Δεν θα αναφερθώ στην εξαιρετική επιστημονική και συγγραφική (συμπεριλαμβανομένης και της ποίησης) διαδρομή του Κώστα Γουλιάμου. Είναι και γνωστή και εύκολη στον καθένα η πρόσβαση σε στοιχεία που πληροφορούν για τη ζωή και το έργο του σπουδαίου αυτού πνευματικού ανθρώπου. Θα μείνω στην ανάγνωση του τελευταίου ποιητικού του βιβλίου «Το Μάτι της Λέξης» (Σύγχρονη Εποχή, 2024).
Το μάτι της λέξης (εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, 2024) είναι ένα δυνατό ποιητικό έργο που υπηρετεί με θαυμάσιο τρόπο, θα έλεγα δραστικό για τον αναγνώστη, τη βασική διπλή αποστολή/λειτουργία της ποίησης. Την κοινωνική και την αισθητική. Ο Λόγος του ποιητή φορτισμένος με ανθρωπιά και αίσθηση κοινωνικής ευθύνης συμπλέκεται με τη φωνή της Λέξης του που αρνείται τα όρια της και δημιουργεί με λεκτικές τολμηρές συνυπάρξεις/εικόνες μια συγκινησιακά φορτισμένη ποιητική πραγματικότητα, η οποία επεμβαίνει στην βιούμενη πραγματικότητα με καταγγελτικό και αφυπνιστικό ύφος και στόχευση. Η λυτρωτική μαγεία της αληθινής ποίησης! Με μια άλλη ανάγνωση του τίτλου της συλλογής, το Μάτι της λέξης είναι ο τρόπος που κινεί τη λέξη στο ποιητικό του σύμπαν ο Γουλιάμος ώστε μέσα από λεκτικές συνευρέσεις, συνειρμούς, λογικά άλματα και αλληγορική λειτουργία να διεισδύει ο Νους στα όντα και στα συμβεβηκότα να δει και να αποκαλύψει την ουσία τους. Με αυτόν τον τρόπο η ερευνητική αμηχανία, «το απορείν», του στοχαστή περνώντας μέσα από συλλογικά τραύματα και οδυνηρές εμπειρίες του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, αλλά και του ανθρωποβόρου παρόντος, τον οδηγεί στον φιλοσοφικό στοχασμό ενδεδυμένο τον συναρπαστικό λυρισμό της ποίησης.
Ο Κώστας Γουλιάμος σε συνέντευξή του (στο booksitting.gr) αναφερόμενος στη διάχυση ορίων, σύγχυση αντιλήψεων, στη γενικευμένη ασυναρτησία του 21 αι. σημειώνει «…απέναντι στον καθρέφτη του ηγεμονικού ναρκισσισμού αναζητώ νέους τρόπους κειμενικούς και αισθητικούς». Η αναζήτηση αυτή που επιχειρείται «πάνω σε βιωμένες εμπειρίες και βιωμένες αντιλήψεις», κατά την ομολογία του, βρίσκει την καλύτερή της έκφραση στα ποιήματα της συλλογής. Μέσα σε αυτά αντίκρισα την επιτυχή προσπάθεια έκφρασης «ενός νέου εικονισμού, μιας forma spirituale που γεννά νέες δυνατότητες» (κατά την επισήμανση του ποιητή) μέσα από τον οποίο δίνει σάρκα στην εμπειρία, στο βίωμα, στη μνήμη.
Το εισαγωγικό τρίστιχο «Όσα αγγίζουν οι λέξεις/ γίνονται αίμα/ στη ρίζα των νεκρών» συμπυκνώνει όλο το περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά και την πρόθεση του ποιητή να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των λέξεων – και το πετυχαίνει – ως το στοιχείο το αναστάσιμο, ως το αίμα που θα κρατάει αναστημένους (στη μνήμη μας) τους νεκρούς· ζωντανές τις μνήμες.
Στις τρεις ενότητες που απαρτίζουν το βιβλίο ο ποιητής με την καρδιά και τον Νου σε μια πολυδιάστατη προσέγγιση, ψαύει τα τραύματα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, περιδιαβαίνει στο περιδινούμενο και χαοτικό τοπίο των Καιρών μας και αναζητά την ουσία της ύπαρξης και πέρα από όλα αυτά τη δικαίωση του Ανθρώπου. Είναι χαρακτηριστικοί και λειτουργούν ως οδοδείκτες για τον αναγνώστη οι τίτλοι των τριών ενοτήτων.
«Η λάμψη των οστών» είναι ο τίτλος της πρώτης ενότητας και με το παράθεμα: «…τερπνόν τόδ’ ελθόν φως εφήλωσεν φρένας…» (Αισχύλος, Αγαμέμνων), τούτο το φως το καλό που ήρθε και φώτισε/ηρέμησε το μυαλό, προοικονομείται το φως που διαχέεται στην όλη ενότητα.
Στο «Ημερολόγιο Λαού», το πρώτο ποίημα της πρώτης ενότητας, αφηγείται την «Ιστορία» της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου. Ένα εμβληματικό ποίημα που συμπυκνώνει, θα έλεγα, περιεχόμενο όσο ενός εκτεταμένου ιστορικού βιβλίου με τα γεγονότα και την αποτίμηση ενός από τα κορυφαία ηρωικά, τραγικά και τραυματικά «συμβάντα» της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα και όχι μόνο.
Δεν έχω χώρο να γράψω όσα απαιτείται να γράψω για το ποίημα. Θα μιλήσω μόνο για τους νεκρούς του, και παραπέρα για τους νεκρούς όλου του βιβλίου. Αυτοί εξάλλου είναι οι πρωταγωνιστές της τραγικής ιστορίας που διαβάζουμε. Και όλοι τους ζωντανοί. Σύντροφοι που πάλεψαν τους κατακτητές για μια ελεύθερη πατρίδα, για έναν καλύτερο κόσμο, που προδόθηκαν, που μαρτύρησαν, που χάθηκαν μα δεν έχασαν, λάμπουν στον κόσμο των νεκρών ζώντες. Είναι οι σύντροφοι «με το ματωμένο πουκάμισο με την καμένη σάρκα», «Που δεν κλαίνε, δεν πονούν, δεν κραυγάζουν…» Που παρελαύνουν νικηφόροι, που απαιτούν, με εμβατήριό τους «Εμπρος για τη λευτεριά του λαού» και με σύνθημά τους «Όχι άλλη Κατοχή» δείχνοντας τους δολοφόνους τους ντόπιους και ξένους. Ο ποιητής αξιολογεί και δικαιώνει τον αγώνα τους «τίποτα δε χάνεται». Βλέπει τη «λευτεριά στους δρόμους… Τόσο δυνατή φωτιά με λάμψεις απ’ το μέλλον».
«…Σαν ο θάνατος δε θα ‘χει πια εξουσία
Αύριο στην πλατεία θα ’ρχονται τα παιδιά του με τα γαρίφαλα
Κόκκινο άστρο καρφωμένο βαθιά μες του μυαλού τους το φως».
Τέλος, καθαγιάζει τη θυσία τους, φωτεινοί ήρωες: « το φως στη σάρκα τους, στο φως που τρέχει μέσα τους».
Και στα επόμενα ποιήματα διαχέεται αυτό το φως. Οι λέξεις τρέφονται με φως, πυρωμένο φως και αίμα, γίνονται σκληρές. Σηκώνουν στις πλάτες τους την τραγωδία, το τραύμα, την καταγγελία και τη δικαίωση. Ας σημειώσουμε την παραπομπή στον Ραδάμανθυ, στη φλεγόμενη Θήβα, στην τραγική μορφή της Αγαύης. Την τιμωρία της αλαζονείας. Το φως να παλεύει τη φθορά.
«Φως αγρίμι τ’ ουρανού/Μαχαίρι του έξω κόσμου/Του δρόμου αίμα…» «Φως μέσα σε τόσο σώματα…» «Φως των προσφύγων … Φως μυρωδιά της μνήμης μετά από βροχή», Φως που το φέρνει ο έρωτας, φωτιά που παίρνουν τα σώματα και ο ήλιος φως στην επικράτεια των ερωτευμένων, και στο τέλος οι ανατρεπτικοί ερωτευμένοι – γκρεμισμένα όνειρα – φωνή το αίμα τους απ’ τους τόπους του ουρανού. Μια ανατρεπτική εισβολή του φωτός παντού.
Και ύστερα (σελ. 21) «δόλιο φως», Κραυγές, σφαγή τη νύχτα αίμα πολύ. Το δράμα, η τραγωδία παίζεται πια κάτω από την ίδια στέγη (παρών και πάλι και παντού ο εμφύλιος) «στ’ αμαρτωλά λημέρια της Τροιζήνας», στάχτη, φριχτή φωτιά, αγκάθια ο κόσμος…
Ας μην μας διαφύγει να σημειώσουμε εδώ με αφορμή την παραπομπή στην τραγική ιστορία του Ιππόλυτου τον επιδέξιο τρόπο με τον οποίο ενσωματώνει στην εποχή μας αφομοιωμένη τη λειτουργία του αρχαίου ελληνικού μύθου κα λόγου (αλλά και των άλλων διακειμενικών στοιχείων που χρησιμοποιεί) στην ποίησή του.
Και στη συνέχεια (σελ. 23) η άλλη τραγωδία, της Κύπρου ζώσα (όπως και του Εμφυλίου) σε όλο το βιβλίο. Και εδώ «λάμψη οστών», νεκροί, χαμένα όνειρα, χαμένη πατρίδα μέσα σε έναν εξαίρετο ποιητικό λόγο:
«Φωνάζουν οι νεκροί στα όνειρα
Τόσα όνειρα χωρίς πατρίδα
Τόσες λέξεις χωρίς όνειρο
Ξεράθηκαν σαν αίμα»
Και πάλι (σελ. 24) οι σύντροφοι ανεμίζοντας το κόκκινο λάβαρο «Με τι φως ταξιδεύουν… Σε ποιο μέλλον κατοικούνε» αναρωτιέται ο ποιητής.
Και συνεχίζει (ΙΧ) η λυρική καταγραφή της ιστορίας του εμφυλίου και των συνεπειών του. Αλυσοδεμένοι άνθρωποι, τόπος σημαδεμένος από φόνους και λείψανα και ο τρόμος από μια δολοφόνο πατρίδα. Η μνήμη τρόμος, τρόμος και η λήθη. Κορμιά συντρόφων (Χ), πάλη με το κτήνος, θυμωμένα νερά. Σύντροφοι, ταξιδιώτες που πάλεψαν «για μια άνοιξη που μίσεψε» (ΧΙ).
Η πρώτη ενότητα κλείνει με τέσσερα ποιήματα που αναφέρονται σε χαρακτηριστικά γεγονότα του γενέθλιου τόπου του ποιητή και λειτουργούν ως σύμβολα και τεκμήρια στην όλη καταγραφή του προσώπου της τραγικής και ηρωικής δεκαετίας του ’40. Στο πρώτο (Κάστρο Καλαμάτας) τονίζεται η διαχρονικότητα του ελληνικού πάθους. Ύστερα η νικηφόρα αντίσταση των κατοίκων ενός μικρού χωριού (Σαϊδόνα Μάνης) κατά των Ιταλών κατακτητών, ο βομβαρδισμός και η πυρπόληση από τους Γερμανούς ενός άλλου χωριού (Αετός Μεσσηνίας) και η εκτέλεση (Συνέσοβα Αρκαδίας 1949) από απόσπασμα χωροφυλακής του καπετάν Πέρδικα και η διαπόμπευση του πτώματός του, ένα από τα ειδεχθή εγκλήματα προς το τέλος του εμφυλίου.
Στις επόμενες δύο ενότητες, χωρίς να εγκαταλείπει τους νεκρούς αντάρτες και τη μαρτυρική Κύπρο, περνάει σε άλλα θέματα.
«Φλόγα σωμάτων» είναι ο τίτλος της δεύτερης ενότητας με παραπομπή στην φράση του Πλάτωνα (Τίμαιος) «…φλόγα των σωμάτων εκάστων απορρέουσαν…», η φλόγα, το απαύγασμα, το πνευματικό φως που απορρέει/εκπέμπεται από κάθε σώμα.
Κύριο θέμα της ενότητας το χαοτικό σύμπαν του Καιρού μας. Η αστάθεια, η αταξία που απορρέει από την καταστροφική χείρα του κεφαλαιοκρατικού συστήματος· εκμετάλλευση, μοναξιά και αλλοτρίωση του ανθρώπου, καταστροφή του περιβάλλοντος, ιμπεριαλισμός, απληστία και πόλεμοι. Ο άνθρωπος δέσμιος των καταπιεστικών και αποπροσανατολιστικών συνθηκών μέσα στις οποίες είναι εγκλωβισμένος αδυνατεί να κατανοήσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει, αδυνατεί ακόμη και να σκεφτεί. Στη σελ. 36:
«Έρχεται Άνοιξη ή το σώμα σου είναι η άνοιξη…
Πιο κάτω η θάλασσα: Κανείς δεν την βλέπει…
Θα μεγαλώσουν οι αμαρτίες…
Πιο κάτω η πόλη: Κανείς δεν τη βλέπει…
Γύρω ο ήλιος καίγεται δίχως να φαίνονται οι νεκροί»
Και πιο κάτω (σελ. 40) η πικρία που κρύβει η επανάληψη της λέξης «γεράσαμε» με την καταιγιστική απαρίθμηση των συνιστωσών του στίλβοντα παραδείσου μας που καρφώνεται σαν μαχαίρι στην καρδιά του κάθε υποψιασμένου αναγνώστη φέρνοντάς τον ενώπιον του αδιεξόδου της διαπίστωσης πως ξοδεύτηκε δούλος και εξάρτημα της Τεχνολογίας. Πως «ξέχασε» να ζήσει πραγματικά:
«Ξεχάσαμε το ταξίδι στη λιακάδα
Της αυγής το διαρκές ρίγος
Όπως το λαλεί ο κόκορας»
Στην τρίτη ενότητα, «Στην ερημιά της ύλης» είναι ο τίτλος της, και κάτω από αυτόν ζητάει απάντηση το αιώνιο υπαρξιακό ερώτημα «Κι αν υπάρχω, τι είμαι;»
Μια πρώτη αντίδραση του ποιητή εμπεριέχεται στα «Αγρίμια της νύχτας» (σελ.45) και κυρίως στις λέξεις «κρυφά» και «αγρίμια» που επαναλαμβάνονται στο ποίημα:
«Όλα μένουν κρυφά στις λέξεις»
«Όλα μένουν κρυφά
Αγρίμια άγρυπνα σε μεθυσμένα σώματα»
«μακριά από τ’ αγρίμια της νύχτας, μακριά».
Σηκώνοντας κάθε λέξη/πέτρα σε όλο το ποιητικό τοπίο του Γουλιάμου συναντιέσαι με τα αγρίμια της ανείπωτης τραγωδίας.
Ο ποιητής χωρίς να εγκαταλείπει τα θέματα που τον απασχολούν στις δύο προηγούμενες ενότητες, και δεν θα μπορούσε βέβαια να γίνει διαφορετικά· είναι τα τραύματα που πονούν τη μνήμη από τη μια και η διάλυση του παρόντος ανθρώπου που ορά ο νους του από την άλλη, προχωράει πιο πέρα. Εδώ, περισσότερο εδώ από όσο στα προηγούμενα, στρέφεται και συνομιλεί με το αόρατο, με το Σύμπαν. Συνεργάζεται με τη φιλοσοφική του διάσταση σε μια δημιουργική σύζευξη πνευματικής αναζήτησης και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Θα επιχειρήσουμε κάποιες επισημάνσεις:
Στο ποίημα με τίτλο την περικοπή «Πρόσεχε, Ουρανέ, και λαλήσω» (Μέγας Κανών, άγιος Ανδρέας Κρήτης) επικαλείται τον Ουρανό, μια επική επίκληση, να τον προσέξει σε αυτά που θα πει, θα μιλήσει για την οργή των εκπατρισμένων, των σκλαβωμένων, των νεκρών και ζώντων, για την οργή των αδικημένων. (Ανα)ζητά το δίκιο (στον) από τον Ουρανό.
Στο επόμενο «Γεράσαμε τόσο νέοι», θλίβεται για την προϊούσα φθορά του σύγχρονου ανθρώπου. Πεθαίνουμε από λίγο μέρα τη μέρα φυλακισμένοι μέσα σε έναν κόσμο που τον κυβερνάει το χρήμα και οι αγορές, ξοδευόμαστε, μέσα σε ναυάγια χάνουμε την υπόστασή μας. Χαρακτηριστικό το παράθεμα από την ωδή του Μεγάλου Κανόνα του Μ. Σαββάτου: Έκστηθι φρίττων, ουρανέ… Πάλι ο Ουρανός. Εδώ η κατάπληξη για τη φρίκη που προκαλεί η αδιανόητη αποσύνθεση του Ανθρώπου «στην αγκαλιά του άρρωστου χρήματος».
Αλλού (σελ. 48) πονάει και αναρωτιέται για τον θάνατο, για τη διάρκεια της απουσίας, όπως αποκαλεί τον ανυπόστατο κόσμο του θανάτου. Για το κενό και το τίποτα μετά τον θάνατο. Ύστερα (σελ. 49) το ρίγος που προκαλεί «Η ανησυχία της Σοφίας», με το ψυχομάχημα του φεγγαριού, με τον παγωμένο ήλιο, με την απροσδιοριστία του θανάτου, με τον κόσμο θρύψαλα, με τον αέρα να φυσάει στ’ ανήσυχο σύμπαν, στο απέραντο κενό. Πόσο κενό και ερημία το να ξέρεις πως
«Κανένα όνειρο δεν έρχεται απ’ τον ουρανό».
Μοναδικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής δίνει σάρκα στην έμπνευση.
Στο «Η θέα των νεκρών», ας προσέξουμε τη γαλήνη τους, την ωραιότητά τους, την ευτυχισμένη την ανέμελη «ζωή» τους ( ωραία αγναντεύουν τη θάλασσα, ωραία βυθίζονται στον ήλιο, ωραία τραγουδούν, ωραία θερίζουν, ωραία σέρνουν τον χορό…). Και είναι οι νεκροί που αποχωρίστηκαν τραγικά και άδικα τον κόσμο μας. Η επανάληψη της λέξης «Ωραία», πέρα από την ελαφρά ειρωνική χροιά, δίνει μια ιδιαίτερη σήμανση στο περιεχόμενό της, το αντιπαραθέτει με το νοούμενο αντώνυμό της που χαρακτηρίζει τον κόσμο ημών των ζώντων.
Θα κλείσω την περιδιάβασή μου στο «Μάτι της Λέξης» με το «Νήδυμος φωνή» ένα ποίημα από αυτά που μου άρεσαν πολύ. Ως αναγνώστης βίωσα το μηδέν της ύπαρξης, την απογοήτευση του τίποτα
«Δεν υπάρχει θάλασσα γεμάτη ουρανό…/ Δεν υπάρχουν… /Δεν υπάρχουν…/ Απλά συναντάς το απέραντο τίποτα/…Το τρομακτικό τίποτα/όλα τελειώνουν στο βλέμμα του μέλλοντος χρόνου»…,
βίωνα με τρόμο αυτό το τίποτα ώσπου στο τέλος της ανάγνωσης με βρήκε η «νήδυμος» η γλυκιά και ηρεμιστική φωνή του ποιητή, η ελπιδοφόρος:
«Αν μιλήσεις δυνατά χωρίς θόρυβο
Υπάρχουν ακόμα σύντροφοι ν’ ακούσουν
Δεν κάηκε η φωνή τους»
Και πιο κάτω (σελ. 71)
η φωτεινή διαβεβαίωση: «Υπάρχει φως που μέσα του γερνάμε»,
η ισχυρή πίστη: «Τίποτα δε χάνεται/Τίποτα δε χάνεται» και
το ελπιδοφόρο μήνυμα: «Πάλι γεννιούνται κορμιά συντρόφων/Ορμούν στο φως».
Ο Κώστας Γουλιάμος με τον προσωπικό και ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης μετατρέπει τα βιώματα, τα αισθήματα και τις ιδέες σε λέξεις με σάρκα και οστά. Και αυτές οι ζώσες λέξεις μέσα σε τολμηρές εικονικές φράσεις με έκδηλο το υπερρεαλιστικό στοιχείο, αλλά και μόνες τους πότε με τον μεταφορικό χρωματισμό, άλλοτε με τη δύναμη της προσωποποίησης ή με τη μαγεία της αλληγορίας ή με τη σχεδιασμένη σοφά ασάφειά τους και αλλού με την αφοπλιστική ειλικρίνεια της αυτοαναφορικότητάς τους δημιουργούν ένα ποιητικό σύμπαν εξαιρετικού αισθητικού αποτελέσματος.
Με άλλη ανάγνωση, η λέξη εδώ υπερβαίνει κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό της. Το Μάτι της είναι ο τρόπος, ο Λόγος μέσα από τον οποίο βλέπει τα πράγματα, συμβεβηκότα και συμβαίνοντα, τα βλέπει όχι μέσα από το σώμα, το σήμα της, αλλά μέσα από την υπερδομή της (ας μου επιτραπεί η καταχρηστική χρήση του όρου). Έτσι δημιουργεί έναν ποιητικό λόγο σκληρό, αιμάτινο, πέτρινο και μαζί αληθινό και φωτεινό.
Συνοψίζοντας, ο ιδεολογικός και ανθρωποκεντρικός προσανατολισμός του Κ. Γουλιάμου, ο πνευματικός του εξοπλισμός, η πίστη του στον αγώνα για το Δίκαιο, η εμπειρία και το χάρισμα της Μούσας τον οδήγησαν σε ένα θαυμάσιο αποτέλεσμα.

