Η πρώτη ποιητική συλλογή της Νεφέλης Δημητροπούλου με τίτλο «Η ιαχή των αγγέλων» εκδόσεις Πηγή, 2025, ανήκει στο χώρο της εξομολογητικής και κοινωνικά ευαίσθητης ποίησης.
Τα ποιήματα λειτουργούν ως ομόκεντροι κύκλοι που περιβάλλουν καταστάσεις όπως η φθορά του συναισθήματος, η μοναξιά, η κοινωνική αποξένωση και η περιθωριοποίηση ως αποτέλεσμα του ατομικισμού μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας χωρίς μέριμνα για τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Μιας κοινωνίας που μέσω της σημερινής κατάστασης της παιδείας έχει εγκαταλείψει τις ανθρωπιστικές αξίες του παρελθόντος δίνοντας έμφαση στον ατομικισμό, την τεχνολογία και το κέρδος είτε αυτό μεταφράζεται σε χρήμα είτε σε likes και στην επίπλαστη κοινωνική καταξίωση.
Η συλλογή κινείται βασικά γύρω από τρεις άξονες:
Κεντρικός άξονας της συλλογής είναι η υπαρξιακή αναζήτηση.
Δεύτερος άξονας είναι αυτός της κοινωνική κριτικής αλλά και της συλλογικής ευθύνης.
Τελευταίος άξονας αυτός της κάθαρσης μέσα από την ίδια την ποίηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της υπαρξιακής αναζήτησης αποτελεί το ποίημα «Φθορά».
ΦΘΟΡΑ
Πλάγιασε δίπλα μου ένα συναίσθημα.
Ξεπρόβαλε παντού στο δωμάτιο,
η κρυμμένη μέσα μου πνιγμένη του σκιά.
Ίσως να κρύβω τη ζωή μου σε αυτό το δωμάτιο.
Ίσως κάπως έτσι, να κρύβουμε ζωές ολόκληρες σε
αυτά τα δωμάτια.
Σε κάμαρες, που τα λόγια δεν τις αγγίζουν,
αφού κλειδώσει η πόρτα
και συντροφεύονται από τα σκοτάδια της φυγής,
σαν κλείσουν τα παραθυρόφυλλα.
Έτσι κι εμείς δε θέλαμε να δούμε.
Αρκούμαστε σε αυτά, για να ‘χουμε,
πως ζήσαμε να πούμε
σαν κλειδωμένες και έρημες σκιές.
Εδώ κυριαρχεί ως σκηνικό ο εσωτερικός χώρος με τη μορφή ενός δωματίου όπου το συναίσθημα «πλαγιάζει» δίπλα στο ποιητικό υποκείμενο αποκτώντας υλική υπόσταση ενώ η «πνιγμένη του σκιά» εκφράζει αυτά που παραμένουν εγκλωβισμένα που δεν καταφέρνουν να φωτιστούν. Ενώ η εικόνα της κλειδωμένης πόρτας δηλώνει τη συνενοχή αφού όπως γράφει χαρακτηριστικά «Έτσι κι εμείς δε θέλαμε να δούμε». Το δωμάτιο αυτός ο μικρός χώρος που ωστόσο κρύβει ολόκληρες ζωές. Μια υποψία «Καρυωτακικής οπτικής» διασχίζει υποδόρια το ποίημα καθώς συνομιλεί με μια μακρά παράδοση υπαρξιακής ποίησης, όπου η ζωή βιώνεται ως ελλιπής, ως κάτι που «αρκούμαστε» να αφηγηθούμε εκ των υστέρων, χωρίς να το έχουμε πραγματικά ζήσει.
Οι ποιητικές συνθέσεις Φθορά, Στερεότυπα, Μοναξιά, Περιθώριο, Όνειδος, Νοσταλγία, Αναζήτηση και Ίαση συγκροτούν έναν εσωτερικό κύκλο, έναν άτυπο άξονα μετάβασης από τη διάψευση και την απώλεια προς τη συνειδητοποίηση και, τελικά, προς μια μορφή κάθαρσης.
Η υπαρξιακή διάσταση της συλλογής συμπλέκεται οργανικά με την κοινωνική κριτική. Στο ποίημα Στερεότυπα και στο Περιθώριο η ποιητική φωνή στρέφεται ευθέως προς την κοινωνία, καταγγέλλοντας την αδικία, την απάτη και την απανθρωποποίηση. Τα «πολυφορεμένα στερεότυπα» δεν παρουσιάζονται απλώς ως αφηρημένες ιδέες, αλλά ως μηχανισμοί που «θέσπισαν κόσμο αμαθή και άδικο» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. Η χρήση του ρήματος «θέσπισαν» προσδίδει θεσμικό βάρος στη βία των στερεοτύπων, υπονοώντας ότι η αδικία δεν είναι τυχαία, αλλά συστηματική και στοχευμένη.
Ένα ιδιαίτερο ποίημα είναι και αυτό με τον τίτλο «Περιθώριο»:
ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
Δεν έχω αξία για εσένα,
γιατί δεν έχω κάτι να κλέψεις
ή να μοχθήσεις.
Δεν είμαι φίλος σου,
γιατί δε φοράω τα ρούχα σου
ή το αγαπημένο σου κόσμημα.
Δε με επισκέπτεσαι,
αφού δεν έχω πόρτες στο σπίτι.
Κι ούτε θες να σε επισκεφτώ,
αφού δεν είμαστε το ίδιο καθαροί.
Δε με συμπαθείς,
γιατί δεν ταιριάζω στην αισθητική
ούτε στον τρόπο ζωής σου.
Γιατί δεν είμαστε το ίδιο ισχυροί.
Δε σε ενδιαφέρω,
με προσπερνάς σα να είμαι σκιά,
κι ας ζω στην πόλη σου,
κι ας κατοικώ στους δρόμους που κυκλοφορείς.
Δε με βλέπεις, γιατί δε θες να με δεις.
Είμαι Άστεγος,
όμως άνθρωπος, όπως εσείς.
Εδώ, η κοινωνική κριτική αποκτά σαφή πολιτική χροιά. Η φωνή του άστεγου ποιητικού υποκειμένου συγκροτείται μέσα από συνεχείς αρνήσεις: «Δεν έχω αξία», «Δεν είμαι φίλος σου», «Δε με επισκέπτεσαι». Η επανάληψη λειτουργεί σωρευτικά, δημιουργώντας έναν λόγο καταγγελτικό. Η απουσία «πόρτας στο σπίτι» μετατρέπεται σε σύμβολο κοινωνικής αορατότητας, ενώ η καταληκτική δήλωση «Είμαι Άστεγος, / Όμως άνθρωπος, όπως εσείς» λειτουργεί ως ηθικός πυρήνας του ποιήματος.
Η Δημητροπούλου δεν ηθικολογεί αλλά με όπλο απλές καθημερινές λέξεις αναδεικνύει τη βαρβαρότητα της αδιαφορίας. Η συγγένεια με την κοινωνικά ευαίσθητη ποίηση της μεταπολεμικής γενιάς —ιδίως με τον Ρίτσο— είναι εδώ αισθητή, χωρίς να μετατρέπεται σε μίμηση.
Η Μοναξιά αποτελεί ένα από τα πιο συγκινησιακά φορτισμένα ποιήματα της συλλογής:
ΜΟΝΑΞΙΑ
Τη μοναξιά μου,
πολλοί τριγύρισαν.
Κάποιοι τάχα της κρατήσαν
συντροφιά
κι ίσως γέλασαν για λίγο,
όμως επέστρεφε πάλι.
Άλλοι περνούσαν ανέπαφα
και δεν τη λογάριαζαν.
Όμως αυτή δεν ξέχασε κανέναν.
Αντίθετα, σε όλους τους κάτι έδωσε,
να πάρουν μαζί τους φεύγοντας.
Μα δε φύλαξε κάτι για εκείνη.
Μοναξιά μου,
κανείς δεν θυμήθηκε εσένα
κανείς δεν γύρισε, κανείς δεν έδωσε,
παρά για εκείνον.
Και τελικά,
ίσως κανείς δεν νοιάστηκε κι αν σε είδε
κι αυτό η μοναξιά θα πει.
Είναι άδειοι οι δρόμοι
κι οι άνθρωποι
και κρίμα οι μοναξιές μας, κρίμα.
Η μοναξιά προσωποποιείται, αποκτά μνήμη και συνείδηση, θυμάται όλους όσους πέρασαν από κοντά της, ενώ εκείνοι δεν θυμήθηκαν ποτέ εκείνη. Η αντιστροφή αυτή είναι ιδιαίτερα εύστοχη καθώς ορίζει την μοναξιά όχι ως απουσία, αλλά ως παρουσία που δίνει, χωρίς να λαμβάνει.
Στο ποίημα Νοσταλγία, η απώλεια αποκτά πιο προσωπικό, ερωτικό χαρακτήρα. Η τούφα των μαλλιών λειτουργεί ως φετιχιστικό αντικείμενο μνήμης, φορέας οσμής, υφής και μορφής. Η εξάρτηση από το σώμα του άλλου δεν εξιδανικεύεται· αντιθέτως, αναγνωρίζεται ως πηγή πόνου. Η επανάληψη του «Μακάρι» αποτυπώνει τη ματαιότητα της επιθυμίας να ανακτηθεί το παρελθόν, ενώ η εικόνα της καρτερικής όσφρησης συνδέει τον θρήνο με μια σχεδόν τελετουργική πράξη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποίημα Όνειδος, όπου η ποιήτρια στρέφεται στην ίδια την ποίηση.
ΟΝΕΙΔΟΣ
Δεν είμαι στίχος.
Πιο πολύ μοιάζω με ραβασάκι.
Που θα διαβάσουν όσοι ξέρουν να αφήνονται
και θα το νιώσουν όσοι τόσο δόθηκαν,
που τίποτα δεν έμεινε πια να δώσουν.
Παρά παλεύουν σαν άδεια δοχεία
ακόμη να γεμίσουν τους άλλους.
Δεν είμαι παρά ένας άδειος στίχος,
πιο πολύ μοιάζω με ραβασάκι.
Θαρρείς, που κάποιος γρήγορα έγραψε
και το πέταξε.
Η άρνηση «Δεν είμαι στίχος» συνιστά μια μεταποιητική δήλωση: το ποίημα δεν διεκδικεί υψηλή αισθητική αυτάρκεια, αλλά μοιάζει με «ραβασάκι», κάτι πρόχειρο, εφήμερο, σχεδόν πεταμένο. Η αυτοϋποτίμηση αυτή, ωστόσο, λειτουργεί ειρωνικά: το ποίημα ακριβώς μέσω αυτής της άρνησης αποκαλύπτει τη βαθιά του ανάγκη να επικοινωνήσει.
Η Αναζήτηση και η Ίαση λειτουργούν ως ποιήματα-επίλογοι, χωρίς ωστόσο να προσφέρουν εύκολες λύσεις. Ο ποιητής πονά, παρατηρεί, καταγράφει και τελικά γελά. Η διαδρομή από τα «λόγια αιχμηρά» προς τα «ήμερα κύματα» συνιστά μια μεταφορά της ίδιας της ποιητικής λειτουργίας ως διαδικασίας ίασης. Η ποίηση δεν εξαφανίζει τον πόνο, αλλά τον μετασχηματίζει, τον κάνει πιο υποφερτό.
Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω πως η τέχνη της ποίησης είναι από τις λίγες τέχνες, ίσως η μοναδική που δεν διδάσκεται. Απαραίτητη προϋπόθεση βεβαίως είναι το ταλέντο αλλά η εξέλιξη του ποιητή βασίζεται στην προσωπική του μελέτη σχετικά με την τέχνη του και κυρίως στις εμπειρίες του, στα προσωπικά του βιώματα και στο τρόπο που τα επεξεργάζεται. Συνήθως οι πρώτες ποιητικές συλλογές που εκδίδουν οι ποιητές περιλαμβάνουν περισσότερο προσχέδια ποιημάτων (πρωτόλεια) παρά ολοκληρωμένα και ώριμα ποιήματα. Η Νεφέλη Δημητροπούλου προφανώς αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα καθώς με αυτή την πρώτη ποιητική της κατάθεση την οποία έγραψε σε νεαρή ηλικία μας παρουσιάζει αξιόλογα και άρτια ποιήματα.
Με ειλικρίνεια, συναισθηματική καθαρότητα και κοινωνική ευαισθησία, η ποιήτρια χαρτογραφεί τον εσωτερικό και εξωτερικό της κόσμο, χωρίς να φοβάται την έκθεση και την σύγκρουση με τον εαυτό της και τον κόσμο.
Πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη ποιήτρια και θα παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την εξέλιξή της.


