
Η νέα ποιητική συλλογή τής Μάνιας Μεζίτη με τίτλο «Τον ελέφαντα είδαν πρώτα» (εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2025) υπό μία έννοια συνεχίζει την καταβύθιση στον ψυχισμό της δημιουργού, όπως η ίδια αυτή διαδικασία αποτυπώθηκε στην προηγούμενη εργασία της με τίτλο «Αγαπημένε μου πατέρα» (εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, 2024), με τη διαφορά ότι στη νέα ποιητική σύνθεση το ψυχαναλυόμενο υποκείμενο είναι η ίδια και στη θέση τού ψυχαναλυτή εντοπίζουμε τον εκτεθειμένο εαυτό της, σε πλήρη διάσταση θέσης και τοποθέτησης. Η γεωγραφία της διεργασίας αυτής γνωρίζει εκ των προτέρων αποστάσεις. Οι τελευταίες προσεγγίζουν τις αποστάσεις που χωρίζουν το εγώ τής δημιουργού από το εκάστοτε -κατασκευασμένο- εγώ τής ηθελημένα εγκαταλελειμμένης προοπτικής αναδόμησης των κοινωνικών σχέσεων. Επαναλήψεις και ξανά επαναλήψεις μία στείρας καθημερινότητας έχουν μετατραπεί σε δόγμα ενός προσδόκιμου που, ωστόσο, δε βιώνεται εμπειρικά, αλλά εξωτερικά, ως παρένθεση στο σύνολο των επιρροών τής καθημερινότητας, επιρροές οι οποίες με τη σειρά τους ορίζουν το περιεχόμενο και την ταυτότητα των συμβαλλόμενων μερών. Η δημιουργός και οι άνθρωποι που εισβάλλουν κάθε τόσο στη ζωή της συγκροτούν το επέκεινα ενός χωρικού αποδεικτικού γεμάτο αντιφατικές αφηγήσεις. Όμως, οι τελευταίες δεν παύουν να αποτελούν την ένδειξη της ατομικής ήττας, καθότι εγκλωβισμένες σε μία σχέση εξάρτησης, από την οποία αδυνατούσαν να διαφύγουν. Αυτή η ήττα είναι η αχίλλειας πτέρνα της ισορροπίας ανάμεσα στην επιδίωξη για ζωή, της ποιήτριας, για ολοένα περισσότερο ζωή.
Και αυτή η συνήθεια της επανάληψης, καταλήγει, εν τέλει, στην παθολογία της αντίστασης ως εν δυνάμει ολικές ρήξεις, που, όμως, εξαντλούνται στο κοινό χειροκρότημα, στην πρώτη αυθόρμητη έκρηξη ενθουσιασμού, μέχρι να προσαρμοστούν στις ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις, στις ίδιες επαναλαμβανόμενες συμβάσεις, στα ίδια ομοιόμορφα γνωρίσματα της συμβολικής αλήθειας των πραγμάτων. Επομένως, η ποιήτρια, στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, εξιστορεί τις περιπτώσεις αντιγραφής στις οποίες υπέπεσε η σκέψη της, δίχως ταυτόχρονα να εγκολπώνεται την ευθύνη για την πορεία των επιλογών της. Αντιγραφές οι οποίες εφαρμόζονται στις συμπεριφορές των σχέσεων που διαμορφώνονται ήδη από την παιδική ηλικία, και μέχρι την ενηλικίωση του δρώντος υποκειμένου έχουν ήδη ενσωματωθεί στο μορφικό σχήμα που αναπαράγει τον εαυτό του μέσα από το γυναικείο σώμα. Η αίσθηση «ακινησίας» που αποπνέει η συλλογή είναι χαρακτηριστική της γραφής τής Μάνιας Μεζίτη, μία αίσθηση η οποία ταυτίζεται με την οριζόντια αναλογία των κεκτημένων τής πατρικής αναφοράς, έως ότου η τελευταία παραχωρήσει τη θέση της στην αρχαιολογία των συναισθημάτων, περιχαρακωμένων στην τέχνη τής αφαίρεσης. Όσο περισσότερο αφαιρεί μνήμες και τα συναισθήματα αυτών, τόσο επενδύει στη συνθηματολογία των διακηρυγμένων προθέσεων, τις οποίες δεν προδίδει ποτέ. Η άρνηση εγκατάλειψης της πατρικής φιγούρας είναι η ταυτόχρονη παραδοχή τού ρόλου τής μητέρας που ανέλαβε με τρόπο διασταλτικό, ακυρώνοντας την οπτική τής ανεξαρτησίας, υιοθετώντας το σχήμα τής αντικατάστασης της τελευταίας από συνειρμούς σύνθεσης και τεχνικής αντιστοιχίας. Κι όμως, αυτή η αντικατάσταση ρόλων οδήγησε στην ολική ενσωμάτωση του σώματος, ως ύλης, στην ενσυναίσθηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την πρόσμιξη των ψευδαισθήσεων στην ερμηνεία των δυνατοτήτων.
Και όταν τα συναισθήματα αδειάζουν από τον ψυχισμό τής ποιήτριας, όταν πια δεν είναι σε θέση να προσδώσει στους ρόλους που καλείται να υποδυθεί και να υπηρετήσει, με όρους θεατρικής τελειότητας και επαγγελματισμού, τη δική της αλήθεια, τότε συναντά εκ νέου την απόσταση, επιλέγει δηλαδή τη φυγή, έστω και νοητά, από τα συσσωρευμένα προβλήματα που οι γύρω της φιγούρες, τεχνητές ή πραγματικές ελάχιστη σημασία έχει, καθώς η ψευδαίσθηση της υποκειμενικότητας έχει υποκαταστήσει την αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτή η απομάγευση της εξωτερικής συνθήκης είναι σταθερά πολιτική θέση τής δημιουργού, ως ατομική διαμαρτυρία στη διάψευση των προσδοκιών έναντι τρίτων προσώπων και καταστάσεων. Όλα όσα συναποτελούν την κοινή δήλωση του δημόσιου λόγου, όλα όσα συγκροτούν τα θεμέλια του δημόσιου χώρου, απολήγουν στην αποσύνθεση των δυνατοτήτων που τόσο έντεχνα η βία τής απομόνωσης καλλιεργεί μεταξύ των ανθρώπων. Αυτή η κατάληξη είναι ενδεικτική τής ήττας που βιώνει η ποιήτρια ως συλλογικό υποκείμενο, ήττα που προσωποποιείται στην πατρική μορφή, στη μητρική απώλεια, στην αποδέσμευση φιλικών αναμνήσεων, αλλά που διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στην ψυχολογική εφόρμηση των ενστίκτων. Τα τελευταία είναι τα μόνα που στη φυσική τους δομή παραμένουν αναλλοίωτα στη λειτουργία τής δημιουργού, στην καθημερινή της υποστασιακή επιβεβαίωση. Και όταν κι αυτά αποδεικνύονται ανεπαρκή στην επεξήγηση των συμβάντων που κατακλύζουν την κοινωνική ανταπόδοση, τότε η ποιήτρια επιστρέφει στην παιδική αθωότητα, εκείνη που αποτέλεσε εξ αρχής το μόνιμο καταφύγιο διαφυγής από την αλητεία τής ζωής, την προδοσία τής αλήθειας, την ανωριμότητα των ανθρώπων, προστατεύοντας τον ψυχισμό από τα συμπτώματα ενός βίαιου τέλους, που ολοένα έρχεται, κι ολοένα απομακρύνεται την ύστατη στιγμή. Άλλη μία κηδεία των εφηβικών χρόνων καταχωνιάζεται στην ιστορία ως απώλεια, άλλη μία ευκαιρία της ενηλικίωσης ξεμακραίνει από την εμπειρία. Ωστόσο, μένει αυτή η αίσθηση ενός ολοκαίνουργιου μέλλοντος, που όσο το πλησιάζει η ποιήτρια, τόσο ίδιο με το αποκηρυγμένο παρελθόν μοιάζει, αλλά εξακολουθεί να ερμηνεύεται με προθέσεις που υπερβαίνουν τη μακαριότητα του λόγου, προκειμένου να κατασταλάξει στην αλήθεια τής εκάστοτε συγκυρίας.


