Το ’νιωθα εγώ πως στη σκιά ενός εντόμου βύζαξε. Νεράιδες και αερικά στα νανουρίσματά του. Κι ας λέγανε πως η μάνα του έχασε τις μέρες και πήρε κάμποσες κι απ’ τον δέκατο μήνα. «Πανέμορφο, ξανθό μωρό σαν τον άγγελο». Όσο μεγάλωνε όμως, τόσο φαινόταν πως δεν ήταν σαν τους άλλους. Στο σχολειό δεν τα ’παιρνε τα γράμματα, ίσα να πήγε πεντέξι φορές. Όταν τον έβγαζε ο δάσκαλος στην έδρα να πει το μάθημα, δεν έβγαζε μιλιά. Έξυνε αμήχανα την κεφαλή κι έτρωγε τα νύχια του. Αρχίνιζαν τα άλλα παιδιά την καζούρα. Το ’σκαγε τότε ο Κωστής και κυνηγούσε τις γάτες του χωριού ή έπιανε και τυρρανούσε τα σκυλιά. Χανότανε τις νύχτες, τον ψάχναν οι δικοί του. Παραμιλούσε, ξεκαρδιζόταν μοναχός με μια παράξενη έκφραση στο πρόσωπο. Λες και δεν ήταν άνθρωπος, μα ξωτικό.
Φαντάρο δεν τον πήρανε. Ψηλός σαν το λελέκι, του ’φτανε το παντελόνι ίσαμε τα γόνατα, ξεκάλτσωτος μες στον χειμώνα. Στις κάψες τις μεγάλες, ντυνότανε βαριά. Συχνά πυκνά άρχιζε τις βλαστήμιες. «Εδιαολίστηκες μωρέ», του φώναζαν, κι αυτός τους πέταγε πέτρες. Ύστερα χανότανε πάλι στις σκέψεις του και μουρμούριζε κάτι σαν προσευχή. Σε νεραϊδικό απευθυνόταν, σε ξωτικό, σε πνεύμα κακό, σε στοιχειό, κανείς δεν ήξερε!
Και πέρναγαν τα χρόνια κι άντρεψε ο Κωστής για τα καλά. Έπαιρνε τις κοπελιές στο κατόπι και τους έλεγε μαντινάδες: «Αναγυρίζω το στενό και πάω από άλλον τόπο, να μη σε βάλω αγάπη μου, στις γλώσσες των ανθρώπω». Μαράζωνε απ’ την άρνηση και κοιμόταν στον στάβλο με τα ζωντανά. Κι ύστερα πάλι έπαιρνε τα πάνω του και τριγύριζε σφυρίζοντας στα σοκάκια με ένα λουλουδικό στο πέτο.
Τα αερικά δεν μπαίνουν σε κανόνες, μόνο θέλουν να χάνονται στις ερημιές και να μιλούν με αυτούς που τους καταλαβαίνουν. Άλλοτε πάλι χάνονται στον κόσμο των μικρών παιδιών και τα χαζεύουν από μακριά για ώρες, όταν παίζουν.
Κωστή, αγαπημένε μου συγχωριανέ, πες μου τον τρόπο να σκέφτομαι κι εγώ όπως κι εσύ, δυο λόγια γράψε μου. Μα αφού δεν πήγες στο σχολειό, μουρμούρισέ μου τα στ’ αυτί ή έστω τράβηξε και μένα κάτω από τη σκιά της πεταλούδας

