Η συλλογή του Σωτήρη Σαράκη, «Οδός Κολοκοτρώνη» (εκδόσεις Κουκκίδα 2024), αποτυπώνει υπαρξιακό και κοινωνικό προβληματισμό. Ποίηση με σκηνικό χώρο την οδό Κολοκοτρώνη, στον Βύρωνα, μια ευθεία γραμμή σε αντίθεση με την αντισυμβατική και περιπετειώδη ζωή του αγωνιστή του ’21.
Αξιοποιώντας τους συμβολισμούς της οδού, ο ποιητής στρέφεται αφενός στην προσωπική μνήμη και αφετέρου στα κακώς κείμενα της ζωής και του κόσμου. Δεμένη σε πέντε ενότητες η συλλογή («Καθ΄ οδόν», «Με τους νεκρούς, με τους αγέννητους», «Τα ερωτήματα», «Κοσμο-γραφικά», «Προς τη σιωπή»), διακρίνεται από δεξιοτεχνία και χαμηλόφωνο λυρισμό.
Η οδός Κολοκοτρώνη, στιγμή του παρόντος, κλειδί για την πυροδότηση της ποιητικής αφήγησης, χαράσσει μια τομή που οδηγεί σε αντιπαράθεση το γήρας με τη νεότητα, τη φθορά με τη ρώμη, τη ζωή στο αστικό τοπίο με τις σκηνές στο ύπαιθρο. Σαν αντήχηση οι μνημονικές εικόνες αποκρυπτογραφούν ένα παρελθόν στο χωριό, με γειτονιές και άδεια οικόπεδα, παιχνίδια, φυλαχτά της μάνας. Το ποιητικό υποκείμενο γίνεται «έξι κι εφτά χρονών», παίζει στους δρόμους, συνομιλεί με τον δάσκαλο, τον θεολόγο, τον προπονητή, δέχεται τις νουθεσίες των μεγάλων. «Κουρασμένος οδοιπόρος» πια, αναπολεί τους ανθρώπους που έφυγαν από τη ζωή, «βλέπει τα χρώματα να τρέχουν στις πολύπαθες πλαγιές του Υμηττού», τη ζωή όπως διαδραματίζεται στις ημέρες μας, με τους ρυθμούς της. Η αντιδιαστολή του χωροχρόνου μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τον εξωτερικό στον εσωτερικό κόσμο. Οι αναδρομές φέρνουν στην επιφάνεια τα ψυχικά ρήγματα, την αλλαγή στη μορφή, εγείρουν τον υπαρξιακό προβληματισμό, το ερώτημα για το νόημα του κόσμου, τη θνητότητα.
Περιμένοντας την Ανάσταση
Εδώ λοιπόν στο πέρα-δώθε
της καθημερινής μας ανακύκλωσης, εδώ
σπίτι-δουλειά και τα λοιπά, γραμμή
στο πηγαινέλα της επίπεδης
ζωής μας αφημένοι
ήσυχα περιμένοντας να ’ρθει το πέραν
του πέρα-δώθε της
κατ’ όνομα ζωής μας».
Ο Σαράκης αφορμάται από τις καθημερινές στιγμές, τον περίπατο στον Υμηττό, το αεράκι που φύσηξε ξαφνικά μια ημέρα, το κινητό που αντικατέστησε το φυλαχτό της μάνας. Ψιθυρίζει στίχους παλαιότερων ποιητών, αναφέρει τον Κάλβο, τον Άγρα, τον Καρυωτάκη, συνομιλεί με την ίδια την ποιητική τέχνη. Θεματοποιώντας τη διάσταση ανάμεσα στην ψυχική διάθεση και την αντικειμενική πραγματικότητα, αποτυπώνει τη διαφορά των εποχών. Από τη μια, ο αλλοτινός μακρινός σχεδόν ονειρικός ψυχικός και σωματικός κόσμος. Από την άλλη, η φθορά, σωματική και ψυχική, όπως και η χαμένη ουσία του σήμερα. Η αστικοποίηση και η τεχνολογία επέφεραν ελευθερία, άνεση, όμως προξένησαν μια σκληρή καθημερινότητα, μια μετατόπιση του κέντρου βάρους από τη μεταφυσική στον στυγνό ορθολογισμό, στη φιλοχρηματία, στην ύλη. Το κινητό αντικατέστησε το φυλαχτό της μάνας, ενώ ήρωες σαν τον Κολοκοτρώνη δεν εμφανίζονται εύκολα.
Η διαρκής μετάβαση σε επίπεδα υπαρξιακού και κοινωνικού προβληματισμού διαμορφώνουν μια ποίηση με πυκνή συμβολική οργάνωση, ειρωνική, αλλά και αυτοαναφορική. Ο Σωτήρης Σαράκης στη συλλογή του «Οδός Κολοκοτρώνη» καταφέρνει να ενώσει αρμονικά τον υπερβατικό συμβολισμό με τη χαμηλόφωνη μελαγχολία, τον υποβλητικό και εξομολογητικό λυρισμό με τον ρυθμό και τη μαγεία της γλώσσας.
Ποιος άνεμος
Το φύλλο που το δέρνει ο άνεμος
το φύλλο που το παίρνει ο άνεμος
το πάει μακριά σε ξένη γη
το πάει μακριά σε ξένη ρίζα
το πάει να θρέψει ξένο δέντρο
ήτανε σκόνη μακρινή ήρθε ως εδώ
έγινε φύλλο της μουριάς μας
μας δρόσισε ένα καλοκαίρι με τον ίσκιο του
μας δρόσισε ένα καλοκαίρι στην αυλή μας
ήμασταν σκόνη μακρινή ποιος άνεμος
περνώντας γαλαξίες μας έφερε ως εδώ
στη δροσερή αυλή μας καλοκαίρια· ποιος
και πότε/ γυρίζει αυτός ο άνεμος, πού πάει;
Το φύλλο που το πήρε ο άνεμος
ήτανε φύλλο της μουριάς μας ένα καλοκαίρι.


