“Γελεκτζήδες” της Πωλλέτας Ψυχογυιοπούλου – ένα επετειακό διήγημα σε πρώτη δημοσίευση
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Νύχτα βαριά, νύχτα δίχως ανάσα και όνειρα. Ξημέρωνε Σάββατο, 10 Απριλίου 1826. Ο Λάμπρος πετάχτηκε από το στρώμα του και άρχισε να απαγγέλλει τον Θούριο. Η νύχτα είχε πια χλομιάσει· το ξημέρωμα πλησίαζε. Άδραξε το κονδύλι και χάραξε σε ένα κομμάτι ξυλοκάρβουνο τους αγαπημένους του στίχους: «ο κόσμος να γλυτώση απ’ αυτήν την πληγή, κι ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την γη».

Στο τέλος, οι λέξεις που άρχιζαν από «Ε» κατέκλυσαν το νου του. Το χέρι του υπάκουσε: «Ω Επανάσταση. Ω Έξοδος. Ω Ελευθερία. Ω Ελπίδα. Ω Έρωτα». Μια φλόγα έκαιγε τα σωθικά του. Το Μεσολόγγι ζούσε το ίδιο ξάναμμα. Αυτό το ξημέρωμα δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Η απόφαση είχε παρθεί. Η Έξοδος πλησίαζε.

Ντύθηκε στα γρήγορα, φόρεσε τη φουστανέλα, το σελάχι και το γιλέκο του. Τον βάραινε το χρέος για την πατρίδα και ο έρωτάς του για τη Χρυσάφω. Βγήκε στον δρόμο. Η πόλη ζωσμένη από τη μεριά του νερού από τον τουρκικό και αιγυπτιακό στόλο κι από τη μεριά της στεριάς, από τις ελληνικές ντάπιες και λίγο πιο πέρα, σμήνη εχθρών την πολιορκούσαν ασφυκτικά. Έριξε τα μάτια του στο αντικρινό βουνό. Η Άνοιξη μοσχοβολούσε, λουλούδιαζε η πλαγιά  και ο ήλιος αντιφέγγιζε στα σκαλίσματα των βράχων.

Ντύθηκε βιαστικά. Φόρεσε τη φουστανέλα, το σελάχι, το γιλέκο. Το χρέος για την πατρίδα τον βάραινε, μα εξίσου τον τραβούσε ο έρωτάς του για τη Χρυσάφω. Βγήκε στον δρόμο. Η πόλη, από τη μεριά του νερού, ήταν ζωσμένη από τον τουρκικό και αιγυπτιακό στόλο· από τη στεριά, σμήνη εχθρών την έπνιγαν ασφυκτικά. Έριξε το βλέμμα του στο αντικρινό βουνό. Η Άνοιξη μοσχοβολούσε· η πλαγιά λουλούδιαζε και ο ήλιος άστραφτε στα σκαλίσματα των βράχων.

Προχώρησε γρήγορα. Πήρε το μονοπάτι και μπήκε στον λόγγο, δρασκελώντας τον βράχο που κατέβαινε σε μια βαθύσκιωτη λαγκαδιά. Στάθηκε κάτω από ένα δέντρο. Περίμενε. Τη Χρυσάφω. Ήταν κι εκείνη ένα από τα παιδιά που είχαν δώσει τον ιερό όρκο να υπερασπιστούν την αγιασμένη πόλη μέχρι θανάτου. Έγειρε στις φτέρες. Σκέψεις και πόθοι σωριάστηκαν μέσα του. Ο ήλιος ανέβαινε στον ουρανό και η καρδιά του ανηφόριζε μαζί του, ώσπου την είδε να κατεβαίνει την πλαγιά. Η ομορφιά της ξεχείλιζε.

Θυμήθηκε τον όρκο. Τη στιγμή που, επηρεασμένοι από τη μεγαλειώδη τελετή πάνω στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη, είχαν ορκιστεί κι εκείνοι. Ο πόλεμος βρυχιόταν, ο καπνός έπνιγε τον αέρα και το αίμα κοκκίνιζε τα νερά της λιμνοθάλασσας. Παραταγμένοι στη Μεγάλη Ντάπια, με ψεύτικα σπαθιά στη μέση, ορκίστηκαν να πολεμήσουν μέχρι τέλους. Τότε τα μάτια τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά. Εκεί, ο έρωτας ενώθηκε με τη δίψα για λευτεριά.

Κάθε μέρα αντιμάχονταν τον θάνατο. Μάζευαν βόλια, γέμιζαν ντουφέκια, στέκονταν στις ντάπιες. Με κίνδυνο της ζωής τους εξουδετέρωναν βόμβες, αφαιρώντας το φιτίλι. Έτρεχαν κάτω από τη μύτη του εχθρού για να μεταφέρουν μηνύματα. Είχε ακόμη χαραγμένη μέσα του τη μνήμη των παιδιών που κρεμάστηκαν από τους στρατιώτες του Κιουταχή, μπροστά στα μάτια των δικών τους. Εκείνη τη στιγμή είχε σφίξει το χέρι της. Και ήξερε. Ο έρωτας και ο πόλεμος τους είχαν ήδη δέσει.

Η Χρυσάφω πλησίασε. Ο Λάμπρος σηκώθηκε απότομα. Άνοιξε τα χέρια του, έβγαλε το γιλέκο και το άπλωσε στη γη. Την τράβηξε κοντά του και έπεσαν πάνω του. Ο ουρανός καθάριος. Ο αέρας γλυκός. Η φύση σιωπηλή. Τα χέρια τους ενώθηκαν — χέρια που κρατούσαν και αγάπη και πόλεμο.

Σήκωσαν τα μάτια. Κοίταξαν με μια γλυκιά ζήλια τα αποδημητικά πουλιά. Κανένα δάκρυ. Μόνο φλόγα. Πέτρα. Μπαρούτι. Και έρωτας. Σιγοτραγούδησαν:

Πόλη πλωτή και ιερή,
σε λιμνοθάλασσες δυο χτισμένη,
με τους τριάντα πύργους σου
και τις επτά τις πύλες.

Τη λευτεριά σου θέλουμε,
τη λευτεριά ποθούμε,
ζωή και νιάτα για σε ξεχνούμε.

Τον φόβο και τον εχθρό
στον έρωτά μας ορκιζόμαστε
πάντα να νικούμε.

Η καρδιά τους άνθισε. Η ψυχή τους έγινε ατσάλι. Σηκώθηκαν. Με χέρια ακόμη ζεστά από τον έρωτα, χάραξαν στο δέντρο: «Υπομονή. Η Έξοδος έρχεται.»

Και για πρώτη φορά, δεν φοβήθηκαν τον θάνατο.

 

Περισσοτερα αρθρα