“Πιο πέρα από τη θάλασσα” του Πολ Λιντς (ISBN: 9789600127416)
Ήλια Λούτα

Ο Ιρλανδός συγγραφέας Πολ Λιντς επισκέφθηκε πολύ πρόσφατα τη χώρα μας, μιας και ήταν κεντρικός προσκεκλημένος στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας που πραγματοποιήθηκε στις 27-29 Μαρτίου 2026 στην Τεχνόπολη στο Γκάζι. Πρόσφατα μάλιστα κυκλοφόρησε και το βιβλίο του Πιο πέρα από τη θάλασσα από τις εκδόσεις Gutenberg, αν και χρονικά είναι προγενέστερο από το βιβλίο του Το τραγούδι του Προφήτη, ένα δυστοπικό μυθιστόρημα που έλαβε το 2023 το βραβείο Booker.

Και στα δύο βιβλία η ατμόσφαιρα είναι πνιγηρή και το μέλλον φαντάζει δύσκολο. Στο Πιο πέρα από τη θάλασσα η δράση όλη εξελίσσεται πάνω σε μια βάρκα στον Ειρηνικό ωκεανό.

Μπορεί στην ανοιχτή θάλασσα, στο βαθύ ωκεανό να δημιουργηθεί ένα κλειστοφοβικό σύμπαν; Με χαρακτηριστικά που θυμίζουν αρκετά τον επίσης σπουδαίο Ιρλανδό συγγραφέα Σάμουελ Μπέκετ, ο συγγραφέας πλάθει μια δυστοπική ιστορία επιβίωσης και υπαρξιακής αγωνίας σε μια αδυσώπητη, σταθερά επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα.

Η υπόθεση έχει ως εξής. Μια μέρα με κακοκαιρία ο Μπολίβαρ ένας έμπειρος ψαράς, πιεσμένος από χρέη αποφασίζει να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του στον Ειρηνικό, αψηφώντας όλες τις προειδοποιήσεις. Ωστόσο κανένας δεν θέλει να πάει μαζί του. Οταν βρίσκει τον μοναδικό πρόθυμο να τον ακολουθήσει, το νεαρό μα άπειρο Χέκτορ, ανοίγονται οι δυο τους στον ωκεανό ώσπου τους βρίσκει η καταιγίδα και χάνονται.

«Ο Μπολίβαρ σκύβει αποφεύγοντας άλλο κύμα, ανοιγοκλείνει τα μάτια διώχνοντας την αρμύρα. Του παίρνει μια στιγμή μέχρι να καταφέρει να δει ξανά. Να ο Χέκτορ, αποσβολωμένος αλλά ζωντανός, ένα ζώο που μόλις γεννιέται. Το στόμα του πασχίζει να ρουφήξει αέρα, τα μάτια του πρησμένα, δυο σχισμάδες, το κορμί του μουσκίδι, και κολλάει. Γυρίζει στο πλάι, φτύνει νερό, αρχίζει να κινείται σαν να ‘ρχεται τώρα για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το βάρος και την ανάσα του».

Από κει και πέρα ο συγγραφέας εγκαταλείπει τους δυο ήρωες, αφήνοντάς τους να πλέουν μόνοι στα ανοιχτά πάνω σε μια βάρκα…

Το υλικό της αφήγησης εξαιρετικά μινιμαλιστικό, μονάχα το νερό και δυο άνθρωποι, χωρίς άλλη επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Οι μέρες μεγάλες κι απαράλλεκτες μεταξύ τους. Χρειάζεται να χαράσσουν γραμμές στη βάρκα για να προσδιορίσουν το χρόνο.

Με αυτά τα λιγοστά στοιχεία θα κτιστεί, θα δουλευτεί και θα εξελιχθεί ολόκληρη η πλοκή του μυθιστορήματος σε καταστάσεις ακραίας επιβίωσης, όπου η πείνα και η δίψα γίνονται εχθροί που πρέπει να αντιμετωπίζουν καθημερινά: «Βλέπει ότι το πουλί που σκότωσε είναι άλμπατρος. Κοιτάζει τα ματωμένα χέρια του. Μαδάει το πουλί, το ανοίγει, το καθαρίζει. Τα σπλάχνα του είναι γεμάτα πλαστικά, που δεν τα ΄χει χωνέψει. Κόβει λίγο κρέας από το στήθος και το βάζει στην άλμη».

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τους δυο ήρωες σε μια δύσκολη καθημερινότητα αλλά και σε μια εξαιρετικά δύσκολη συνύπαρξη, σε ένα οδοιπορικό που κινείται μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ ελπίδας και απελπισίας. Ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι μοιάζουν να βρίσκονται οι δυο ήρωες, αντιμέτωποι με έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης που τους φέρνει τελικά αντιμέτωπους με τον ίδιο τους τον εαυτό και όσα τους στοιχειώνουν.

Πολύ σύντομα αρχίζουν να μιλούν για τη ζωή τους. Οχι για το αύριο, για αυτό που ίσως δεν έρθει ποτέ, αλλά για το χτες, για τα περασμένα, για τα σημάδια που άφησε πάνω τους η μέχρι τώρα ζωή τους. Το παρελθόν αλλά και όσα πιθανόν συμβαίνουν τώρα, εν τη απουσία τους, μοιάζουν να απασχολούν τη σκέψη τους βασανιστικά και τότε μια άλλη μορφή δυστυχίας βγαίνει στην επιφάνεια.

Ο λόγος του συγγραφέα είναι εξαιρετικά λιτός και κοφτός με αφήγηση και διαλόγους που εξελίσσονται σε ενεστώτα χρόνο. Στιγμές στιγμές, τόσο κοφτός που δημιουργεί μια ένταση στον αναγνώστη καθώς βλέπει σχεδόν μπροστά του δυο ανθρώπους να υποφέρουν. Με έναν κόμπο στο λαιμό, με ένα σφίξιμο στο στήθος, ο αναγνώστης παρακολουθεί το νεαρό Χέκτορ που ολοένα εξασθενεί, καθώς οι δυνάμεις του και η θέλησή του για ζωή τον εγκαταλείπουν. Καταφεύγει στη θρησκεία για να βρει συμπαράσταση, προσπαθεί να αντλήσει δύναμη από το θεϊκό, μα οι δυνάμεις του μοιάζουν να τον προδίδουν.

Σε αντίθεση με αυτόν που βρίσκεται στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, ο Μπολίβαρ φαίνεται πιο ισχυρός, πιο θεληματικός, πιο δυναμικός.

Ο τρόπος που χειρίζεται την αφήγησή του ο συγγραφέας είναι επίσης ιδιαίτερος, καθώς κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό, αλλάζοντας επίπεδα αβίαστα. Κι ενώ η αφήγηση εξελίσσεται, με μια ανατροπή διαταράσσει τη ρεαλιστική αφήγηση, δραπετεύει στο χώρο του φανταστικού δημιουργώντας από δω και πέρα ένα υπαρξιακό θρίλερ. Και σύντομα η λογική υποχωρεί και αρχίζει να κυριαρχεί το παράλογο, η τρέλα. Οι φόβοι γιγαντώνονται, η πραγματικότητα γίνεται αδιέξοδη, οι ενοχές μοιάζουν με ερινύες που κυνηγούν τον ήρωα. Και το θαλάσσιο σύμπαν γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινό και πνιγηρό, πιο βασανιστικό.

Ωστόσο, όμως, όλη αυτή η ψυχοφθόρα ατμόσφαιρα καταλήγει κάπου. Μάλλον ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να αναδείξει μια ισχυρή θέληση που μπορεί να πολεμά με τα πάντα.

Δυο διαφορετικοί άνθρωποι, δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες που αντιμετωπίζουν το ίδιο αδιέξοδο, την ίδια δυσχέρεια. Πώς αντιμετωπίζει ο καθένας από αυτούς την ίδια κατάσταση; Εδώ έγκειται η ιδιαιτερότητα του μυθιστορήματος, καθώς ο συγγραφέας δεν χαρίζεται σε κανέναν από τους δυο ήρωες που έχει πλάσει. Φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με την ίδια σκληρή πραγματικότητα, εξωτερική και εσωτερική, τους δίνει τη δυνατότητα να αντιδράσουν με τον τρόπο που θέλει ο καθένας.

Εξάλλου, σημασία δεν έχει μονάχα αυτό που μας πλησιάζει, καλό ή κακό, αλλά και ο τρόπος που αντιδρούμε σε αυτό το ερέθισμα. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η κρυφή δυναμική του βιβλίου. Πώς αντιμετωπίζουμε το άγνωστο, το αναπόφευκτό, το σχεδόν καταστροφικό;  Καθώς στη ζωή υπάρχουν πολλά τέτοια μαθήματα για τον καθένα μας, ο Πολ Λιντς δημιουργεί ένα δίπολο διαφορετικής αντίδρασης και πάνω εκεί χτίζει την ιστορία του, ιστορία πάλης με τον εαυτό μας, τη δυστυχία μας, τη δύναμή μας, την ισχυρή μας θέληση.

Ωστόσο, ίσως το βιβλίο διχάσει το αναγνωστικό κοινό, καθώς κάποιοι θα το θεωρήσουν αρκετά ευρηματικό, ενώ κάποιοι άλλοι ίσως μείνουν απλοί παρατηρητές των δυο ηρώων, χωρίς να βιώσουν αυτή την εσωτερική ένταση που επιδιώκει να μας μεταφέρει ο συγγραφέας. Ίσως γιατί ο Πολ Λιντς δεν καταφέρνει απόλυτα να μετατρέψει την υπόθεσή του σε μια εκ βαθέων εσωτερική ενδοσκόπηση αλλά πλάθει την ιστορία του κινούμενος σε μια ατμόσφαιρα  περισσότερο κινηματογραφική.

 

Περισσοτερα αρθρα