχη κατεύθυνση δεν είναι απλώς μια συλλογή ποιητικών και πεζών αποσπασμάτων· είναι μια στοχαστική χαρτογράφηση του ανθρώπινου σώματος και της επιθυμίας, μια διαδρομή όπου η ποίηση, η φιλοσοφία και η εικόνα συνθέτουν ένα από τα πιο ιδιότυπα και απαιτητικά δείγματα της σύγχρονης ελληνικής γραφής.

Περισσοτερα αρθρα