Η νουβέλα Σφιχταγκαλιάσματα και Φτερουγίσματα – Ο χορός της ζωής αποτελείται από επτά αυτοτελή αλλά συγκοινωνούντα αφηγήματα, όπου η ατομική μνήμη, η συλλογική εμπειρία και η υπαρξιακή αγωνία συνυφαίνονται. Τα «σφιχταγκαλιάσματα» του τίτλου, αποκαλύπτοντας τις όψεις ενός κόσμου σημαδεμένου από στέρηση και σιωπή, υποδηλώνουν την ανάγκη για εγγύτητα, προστασία και αγάπη. Ταυτόχρονα, εμπεριέχουν το στοιχείο του ασφυκτικού δεσμού, της καθηλωτικής οικειότητας που δεν αφήνει περιθώριο διαφυγής. Τα «φτερουγίσματα», από την άλλη, παραπέμπουν στην επιθυμία της φυγής, της υπέρβασης και της ελευθερίας, αλλά και στην ευθραυστότητα της προσπάθειας να ξεφύγει κανείς από προκαθορισμένους ρόλους.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα εκτυλίσσεται ο «χορός της ζωής», ως μια διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στην παραμονή και την αναχώρηση, στην υποταγή και την εξέγερση. Κεντρική θέση στο έργο κατέχει η γυναικεία εμπειρία. Οι ηρωίδες είναι γυναίκες που ζουν μέσα σε αυστηρές και ανελαστικές δομές: την παραδοσιακή οικογένεια, το χωριό, την κοινωνία της επιτήρησης και των άγραφων κανόνων. Είναι θύματα, αλλά την ίδια στιγμή φέρουν μέσα τους μια υπόγεια δύναμη, μια ανθεκτικότητα. Νιώθουν ένοχες για πράγματα που δεν ελέγχουν, για απώλειες που δεν προκάλεσαν, για επιθυμίες που δεν τους επιτράπηκαν. Οι ενοχές επιδρούν πάνω τους ως διαγενεακό βάρος, μεταβιβαζόμενο από μάνα σε παιδί, από παρελθόν σε παρόν. Η μητρότητα, ο γάμος, η ερωτική στέρηση και η απώλεια εγγράφονται σε έναν ευρύτερο υπαρξιακό προβληματισμό γύρω από την ευθύνη, την τύχη και την αδυναμία του ανθρώπου να αντιταχθεί σε όσα τον καθορίζουν.
Η Ελλάδα των δεκαετιών του ’50 και του ’60, τα μετεμφυλιακά τραύματα, η πολιτική καχυποψία, η φτώχεια και η μετανάστευση επηρεάζουν δραματικά τους χαρακτήρες, ενώ η αστυφιλία και η ξενιτιά παρουσιάζονται ως μια νέα μορφή μοναξιάς και αλλοτρίωσης. Η μετάβαση από το χωριό στις βιομηχανικές κοινωνίες της Ευρώπης συνοδεύεται από τη διάρρηξη των δεσμών και την αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν ανήκει πλήρως ούτε εδώ ούτε εκεί. Η ζωή παρουσιάζεται ως διαρκής άσκηση απώλειας και αποδοχής του θανάτου. Ο «χορός της ζωής» είναι εύθραυστος, γεμάτος παραπατήματα, όπου κάθε βήμα απαιτεί απαντοχή και κουράγιο. Σε αυτό το πλαίσιο, η φύση και τα αντικείμενα της καθημερινότητας –ο αργαλειός, οι σκάφες, τα πουλιά, τα λουλούδια– αποκτούν συμβολική βαρύτητα. Τα πουλιά, ιδίως, επανέρχονται ως εικόνα διττή: άλλοτε εγκλωβισμένα σε κλουβιά, άλλοτε έτοιμα να πετάξουν, ενσαρκώνουν την αγωνία της ελευθερίας και τον φόβο της πτώσης. Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη αξιοποιεί αυτά τα μοτίβα δημιουργώντας ένα πυκνό νήμα συμβολισμών που ενώνει τις επιμέρους εξιστορήσεις.
Από τη σπονδυλωτή μορφή στη σπονδυλική μνήμη
Η σπονδυλωτή σύνθεση της νουβέλας αντανακλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η εμπειρία: αποσπασματικά, επαναληπτικά, με επιστροφές και χάσματα. Η επιλογή αυτή δεν προκύπτει ως ειδολογική πρόθεση εκ των προτέρων, αλλά ως αποτέλεσμα μιας εσωτερικής συνοχής που αναδύεται κατά τη γραφή, σμίγοντας αρμονικά τον εσωτερικό μονόλογο με το ποντιακό ιδίωμα και το ηθογραφικό στοιχείο. Καίρια είναι εδώ και η λειτουργία της γλώσσας. Έντονα περιγραφική και αισθητηριακή, ελεγειακή αλλά και σκληρά ρεαλιστική, ισορροπεί ανάμεσα στο καθαρά αφηγηματικό και το λυρικό.
Η παρουσία της Δήμητρας, άλλοτε στο προσκήνιο και άλλοτε στο περιθώριο, αποτελεί τον κεντρικό ιστό γύρω από τον οποίο απλώνονται τα επιμέρους αφηγήματα ως ενιαίο σώμα, όπου κάθε μέρος φέρει τη μνήμη του όλου. Η Δήμητρα δεν εμφανίζεται μόνο ως συγκεκριμένη ύπαρξη αλλά και ως συμβολική μορφή, χωρίς να χάνει το ατομικό της βάρος. Σε αυτή τη διπλή της υπόσταση έγκειται η δύναμή της. Ενσαρκώνει τη γυναίκα της ελληνικής επαρχίας της μεταπολεμικής περιόδου, χωρίς να εξαντλείται σε έναν τυπολογικό ρόλο. Η εσωτερική της ζωή, οι στοχασμοί, οι σιωπές και οι μικρές, αθόρυβες αντιστάσεις την καθιστούν πρόσωπο τραγικό με την αρχαιοελληνική έννοια: παγιδευμένη σε συνθήκες που δεν επέλεξε, αλλά ικανή να τις συνειδητοποιήσει.
Κομβικό ζήτημα στο έργο αποτελεί και η πατριαρχία, όχι ως αφηρημένο σύστημα αλλά ως καθημερινή πρακτική που εγγράφεται στα σώματα και στις σχέσεις, με ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των ίδιων των γυναικών στην αναπαραγωγή της πατριαρχικής δομής. Η συγγραφέας αποφεύγει τον απλουστευτικό διχασμό θύτη και θύματος και προτείνει μια πιο σύνθετη ανάγνωση, όπου η γυναίκα εμφανίζεται ταυτόχρονα ως υποκείμενο και ως φορέας του συστήματος που την καταπιέζει. Η προσέγγιση αυτή προσδίδει στο έργο κριτικό βάθος και το καθιστά επίκαιρο, καθώς μεταφέρει τη συζήτηση από την καταγγελία στην επίγνωση. Η πατριαρχία δεν καταπιέζει μόνο τις γυναίκες· αλλοτριώνει και τους άνδρες, εγκλωβίζοντάς τους. Η σύγκρουση δεν είναι ανάμεσα στα φύλα, αλλά ανάμεσα στον άνθρωπο και σε μια απάνθρωπη δομή. Η θέση αυτή διαπερνά υπόγεια τη μυθοπλασία, καθιστώντας το έργο λιγότερο διδακτικό και περισσότερο στοχαστικό.
Σε επίπεδο αφηγηματικής λογικής, η αφήγηση κινείται ανάμεσα στον κοινωνικό ντετερμινισμό και στις χαραμάδες της ελεύθερης βούλησης. Οι ηρωίδες φαίνεται συχνά να ακολουθούν προδιαγεγραμμένες διαδρομές: το προξενιό, τον γάμο, τη μητρότητα, τη σιωπή. Η αντίσταση εκδηλώνεται κυρίως εσωτερικά: στη σκέψη, στη μνήμη, στη φαντασία, στην τέχνη. Η τέχνη, και ειδικότερα το διάβασμα και η γραφή, προβάλλουν ως δυνατότητες εσωτερικής διαφυγής και αυτοπραγμάτωσης. Δεν προσφέρουν λύσεις, αλλά ανοίγουν παράθυρα. Σε έναν κόσμο που συχνά αρνείται τον έρωτα, την ελευθερία και την αυθεντική έκφραση, η τέχνη λειτουργεί ως χώρος συνάντησης με τον εαυτό και τον Άλλον.
Η φυγή, η μόρφωση, η γραφή, το εργόχειρο, λειτουργούν ως εναλλακτικοί χώροι ελευθερίας, έστω κι αν δεν ανατρέπουν άμεσα την εξωτερική πραγματικότητα. Ιδιαίτερα εύγλωττη είναι η μετατροπή του εργόχειρου σε συμβολικό τόπο επιθυμίας και αυτοθεραπείας. Το κέντημα στις «Ψιλοβελονιές», από απλή οικιακή δραστηριότητα, μετασχηματίζεται σε πράξη δημιουργίας και εσωτερικής συνομιλίας, καθώς εντάσσεται σε μια μακρά γυναικεία παράδοση –από την Πηνελόπη έως τις μανάδες του 20ού αιώνα– αναδεικνύοντας τη χειρωνακτική εργασία ως πρόδρομη μορφή γραφής. Το νήμα και η βελόνα μετατρέπονται σε γλώσσα, ώστε να ειπωθούν αλλιώς όσα δεν μπόρεσαν να αρθρωθούν και να γίνουν λόγος.
Η νουβέλα δεν αποσκοπεί στη νοσταλγία ή στην εξιδανίκευση, αλλά στην κατανόηση. Δεν κλείνει πληγές· ανοίγει, όμως, έναν χώρο πολύτιμης μνήμης και αναστοχασμού. Με την αφήγηση να μετεωρίζεται ανάμεσα στην εντοπιότητα και τον μοντερνισμό, η εμπειρία της μετανάστευσης αντιμετωπίζεται ως υπαρξιακή ρήξη. Η απώλεια της γλώσσας, του τόπου και των οικείων σχέσεων μετασχηματίζει τη μνήμη και την ταυτότητα, άλλοτε προσεγγίζοντας και άλλοτε βίαια αποκόπτοντας τα πρόσωπα από το περιβάλλον τους. Η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο δεν είναι πάντοτε η αναμενόμενη. Και στις δύο περιπτώσεις, ο ψυχισμός δοκιμάζεται οριακά.


