[άτιτλο]
σκοτάδι άγριο βέλασμα
τη νύχτα χωρίς ζώο
το καλοκαίρι κάπου μακριά αλλά ένας αέρας κατεβαίνει
κανείς δεν λέει πού
από πού
αλάτι
και από πού
κινήσεις βαριές μπροστά από τραπέζια ταβέρνες σε μπαρ
σε κέντρα κανένας δεν θυμάται ήταν φώτα ανοιχτά σβηστά
και όλα σκοτάδι κάποιος που ξεχάστηκε ο ύπνος
τον μαζεύει στον ύπνο μας κατοικούν όλα τα ονόματα
μυρίζουνε χορτάρι ή μήπως Τόσοι άνθρωποι τόσες ώρες
γιατί δειπνούμε στο σκοτάδι;
και σαν να παρασέρνει σαν
ένας άνεμος
όλα όσα συγχωρέθηκαν και όσα ζητούν ακόμη
όλα όσα ξεχάστηκαν και όσα επιμένουν τώρα
μια άνωση ταυτόχρονη
άνωση
ενδιάμεση
σε ζωντανούς και σε νεκρούς τώρα κι ακόμη
πάνω στις άμμους τώρα Αέρας και
Βαθύ Γύθειο Μαυροβούνι Νύχτα
Σώματα απόμερα ζεστά
παραταγμένα ανύποπτα σκοτάδια καθιστά διαδοχικά
σώματα πετσέτες ψάθες
ένας αέρας και το κύμα να τεντώνει πόδια γυμνά
φέρνει από θάλασσα άνεμος αλάτι χτυπάει τα
πρόσωπα τις όψεις το αλάτι
σώματα
πέφτει στο δέρμα σχίζει μαστιγώνει αν ήτανε χαλάζι
και χτίζει
κανείς δεν φεύγει
χτίζει
αποστρέφουμε το πρόσωπο
μας χτυπά σαν να μας συντροφεύει σαν
όλο και χτίζει
εκεί λίγο πιο δίπλα
δίπλα μας
να έχει όψη και μορφή
συλλαβιστή
και κολλητά μας
όλο και χτίζει
ένας άνεμος
ένα άγαλμα
μια όψη υπαρκτή
και δίπλα μας
μια όψη εκεί
θνητό αλάτι.
Θωμάς Τσαλαπάτης
από τη συλλογή Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι
εκδόσεις Εκάτη, 2025


