Έναν χρόνο μετά τις δεκαεννιά ΒΙΝΝΙΕΤΕΣ για τη ΓΛΩΣΣΑ και τη ΣΙΩΠΗ (εκδόσεις ΑΩ, 2024), ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος επανέρχεται δυναμικά και μας παρουσιάζει τις Κάτω Χώρες (εκδόσεις Έναστρον, 2025), μια σφιχτοδεμένη ποιητική συλλογή με ισχυρό διακειμενικό και διακαλλιτεχνικό υπόβαθρο και έντονα αλληγορικό λόγο, απ’ όπου δεν λείπουν οι ήπιες αλλά στιβαρές αναφορές στην εντοπιότητα του ποιητή. Ο Λουκόπουλος και σε αυτό το βιβλίο ακολουθεί με συνέπεια μια διαδρομή ανακάλυψης όσων επιμένουν να κρύβονται και να μη φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Η ελευθερία του ποιητικού λόγου τον συνδράμει σε αυτήν την πορεία, που μοιάζει με μια συνεχή μαθητεία. Οι καταβολές του πολλές, μακρινές ή πιο σύγχρονες, περισσότερο ή λιγότερο εμφανείς, οπωσδήποτε καλά χωνεμένες, πυροδοτούν τη γραφή του δημιουργώντας νέες γέφυρες συνομιλίας με την παράδοση.
Το ποιητικό υποκείμενο απέναντι σε ό,τι αργά ή γρήγορα γίνεται έρμαιο της φυσικής οξείδωσης, εισερχόμενο στον προθάλαμο του τέλους και, έπειτα, αιωρούμενο μπροστά στις σκιές του θανάτου, περιπλανάται, ακόμα και όταν το σώμα νοσεί ερήμην του, σε τόπους και χρόνους που του επιτρέπουν να ξεμακραίνει από τις συνιστώσες της πραγματικότητας και περιηγείται σε ατραπούς που χαρτογραφούν το μακροβούτι κάθε νέου ανθρώπου/ που αναμετράται με το μέλλον του/ ή τελοσπάντων μ’ αυτό που ο καθένας μας νομίζει για μέλλον («Μακροβούτι», σ. 20). Τον ποιητή ενδιαφέρουν τόσο η φθορά, η θλίψη, ο θάνατος και το πένθος όσο και ο έρωτας, η σφοδρή επιθυμία της ψυχής και το σαρκικό πάθος, ως συλλογικές εμπειρίες που καθορίζουν τη ζωή του ατόμου όσο και της κοινωνίας. Απέναντι στη γαλήνη των νεκρών, απέναντι στον επικρεμάμενο φόβο του θανάτου, αναδύεται ο αγώνας του έρωτα ν’ αντέξει· του έρωτα, του πάθους και της αγάπης που νομιμοποιούνται μονάχα με την ταυτόχρονη συνύπαρξη του οξύμωρου δίπολου οδύνες-ωδίνες. Έτσι, ο σωματικός ή ψυχικός πόνος γίνεται sine qua non για τον τοκετό, όπου αποσκοπεί κάθε ανθρώπινη διεργασία. Η αγωνία της ύπαρξης, άμεσα συνυφασμένη με αυτό το δίπολο, τεντώνει τα όρια της ποιητικής γλώσσας – από τη μουσικότητα της ρίμας μέχρι την ελευθεριότητα του πεζού ποιήματος – επικουρώντας την επιζητούμενη διαστολή του χρόνου, ώστε η πλάνης ποιητική φωνή να ξεφύγει από τα τετριμμένα και γνώριμα μονοπάτια της και να αναζητήσει στον ρου των ονείρων – και, εν πολλοίς, του υποσυνειδήτου – την προσωπική της Ιθάκη.
Η πορεία αλλά και η αναχώρηση από ή η άφιξη σε έναν τόπο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποτελεί το σημείο εκείνο όπου εδράζεται η αλλαγή, είτε χωρικά είτε συναισθηματικά. Για παράδειγμα, οι στίχοι ο ρομαντισμός των τρένων/ είναι κυρίως/ οι αποχαιρετισμοί («Μιντί Νορ», σ. 45), έμμεσα φωτίζουν έναν ολόκληρο συναισθηματικό καμβά, δημιουργώντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι μπροστά στα μάτια του ξετυλίγεται το νήμα μιας ιστορίας και εκείνος (παρά)στέκει ως διακριτικός παρατηρητής. Το τρένο επανέρχεται ως σύμβολο, ως σημείο τομής που καθορίζει τη ζωή πριν και μετά από αυτό· είτε πρόκειται για τον επιβάτη, είτε πρόκειται για κείνον που μένει πίσω, είτε πρόκειται για τον εισπράκτορα, το τρένο γίνεται ορόσημο για τις θίνες που συλλέγονται απ’ τους πόθους και τα χρόνια («Ναντίν», σ. 49).
Έντονη στην αφή και την όραση η εικόνα του θρυμματισμού, καθώς το ποιητικό υποκείμενο διασχίζει, ενίοτε, επαπειλούμενες αναμνήσεις, επιρρεπείς σε εκτροχιασμούς για έναν αδέσποτο τυφλό εαυτό που ψάχνει το φως της αλήθειας και διερωτάται: είναι λέω η απόλαυση ένας δανεικός θάνατος/ ο ίδιος ή/ η δαμόκλειος υπόσχεσή του; («Ένας δανεικός θάνατος», σ. 58). Παράλληλα, δεν απουσιάζει ο λεπτεπίλεπτος σχολιασμός της κοινωνικής πραγματικότητας, όπως στους παρακάτω ανεπαίσθητα σατιρικούς στίχους από το πεζοποίημα «Χειμερία νάρκη» (σ. 60): Εδώ, μαζί με τους συντρόφους που χαθήκανε στη μάχη του πρεστίζ κι όλους τους ποιητές που επανεφηύραν τον κόσμο τους ώστε να τους βραβεύει, κάποιες σταγόνες απ’ τη ζήση μας συλλέγουν το αλάτι τους. Ο ποιητής, απέναντι σε κάθε σιγουριά, προτάσσει την αμφισβήτηση, όχι ως μια στείρα διαλεκτική, αλλά ως μια απαραίτητη προϋπόθεση για προσωπική και συλλογική αναγέννηση.
Το ύφος του ποιητή καθορίζουν οι αισθητηριακές εικόνες και η πυκνή γλώσσα ενός μοντερνισμού ώριμου και συνειδητού. Γλώσσα που δεν ρέπει προς την εκζήτηση, αλλά προσεκτικά κοσκινισμένη καθίσταται ταιριαστή και λειτουργική. Οι Κάτω Χώρες σημειολογικά λειτουργούν διττά τόσο σε ό,τι σχετίζεται με μια κατάβαση στον Κάτω Κόσμο, στον φυσικό χώρο του Άδη, του θανάτου, που είναι ωσεί παρών στο βιβλίο, αλλά και σε έναν πρωτεϊκό υλισμό, που επιμένει να επιστρέφει στην αρχή των πραγμάτων στοιχειοθετώντας μια οντολογική προσέγγιση, όσο και με μια, φαινομενικά αντιθετική, ανάβαση προς την αποκαλυπτική και στοχαστική δύναμη της αποκτηθείσας γνώσης με την ολοκλήρωση αυτής της εμπειρικής προσέγγισης και νοηματοδότησης ανθρώπων και πραγμάτων, τόπων και χρόνων, σημείων και συμβόλων. Οι Κάτω Χώρες, μια ποίηση που χτιζόταν με την αγωνία της ύπαρξης («Ο Ορφέας στον Άδη», σ. 25) απαιτούν από τον αναγνώστη οξυμμένη αντίληψη και πνευματική ετοιμότητα, καθώς το ταξίδι είναι μακρύ, βαθύ αλλά και συναρπαστικό.
* Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).


