Προφανώς η Αθηνά με κάλεσε στην παρουσίαση του βιβλίου της εξαιτίας του γνωστού ενδιαφέροντός μου για τις καταστάσεις υγείας και τις σπουδές αναπηρίας, οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι εξαιτίας αυτού ακριβώς του ενδιαφέροντός μου, βρήκα το βιβλίο της εντυπωσιακό.
Το κεντρικό του εύρημα, δηλαδή ο τίτλος «Συνταγογράφηση» και κατόπιν οι δραστικές φαρμακευτικές ουσίες που τοποθετούνται στους τίτλους των ποιημάτων κατά τρόπο απολύτως συναφή με το περιεχόμενό τους, δημιουργούν μια καθηλωτική εντύπωση: ότι τα στιγμιότυπα της ζωής, όπως περιγράφονται στα ποιήματα της Αθηνάς, είναι ένα σύνολο αισθημάτων ή ίσως και συμπτωμάτων που επιζητούν περιποίηση: κάποιο παυσίλυπο, μια πανάκεια την οποία μοιάζουν να υπόσχονται οι φαρμακευτικές ουσίες – οι οποίες πράγματι είναι εκεί για να βελτιώνουν τη ζωή μας είναι όμως πάντα καλύτερο να είναι αχρείαστες γιατί αφενός, για να τις παίρνουμε, σημαίνει ότι είμαστε πάσχοντες και αφετέρου καμία τέτοια ουσία δεν στερείται παρενεργειών (ας αναλογιστούμε και την ετυμολογική συγγένεια της λέξης φάρμακο με τη λέξη φαρμάκι, δηλητήριο).
Μπορεί λοιπόν η ζωή, βάσει του ευρήματος της Αθηνάς που δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πρίσμα θέασης, να θεωρηθεί σαν ένας ιατρικός γρίφος που μπορεί να λυθεί με τη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής ουσίας; Για ανθρώπους στην ηλικία μου και μεγαλύτερους, ίσως πράγματι η ζωή να εξελίσσεται έτσι. Για μικρότερους όμως ανθρώπους που δεν μαστίζονται από παθολογικές νόσους, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι έτσι. Πολλοί άνθρωποι σήμερα, ακόμη και νέοι, έχουν την τάση να εγκαταλείπονται στα φάρμακα γιατί δεν έχουν το σθένος και το κουράγιο να ακολουθήσουν μια πιο ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που θα τους οδηγούσε σε αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις και τα πράγματα, να αναζητήσουν δηλαδή ριζικές λύσεις στα προβλήματά τους και όχι συμπτωματικές. Γιατί προσωπικά πιστεύω ακράδαντα, από την εμπειρία μου, ότι η ψυχολογία επιβαρύνει σημαντικά τα ζητήματα υγείας που αντιμετωπίζουμε, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί και να τα προκαλεί.
Όμως το ευφάνταστο αυτό εύρημα της Αθηνάς μιλά και για μια άλλη όψη της πραγματικότητας πολλών ανθρώπων σήμερα, που δεν είναι άλλη από την ιατρικοποίηση της καθημερινότητάς τους. Ιατρικές συμβουλές και συνταγές διαμορφώνουν για τον καθένα μας έναν εναλλακτικό ορισμό της πραγματικότητάς του που καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από προσταγές υγείας. Η ιατρική, εκτός από επιστήμη που σώζει ζωές, μπορεί να γίνει – και είναι – πεδίο εξουσίας γιατί ας μην ξεχνάμε ότι, με τους ορισμούς που προσφέρει και έχουν καθολική ισχύ, έχει τη δύναμη να κατηγοριοποιήσει τους ανθρώπους, να τους θεωρήσει φυσιολογικούς ή μη, να αποφασίζει αν είναι αρκετά παραγωγικοί για να εργάζονται ή αρκετά μη παραγωγικοί για να συνταξιοδοτούνται – ακόμη δηλαδή και πώς μπορούν να εξασφαλίζουν τα προς το ζην, επηρεάζοντας ακόμα και την οικονομία. Είναι μια πολύ σημαντική διαμορφωτική παράμετρος.
Θα πω επίσης ότι, φυσικά, γκούγκλαρα μία μία τις δραστικές ουσίες στους τίτλους των ποιημάτων. Προτού όμως επιδοθώ στο γκουγκλάρισμα, έψαξα τη δραστική ουσία του ψυχοτρόπου φαρμάκου που παίρνω η ίδια, την πρεγκαμπαλίνη. Είναι ένα φάρμακο για τον νευροπαθητικό πόνο και τη γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, και κάπως απογοητεύτηκα που δεν το βρήκα ανάμεσα στους τίτλους! Όμως, μέτρησα έξι διαφορετικές αντικαταθλιπτικές ουσίες, δύο άλλες για χρήση από άτομα που πάσχουν από διπολική διαταραχή και επίσης δύο για χρήση από άτομα που πάσχουν από σχιζοφρένεια. Δεν είναι όμως μόνο ψυχοτρόπα τα φάρμακα που εξετάζει ή προτείνει η συλλογή. Υπάρχουν από βιταμίνες όπως η D3 μέχρι αντιθρομβωτικά, φάρμακα για το στομάχι, αντιϊσταμινικά, ακόμη και βρογχοδιασταλτικά. Όλα χωρούν σε αυτή την οικονομημένη ποιητική συλλογή που μας υπενθυμίζει, πρώτα από όλα, την ευθραυστότητα της σκευής με την οποία περιφερόμαστε στον κόσμο, δηλαδή του σώματός μας. Η δε πλειονότητα των αναφερόμενων ψυχοτρόπων φαρμάκων μάς μιλά για τη συναρμογή του σώματός μας με αυτό που αποκαλούμε ψυχή και που περικλείει στοιχεία του χαρακτήρα μας αλλά και τη συναισθηματική μας τροπόσφαιρα, έναν τόπο που διακρίνεται για τις ραγδαίες εναλλαγές του και τους έντονους κλυδωνισμούς του. Ψυχή και σώμα παρουσιάζονται σαν ένα σύνολο που νοσεί μαζί ή έστω το δεύτερο εξαιτίας των παθών του πρώτου. Αυτό παρατηρείται κυρίως σε ποιήματα γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο όπως το καταληκτικό της συλλογής «Ρισπεριδόνη», μία αντιψυχωσική ουσία που συνταγογραφείται για την αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας.
Υπάρχουν όμως και ποιήματα γραμμένα σε τρίτο – απρόσωπο – πρόσωπο, όπως η «Αλοπεριδόλη», η έτερη ουσία για την αντιμετώπιση της σχιζοφρένειας που αναφέρεται στη συλλογή, η οποία μιλά γενικά για τους ανθρώπους, χωρίς ωστόσο να τους ταξινομεί ή να τους κατηγοριοποιεί με κάποιον τρόπο – απλά αναφέροντας γεγονότα που χαρακτηρίζουν την ύπαρξή τους. Και σε πρώτο πληθυντικό υπάρχει ποίημα και σε δεύτερο ενικό, υπάρχουν όμως και δύο απευθύνσεις. Η μία απαντάται στο ποίημα «Πολυβιδόνη» και αφορά μια φίλη, όπως την αποκαλεί το ποιητικό υποκείμενο, και η άλλη στο ποίημα «Ρισπεριδόνη» που διάβασα πριν και αφορά τον μπαμπά του ποιητικού υποκειμένου. Και οι δύο αυτές απευθύνσεις δίνουν έναν πιο προσωπικό χαρακτήρα στα ποιήματα, δρώντας κάπως πιο αποκαλυπτικά για το ποιητικό υποκείμενο, ενώ στο ποίημα «Τριπτορελίνη» βλέπουμε το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται σε κάποιο άλλο, απροσδιόριστο άτομο που του «έδειξε τον χάρτη της πληρότητας» ενώ συγχρόνως του «έκλεψε ό,τι πολυτιμότερο είχε» – εικάζω ότι πρόκειται για ένα παιδί που χάθηκε, επειδή η τριπτορελίνη του τίτλου χορηγείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης και αλλού στα ποιήματα της συλλογής αναφέρονται ουλές και πληγές καλά κρυμμένες στη μήτρα. Η τέχνη και εδώ γίνεται ο καμβάς όπου εξυφαίνεται μια προσωπική αφήγηση ή εξομολόγηση, ίσως της ποιήτριας, ίσως και όχι.
Θα ήθελα να σταθώ μεμονωμένα σε ορισμένα ακόμη ποιήματα. Αρχικά, στο εναρκτήριο ποίημα «Λεβοσετιριζίνη», που περιέχει κι αυτό ένα εύρημα. Εδώ το δέρμα γίνεται είδος ένδυσης που αγοράζει το ποιητικό υποκείμενο από κάποιο κατάστημα. Μα ξαφνικά έχει δεύτερες σκέψεις: κι αν προτιμά τελικά να φαίνονται οι πληγές και οι ουλές του; Να είναι ο εαυτός του; Μπορεί άραγε να το επιστρέψει; Ρωτά την πωλήτρια, για να πάρει την απάντηση ότι δεν μπορεί να το αφαιρέσει πια αφού είναι το δικό του δέρμα, είναι κομμάτι του σώματός του. Ο συμβολισμός του ποιήματος, έτσι όπως τον ερμήνευσα προσωπικά, είναι ότι οι μάσκες και τα προσωπεία που φοράμε για να κρύβουμε τις πληγές και τις ουλές μας γίνονται εντέλει κομμάτι του εαυτού μας – τόσο πολύ που δεν μπορούμε να τα αφαιρέσουμε πια, ακόμη κι αν το θελήσουμε. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η δραστική ουσία του τίτλου είναι αντιϊσταμινική και χορηγείται σε περιπτώσεις αλλεργίας – αλλεργίας εν προκειμένω, υπονοείται, στο ίδιο μας το δέρμα…
Το βαθιά υπαρξιακό ποίημα «Σιταλοπράμη» κατόπιν μιλά για τη μοναχικότητα και τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Γραμμένο σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, που περικλείει τον αναγνώστη και όλους μας, μιλά για την κενότητα της ύπαρξης, τον υποφροντισμένο εαυτό και την εικαζόμενη σωτηρία της ψυχής. Ο καταληκτικός στίχος του ποιήματος είναι μια απέλπιδα ερώτηση: «Υπάρχει άραγε (σωτηρία της ψυχής, εννοείται) ή μας πλάνεψαν αιμοδιψείς θρησκείες;». Η σιταλοπράμη χορηγείται, σημειωτέον, για την αντιμετώπιση της μείζονος κατάθλιψης.
Το ποίημα «Κλοπιδογρέλη» περιέχει μια είδους απάντηση σε αυτή την κενότητα και στον γρίφο της ζωής γενικά. Μιλά για το ερωτικό αγκάλιασμα δύο σωμάτων γυμνών που «θυμίζουν γλυπτό/ ροντενικό» το οποίο γεννά «κάποια τέλεια ομορφιά», μια άλλου είδους συγκίνηση που μπορεί να σταματήσει τον χρόνο ενώ «η καρδιά συνεχίζει ακλόνητη να τέρπεται», και βέβαια η κλοπιδογρέλη είναι φάρμακο για την καρδιά, εδώ μάλλον αχρείαστο.
Το ποίημα «Εσομεπραζόλη» τώρα τελειώνει με τους φοβερούς στίχους «Νευρωτικές παθήσεις/ οι σκέψεις μου/ γυρεύουν άσυλο να ξαποστάσουν». Ωστόσο η εσομεπραζόλη είναι φάρμακο για το στομάχι, το οποίο στο ποίημα «συσπάται και/ πονά διαβάζοντας/ έννοιες χωρίς ορισμούς» – οι στίχοι περιγράφουν έναν κόσμο χωρίς νόημα και ένα σώμα που δυσκολεύεται να καταπιεί αυτό ακριβώς το υπαρξιακό κενό που ανιχνεύει το πνεύμα.
Το ποίημα «Κλοβαζάμη» μας μεταφέρει σε ένα «νεκροταφείο αδειανό» όπου παρακολουθούμε το ποιητικό υποκείμενο να «σκουπίζει με το φθαρμένο φουστάνι της/ μάρμαρα σκονισμένα/ αγγίζει με τα νύχια της/ ξεθωριασμένες φωτογραφίες/ γυρεύει παλιές αναμνήσεις/ και βαθιά βιώματα». Έπειτα μια βιολετί σκιά «της γνέφει και τρέχει προς τη μεριά της» – η εικονοποιΐα είναι καθηλωτική, ενώ όλοι όσοι έχουμε χάσει αγαπημένο πρόσωπο μπορούμε να συνδεθούμε με το ποιητικό υποκείμενο που αναζητά ψήγματα της προσωπικής του αλήθειας στις παλιές αναμνήσεις.
Το ποίημα «Ντουλοξετίνη» μιλά για ανθρώπους που έχουν μάθει «να φεύγουν μακριά/ σαν νερά άγριων ποταμών ρέουν» οδηγώντας σε «μια δυσάρεστη ισορροπία των πραγμάτων/ ακαθόριστη/ μα διαρκής», την οποία «δεν τη δίδαξαν στο σχολείο». Κανείς δεν μας προετοιμάζει για τους ανθρώπους που μας εγκαταλείπουν και φεύγουν μακριά ορμητικοί, αφήνοντάς μας πίσω μόνους. Θα βρούμε άραγε τη λύση σε ένα ισχυρό αντικαταθλιπτικό;
Τέλος, το ποίημα «Βαλπροϊκό οξύ» μιλά ουσιαστικά για τη θλίψη των εορτών, ξεκινώντας «Τα Χριστούγεννα δεν είναι για αυτούς/ που γεννήθηκαν καλοκαίρι.// Τα Χριστούγεννα δεν είναι για εμάς/ τ’ ανήμερα μπλε θηρία». Λίγο παρακάτω συνεχίζει «Εμείς δηλώνουμε αντιρρησίες/ Χριστουγεννιάτικης συνείδησης/ και επίπλαστης χαράς». Είναι επομένως το αίτημα για αυθεντικότητα που γεννά αυτή την αντίσταση στο εορταστικό κλίμα – άραγε γεννά και τη διπολική διαταραχή; Γιατί το βαλπροϊκό οξύ είναι ουσία που για την αντιμετώπιση αυτής προορίζεται…
Συνολικά, η συλλογή αυτή της Αθηνάς Ασλιχανίδη βασίζεται σε ένα ιδιαίτερα δυνατό εύρημα που στέκεται αφορμή για τη διατύπωση πληθώρας ερωτημάτων σχετικά με την ίδια τη φύση της ζωής και του εαυτού μας. Μέσω αυτού αναγάγεται σε κάτι πολύ πιο έντονο από ένα απλό σύνολο ποιημάτων, γίνεται ένα ισχυρό αναπάντητο ερώτημα που ανεβαίνει στα χείλη όλων και μένει όπως ο πόνος στο ποίημα του Σαχτούρη:
Και ο πόνος σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει.


