Απόδοση-Σχόλια: Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Γέφυρα μέσα από το παράθυρό μου
Μια καμπύλη σκαμμένη και στολισμένη με φως
μαργαριτάρια ξεσπούν και κυλούν
στα απλωμένα χέρια μου προς τη γη.
Ω γέφυρα, αδελφή μου, ευλόγησέ με
πριν κοιμηθώ
ο άγριος αέρας μακραίνει
και είμαι εξαντλημένη
πέρα από κάθε δύναμη ή αντοχή
πάνω από το νερό.
Αγάπη μου, είμαστε και οι δύο ακτές
μια αριστερή χώρα όπου ο χρόνος αρκεί
και η δεξιά γη
όπου τα μαργαριτάρια κυλούν στη γη
και ξεφυτρώνουν την ημέρα.
Ενωμένα
τα σώματά μας κάνουν ένα πέρασμα
χωρίς να συγχωνευθούν
καθώς αυτό το λεπτό κολιέ
είναι αγκυροβολημένο στη νύχτα.
Και ενώ το εμείς συνωμοτεί
να κρύψει τα δύο του μάτια
ψάχνουμε την άλλη όχθη
για κάποιο πέρασμα προς το σπίτι.
Bridge through my window
In-curve scooped out and necklaced with light/burst pearls stream down/my outstretched
arms to earth./Oh bridge my sister bless me/before I sleep/the wild air is lengthening/and
I am tried/beyond strength or bearing/over water.
Love, we are both shorelines/a left country where time suffices/and the right
land/where pearls roll into earth/and spring up day./Joined/our bodies make a
passage/without merging/as this slim necklace/is anchored into night.
And while the we conspires/to make secret its two eyes/we search the other shore/for
some crossing home.
Η «Γέφυρα μέσα από το παράθυρό μου» (Bridge Through My Windows) είναι ένα από τα πρώιμα και ιδιαίτερα λυρικά ποιήματα της Όντρι Λορντ. Μάλλον αναφέρεται στη γέφυρα του Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη, εκεί όπου γεννήθηκε και έζησε η ποιήτρια και προφανώς την χρησιμοποιεί ως μεταφορά για τη σύνδεση, την οικειότητα και την ανθρώπινη επαφή. Το ποίημα προφανώς υπαινίσσεται σε κάποια βαθιά ερωτική ή συναισθηματική σύνδεση, όπου δύο άνθρωποι ενώνονται αλλά ταυτόχρονα διατηρούν την ξεχωριστή τους ταυτότητα.
★★★★★
Πατέρα, ο χρόνος πέρασε
Πατέρα, ο χρόνος πέρασε
φύλλα στολίζουν το ευαίσθητο κορμί μου
σαν ψωμάκι
ένα θραύσμα λαμπρού καλοκαιριού
με τρύπησε
και παραμένει.
Μόνο χάρη σε αυτό το αμετάβλητο κόκαλο
δεν είμαι νεκρή
αλλά περιμένω.
Όταν η τελευταία ζεστασιά χαθεί
θα υπομείνω
το χιόνι.
Father, the year is fallen
Father the year has fallen/leaves bedeck my careful flesh/like scone/one shard of brilliant
summer/pierced me/and remains. /By this only unregenerate bone/I am not dead/but waiting.
When the last warmth is gone/I shall bear in/the snow.
Το ποίημα «Father, the Year is Fallen» (1961) της Όντρι Λορντ ξεδιπλώνει και σκιαγραφεί θέματα αντοχής και ελπίδας εν μέσω της απώλειας, χρησιμοποιώντας την εικόνα των πεσμένων φύλλων του φθινοπώρου. Την ίδια στιγμή, η ποιήτρια δηλώνει την καρτερικότητα, και την εκπεφρασμένη της απόφαση για επιβίωση μέσα στην ψυχρότητα του επερχόμενου χειμώνα, με ότι φυσικά αυτό υπαινίσσεται.
★★★★★
Οικογενειακή ομοιότητα
Η αδελφή μου έχει τα μαλλιά μου, το στόμα μου, τα μάτια μου
Και την θεωρώ αναξιόπιστη.
Όταν ήταν μικρή, και ανοιχτή σε κάθε πυρετό
Φορώντας χρυσό σαν πέπλο τύχης στο πρόσωπό της,
Περίμενε μέσα από κάθε βροχή ένα όνειρο φωτός.
Αλλά ο ήλιος ανέτειλε
Καίγοντας τα μάτια μας σαν κρύσταλλο
Λευκαίνοντας τον ουρανό της υπόσχεσης και
Η αδελφή μου στεκόταν
Μαύρη, καταρρακωμένη και άπιστη
Τρέμοντας στην πρώτη κρύα εκδήλωση αγάπης.
Είδα το χρυσάφι της να γίνεται μια αψίδα
Όπου ο εφιάλτης κυνηγούσε
Κάτω από τις βεράντες
Των ανήσυχων νυχτών της.
Τώρα μέσα από τις ηχώ της άρνησης
Περπατά μια ξεθωριασμένη πλευρά της λογικής
Μυστική πια
Η αδελφή μου δεν περιμένει ποτέ,
Ούτε θρηνεί το χρυσάφι που έφυγε από το κρεβάτι της.
Η αδελφή μου έχει τη γλώσσα μου
Και όλη τη σάρκα μου αναπάντητη
Και την θεωρώ αναξιόπιστη σαν πέτρα.
A Family Resemblance
My sister has my hair my mouth my eyes/And I presume her trustless/When she was
young, and open to any fever/Wearing gold like a veil of fortune on her face/She waited
through each rain a dream of light.
But the sun came up/Burning our eyes like crystal/Bleaching the sky of promise and/My
sister stood/Black, unblessed and unbelieving/Shivering in the first cold show of love.
I saw her gold become an arch/Where nightmare hunted/Down the porches/Of her
restless nights/Now through the echoes of denial/She walks a bleached side of
reason/Secret now/My sister never waits/Nor mourns the gold that wandered from her bed.
My sister has my tongue/And all my flesh unanswered/And I presume her trustless as a stone.
Η «Οικογενειακή ομοιότητα» (A Family Resemblance) της Όντρι Λορντ, ρίχνει φως στη σχέση μεταξύ δύο αδελφών, την έλλειψη εμπιστοσύνης που υπήρχε ανάμεσά τους και το πώς το τραύμα ή οι πολυποίκιλες κοινωνικές πιέσεις αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου τους ανθρώπους. Η Λορντ χρησιμοποιεί την ιδέα της εξωτερικής ομοιότητας των δύο αδελφών για να δείξει την αντίθεση των χαρακτήρων τους. Η ομοιότητα της ποιήτριας με την αδελφή της στα μαλλιά, το στόμα και τα μάτια αποδεικνύεται εν τέλει φαινομενική και παραπλανητική, καθώς τη θεωρεί ανάξια εμπιστοσύνης. Η παιδική της αθωότητα σταδιακά χάθηκε κάτω από το σκληρό φως της πραγματικότητας. Πέρα, όμως, από την διαπροσωπική σχέση των δύο αδελφών, η Λορντ συνδέει και τη φυλή με την ευάλωτη θέση της γυναίκας μέσα σε έναν σκληρό και αφιλόξενο, εν πολλοίς, κόσμο. Βλέποντας την αδελφή της να κλείνεται στον εαυτό της, η ποιήτρια αναλογίζεται τον δικό της φόβο και την απώλεια εμπιστοσύνης στους γύρω της. Το ποίημα ακόμα ξεδιπλώνει την απογοήτευση που βιώνουν οι μαύρες γυναίκες ακόμα και μέσα στον πιο στενό οικογενειακό τους κύκλο, και φυσικά την ανάγκη τους για συναισθηματική επιβίωση.
Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

