“Η ιαχή των αγγέλων” της Νεφέλης Δημητροπούλου (ISBN: 9786180035384)
Κατερίνα Τσιτσεκλή

Η περίφημη φράση του Βικτόρ Ουγκό «αγάπη είναι ο ασπασμός των αγγέλων προς τ’ άστρα» που αφορά τη γέννηση του αγνού έρωτα στις ψυχές δύο ανθρώπων έρχεται στο νου διαβάζοντας τον τίτλο της πρώτης συλλογής της Νεφέλης Δημητροπούλου «Η Ιαχή των Αγγέλων». Ωστόσο, εδώ η ιαχή είναι θρηνητική γιατί η ποίησή της έχει το ασπρόμαυρο χρώμα της λύπης και η αγάπη έχει αποκτήσει άλφα στερητικό, αφού μιλάει για τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις, που άφησε πίσω της μια σχέση που δεν ευοδώθηκε. Τα όνειρά της που αναφέρονται σε κάποιες στιγμές ευτυχίας δίνουν τώρα ανάσα στις λέξεις της, πριν σβήσουν και ξεχαστούν μαζί με τα φθινοπωρινά φύλλα.

ΕΠΙΣΤΕΨΗ

[…] Τα φτερωτά σου όνειρα / φύλλα που φτερουγίζουνε / στο θρόισμα των δέντρων.

Ο χρόνος φθινόπωρο / βιασύνη ο αγέρας / που φύσηξε και τα πήρε.

Τώρα τσαλακωμένα κάτω / στης γης το χώμα / ελευθερώθηκαν στην τελική πνοή τους.

Η ποιήτρια καταγράφει την οδυνηρή μετάλλαξη του έρωτα από παρουσία σε απουσία, τη μοναξιά που την κατακλύζει, στην προσπάθειά της να τη διαχειριστεί και να νοηματοδοτήσει ξανά τη ζωή της. Τα ποιήματα «φθορά», «πλάνη», «Μοναξιά» και «Δύσερως» συνομιλούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους μέσα από τα κοινά μοτίβα της σκιάς, του εγκλεισμού, της απουσίας. της ανεκπλήρωτης προσδοκίας. Κυριαρχεί η εσωτερικότητα, η σιωπή και η αίσθηση ματαίωσης.

Στη «Φθορά», το σκοτεινό δωμάτιο όπου φυλάσσονται «ζωές ολόκληρες» λειτουργεί συμβολικά ως χώρος αναπόλησης και φυγής από την πραγματικότητα, ενώ το συναίσθημα αποκτά παρουσία σχεδόν σωματική.

«Πλάγιασε δίπλα μου ένα συναίσθημα. / Ξεπρόβαλε παντού στο δωμάτιο, / η κρυμμένη μέσα μου πνιγμένη του σκιά./ Ίσως να κρύβω τη ζωή μου σε αυτό το δωμάτιο. / Ίσως κάπως έτσι, να κρύβουμε ζωές ολόκληρες σε αυτά τα δωμάτια./…

Η γλώσσα είναι χαμηλόφωνη, υπαινικτική, με εικόνες σκοτεινές, κλειδωμένες πόρτες, κλειστά παραθυρόφυλλα, σκιές, που ενισχύουν την αίσθηση της παραίτησης. Η χρήση του πληθυντικού υποδηλώνει ότι δεν αναφέρεται μόνο στον εαυτό της, αλλά και σε όλους όσους έχουν βάλει τη ζωή τους σε παύση. Η φθορά έρχεται σταδιακά, μέσα από τη σιωπηλή αποδοχή.

Η «Πλάνη» συμπληρώνει την εικόνα της παραίτησης και φανερώνει το υπαρξιακό αδιέξοδο που βρίσκεται το ποιητικό υποκείμενο, ιδίως τις ώρες της νύχτας, όταν αναπολεί τις όμορφες στιγμές που τόσο άδοξα χάθηκαν. Εκλεκτή μου Πλάνη και ανεκτίμητη είναι τότε ο τρόπος που προσφωνεί τον άνθρωπο που αγάπησε, ο οποίος με τη δύναμη της επιθυμίας σχεδόν υλοποιείται μέσα στο χώρο και είναι σαν να του απευθύνεται άμεσα.

[…] Πέρα από εσένα, δεν είχα τίποτα τώρα, γράφει. […]Ποθούσε να γεμίσει αποτυπώματα / η ψυχή μου δικά σου, / που τόσο στεγνά σου γδύθηκε, / για να αφεθεί ελεύθερη. / Μα τις ελεύθερες ψυχές τις κυνηγάνε να τις ντύσουν με κουρέλια, / αγάπες αμαθείς και άβαθοι έρωτες. / και εγώ είχα κάτι τριαντάφυλλα για εσένα φυλαγμένα…

Τα τριαντάφυλλα συμβολίζουν την ομορφιά και την ευθραυστότητα της αγάπης, και τώρα εκείνη φοβάται να βγει και να ζήσει, μην τύχει και γίνει έρμαιο ρηχών ανθρώπων και στιγμών.

Η μοναξιά της στο ομώνυμο ποίημα δεν προέρχεται από την απουσία ανθρώπων, αλλά από την απουσία ανταπόδοσης αληθινών συναισθημάτων. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, περνούν, παίρνουν, φεύγουν και εκείνη νιώθει άδεια. Η επανάληψη εντείνει το συναίσθημα της εγκατάλειψης, ενώ ο τελευταίος στίχος,  «είναι άδειοι οι δρόμοι / κι οι άνθρωποι και κρίμα οι μοναξιές μας, κρίμα»,  υποδηλώνει μια γενικευμένη κοινωνική ερήμωση.

Τις νύχτες η μοναξιά γιγαντώνεται, μόνη διέξοδος  και παρηγοριά οι αναμνήσεις. Η απατηλότητα του νου, η απατηλότητα του ονείρου, το ταξίδι της επιθυμίας, η ανάμνηση του έρωτα που θέλει πάλι να ενσαρκωθεί, λειτουργούν παρηγορητικά, αλλά μόνο προσωρινά, δίχως να δίνουν καμία δυνατότητα διαφυγής, γίνονται ο ουροβόρος όφις που την εγκλωβίζει σε έναν φαύλο κύκλο στο ποίημα «Δύσερως». Η τελευταία φράση «πάλι κοντά σου ξημέρωσε» συμπυκνώνει την τραγικότητα της επανάληψης, αλλά και την προσπάθεια διαφυγής.

Συνειδητά, η ποιήτρια εγκαταλείπει τη μοναξιά της, ο πόνος της μετασχηματίζεται, ενώνεται με τον πόνο του άλλου. Η ποίησή της εξελίσσεται και αποκτά κοινωνική διάσταση, χωρίς να χάνει την ευαισθησία της εσωτερικής της φωνής. Στο ποίημα «Έρεβος» μιλάει για τα παιδιά που ζωγραφίζουν ελπίδες, τα πουλιά που πετούν και ενώνουν τα σύνορα και μετά για τα παιδιά που πεινάνε, τα πουλιά που πεθαίνουν, τους αθώους που καταδικάζονται, τα αιματοβαμμένα σύνορα, τα μεγάλα δεινά του κόσμου μας… Η επαναλαμβανόμενη ερώτηση «Τις χαμένες ελπίδες τις είδες;»  εμφανίζει την ευθύνη που βαραίνει όσους δεν θέλουν να δουν. Το «Έρεβος» αποτελεί το πιο ανοιχτά καταγγελτικό ποίημα με την ενοχή εδώ να γίνεται συλλογική και την υπενθύμιση ότι όλοι είμαστε αδέλφια, παιδιά της ίδιας γης.

Στα επόμενα ποιήματα η ποίησή της αποκτά πολυφωνία, το ποιητικό υποκείμενο συχνά αλλάζει. Η ποιήτρια παραχωρεί το λόγο σε όσους δεν έχουν φωνή για να αναδείξει σε πρώτο πρόσωπο τον ψυχικό πόνο που προξενούν αρνητικές συμπεριφορές, είτε σε ατομικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο, στους ανθρώπους που τις βιώνουν και σχολιάζει εκφάνσεις της σύγχρονης ζωής που διαβρώνουν ψυχικά τον άνθρωπο. Με αυτόν το τρόπο, η ποίησή της αποκτά καθολικότητα διατηρώντας ταυτόχρονα την ίδια ευαίσθητη φωνή, αλλά και το υπαρξιακό της βάθος.

Η ψυχή της σκιρτάει, σκιαγραφεί έναν κόσμο αδιάφορο που δεν συμπάσχει με την ανάγκη του άλλου, καθώς είναι βολεμένος μέσα στην περίκλειστη μικρή ζωή του. Το παράπονο ενός άστεγου που ο κόσμος προσπερνά δίχως να του δίνει σημασία ακούγεται στο ποίημα «Περιθώριο».

[…] Δεν σε ενδιαφέρω / με προσπερνάς σαν να είμαι σκιά, / κι ας ζω στην πόλη σου, / κι ας κατοικώ στους δρόμους που κυκλοφορείς. / δεν με βλέπεις, γιατί δεν θέλεις να με δεις. /

Είμαι Άστεγος, όμως άνθρωπος όπως εσείς.

Στο ποίημα «Κλοιός», τα σίδερα που υψώνονται στην ελπίδα φέρνουν στο νου τα σιδερόφραχτα σύνορα και τα κέντρα κράτησης που εγκλωβίζουν για χρόνια μετανάστες και πρόσφυγες και εμποδίζουν την προσπάθειά τους να βρουν καλύτερη τύχη σε άλλα μέρη του κόσμου. Η ποιήτρια επαναλαμβάνει την ίδια φράση που έχει ήδη ακουστεί και στο ποίημα «Έρεβος»: «Σωπάστε ξένοι, παιδιά της ίδιας μάνας. Σωπάστε ξένοι, της ίδιας πατρίδας», θυμίζοντας ξανά ότι η γη είναι η πατρίδα κάθε ανθρώπου. Η φράση «ξεχνάτε αδέρφια την πίστη σας» αναφέρεται στην πίστη στα ανθρώπινα ιδανικά, για ελευθερία, αξιοπρέπεια και ισότητα μεταξύ των ανθρώπων.

Εγώ τα άστρα δεν είδα, / με παρεμπόδισαν τα σίδερα / που υψώσατε στην ελπίδα μου. / Και τώρα τι να την κάνω την  υπομονή μου; / Αντιστάθηκε όσο ήταν και τώρα μ’ αφήνει.

Σωπάστε, ξένοι, παιδιά της ίδιας μάνας. / Σωπάστε, ξένοι, παιδιά της ίδιας πατρίδας. / Ξεχνάτε αδέρφια την πίστη σας, / ξεχάσατε και εμένα.

Στη «Διχόνοια» η ρίζα που φυτρώνει στα χέρια που χρησιμοποιούν βία είναι μια πολύ δυνατή εικόνα, σημάδι ψυχικής φθοράς που ξεκινάει απ’ το μυαλό και την καρδιά του φορέα της.

Οι συνήθειες της καταναλωτικής κοινωνίας εμφανίζονται στο ποίημα «Πλεονεξία». Ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται ως ον που καταναλώνει και καταναλώνεται ταυτόχρονα, εγκλωβισμένος σε έναν φαύλο κύκλο επιθυμίας και ανικανοποίητου. Ωστόσο, η συσσώρευση αγαθών δεν οδηγεί αυτόματα στην ευτυχία και δεν καλύπτει το εσωτερικό κενό που φανερώνει την έλλειψη οράματος για τη ζωή και τον κόσμο.

Η «Απάθεια» αναφέρεται στους ανθρώπους που μένουν μαζί από συνήθεια. Η εναλλαγή του «συνήθισες» και του «συνήθισα» υποδηλώνει την κοινή αποδοχή μιας κατάστασης μαρασμού και φθοράς. Οι έρωτες είναι «άψυχοι», οι λέξεις «κενές», τα βράδια «παγωμένα». Η απάθεια καλλιεργείται αργά, μέσα από μικρές υποχωρήσεις γίνεται κανονικότητα. Εξωτερικά τίποτα δεν μοιάζει τραγικό και αυτό είναι σκληρό.

«Δυστυχία είναι άνθρωποι καλοί, προδομένοι και μόνοι», αυτός ο τελευταίος στίχος συνοψίζει την έννοια της δυστυχίας, σύμφωνα με την ποιήτρια στο ομώνυμο ποίημα.

[…] Άνθρωποι που δεν έχουν ποιον να αγκαλιάσουν ή τη δύναμη. / Βήματα που δεν έχουν πού να πάνε, / παρά πλανεύονται σε δρόμους και χάνονται./ Χαμόγελα κρυμμένα στην ατέλειωτη αναμονή / ή πνιγμένα στη θλίψη…

Οι εικόνες της σκιαγραφούν εικόνες ακινησίας και ματαίωσης: χέρια που δεν αγκαλιάζουν, βήματα που δεν οδηγούν πουθενά, έρωτες που δεν έσμιξαν. Η επανάληψη δίνει την αίσθηση ότι αυτή η κατάσταση αγγίζει πολλούς ανθρώπους. Ωστόσο, πιο δυστυχισμένοι δεν είναι όσοι δεν έζησαν, αλλά όσοι έπαψαν να αναζητούν την ευτυχία γράφει η ποιήτρια και αυτό είναι ίσως το έναυσμα για να αφήσει πίσω το παρελθόν και να κοιτάξει μπροστά.

Τα ποιήματα «Νοσταλγία», «Μειδίαμα» και «Έφαψη» επιβεβαιώνουν αυτή την πιο αισιόδοξη στάση. Το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να συμφιλιώνεται με το τέλος της σχέσης και να κρατά μόνο τις καλές αναμνήσεις, παρόλο που συνεχίζει να νοσταλγεί, στο πολύ όμορφο ποίημα «Nοσταλγία»:

Μακάρι να είχα κρατήσει / μια τούφα / από τα καστανά σου μαλλιά. / Μακάρι να μην είχες φύγει / ή να μην είχα τόσο εξαρτηθεί / από αυτά.

Από τη μυρωδιά, / τη μορφή / την υφή τους. / Από καθετί δικό σου, / που πήρες μακριά.

Μακάρι να είχα κρατήσει, / έστω μια τούφα. / Να τη μυρίζω κλαίγοντας / καρτερικά.

Το «Μειδίαμα» περιγράφει μια όμορφη ανάμνηση που την κάνει να χαμογελάσει:

Κάθε απροκάλυπτό σου μειδίαμα, / ξέχειλο με τα σαρκώδη χείλη / χάνεται, αναδιπλώνει και πίνεται.

Σαν υδαρής επιθυμία, / κάθε απροσάρμοστη καμπύλη / γεννάται, σβήνει / και αφήνεται.

Εκεί που εφάπτονται τα δυο σου χείλη.

Στο ποίημα «Έφαψη» επιχειρείται μια πολύ προσεκτική επαναπροσέγγιση του άλλου. Εκείνος που μιλάει δεν εμφανίζεται ως σωτήρας, αλλά ως άνθρωπος που έχει κάνει τη δική του πορεία αυτογνωσίας και βρέθηκε αντιμέτωπος με τον εγωισμό του. Αναγνωρίζει τις δικές της επιφυλάξεις και την ανάγκη να πλησιάσει προσεκτικά. Το ποίημα συνομιλεί με τα πρώτα ποιήματα, «Φθορά», «Πλάνη», «Μοναξιά» όπου ακούγεται η γυναικεία φωνή. Η φράση «πρέπει να προστατέψω τα χέρια σου» λειτουργεί συμβολικά σαν υπόσχεση ότι δεν πρόκειται να την αφήσει να πληγωθεί ξανά:

[…] Ξέρω πώς φοβάσαι, / όταν σου προσφέρουν λουλούδια, / όσα βλέπεις είναι αγκάθια. / Μη με κρατήσεις μακριά, / πρέπει να προστατέψω τα χέρια σου…

Συνολικά, τα τρία αυτά ποιήματα σηματοδοτούν μια ουσιαστική ψυχολογική αλλαγή, μια στροφή προς την ελπίδα, τη συμφιλίωση και τελικά τη γαλήνη.

Στο «Φάρο» η ερωτική σχέση εσωτερικοποιείται παρουσιάζεται πλέον ως σταθερό σημείο αναφοράς που δίνει νόημα στη ζωή. Λειτουργεί σαν φάρος όταν νιώθει ότι η ύπαρξή της δεν είναι παρά ένα καράβι που αρμενίζει στα κύματα μέσα στην αγωνία και το σκοτάδι. Η ανάμνηση της αγάπης γίνεται ο φάρος που προσανατολίζει.

Στο «Έαρ» η ποιήτρια εκφράζει την αγάπη της στη γη και της ζητάει να ανθίζει.

Κάθε τόσο να ανθίζεις, / γεμίζοντας τον κόσμο καλοσύνη, / σκορπίζοντας απλόχερα τη γαλήνη σου. / Σε αυτόν τον γκρίζο κόσμο / είσαι εσύ, που ζωντανεύεις τα χρώματα.

Κάθε τόσο να ανθίζεις, / τα αρώματά σου να ζωντανεύουν τους γύρω / κι η αγάπη να τους ξυπνά, / να μη γεννούν πια πόνο / και τότε εγώ, θα ζω για σένα μόνο. / Μα κάθε τόσο να ανθίζεις.

Και έτσι ακολουθεί η ίαση που ξεκινώντας από τον πόνο και την αιχμηρή καταγραφή καταλήγει στην αποδοχή, την ηρεμία, και τελικά στο χαμόγελο.

[…] Ο ποιητής μου πονά, / με λόγια αιχμηρά που κατέγραψε, / μα όταν ήρθανε μέρες / που αυγή στον τόπο έγνεψε, τα κύματα του ημέρευσε.

Ο ποιητής μου / που τον κόσμο αποτύπωσε, γέλασε.

Η ίαση δεν έρχεται ως θαύμα, αλλά ως αποτέλεσμα διαδρομής. Πρόκειται για ποίηση που δεν αποστρέφεται τον πόνο, αλλά τον διασχίζει, χαράσσοντας πορεία προς το φως. Η Ιαχή των Αγγέλων, η πρώτη ποιητική συλλογή της Νεφέλης Δημητροπούλου, ξαφνιάζει με την ωριμότητα, το υπαρξιακό της βάθος και την ιδιαίτερη ποιητική της φωνή.

Περισσοτερα αρθρα