Ο Ζαν Μπατίστ Αντρεά είναι Γάλλος συγγραφέας, γεννημένος το 1971. Από το 2003 μέχρι και το 2013 ασχολήθηκε αποκλειστικά με τον κινηματογράφο ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Το 2017 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο (Βασίλισσά μου), ενώ το «Να την προσέχει» (Ελληνικές εκδόσεις, 2025, μτφρ. Π. Πατεράκη-Γαρέφη) είναι το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο του που έκανε ρεκόρ πωλήσεων και μεταφράστηκε σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Επίσης ο συγγραφέας έχει τιμηθεί με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, ανάμεσα σε αυτά ένα από την Ελλάδα, ενώ για το συγκεκριμένο βιβλίο τιμήθηκε με το Concourt, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας.
Το πρώτο που αξίζει να σημειωθεί και που είναι διάχυτο σε όλη την αφήγηση είναι η κινηματογραφική ματιά του συγγραφέα. Φαίνεται πως η σχέση του συγγραφέα με τον κινηματογράφο έχει επηρεάσει έντονα και τον τρόπο που γράφει, γι΄αυτό και το μυθιστόρημα φέρνει κάτι από την αύρα της μεγάλης οθόνης. Με δυο λόγια συμβαίνουν τόσα πολλά, τα γεγονότα είναι πυκνά, οι ήρωες μεγαλώνουν γρήγορα, ενηλικιώνονται, αλλάζουν συναισθηματικά, ωριμάζουν, γερνάνε. Η εξέλιξη τρέχει γρήγορα μέσα στο χρόνο, από τον α’ παγκόσμιο στο β’ παγκόσμιο, μέχρι το τέλος του πολέμου διατρέχει εποχές δύσκολες και ταραχώδεις έως ότου καταλήγει στο 1986.
«Σκοτάδι, επιτέλους. Σκοτάδι, όπως στο σινεμά – που το είδα να γεννιέται. Ενας ορίζοντας άδειος, στην αρχή τίποτα. Μια επίπεδη επιφάνεια εκτυφλωτική που, όσο την κοιτάζω επίμονα, η μνήμη μου την κατακλύζει με σκιές, με σιλουέτες που γίνονται πόλεις, δάση, άνθρωποι και ζώα. Προχωρούν, κατασκηνώνουν στο προσκήνιο οι ηθοποιοί μου».
Ξεκινώντας από τον τίτλο «Να την προσέχει», ο αναγνώστης φαντάζεται μια γυναικεία παρουσία, μονάχα που δεν είναι άτομο υπαρκτό παρά ένα γλυπτό απαράμιλλου κάλλους, μια Πιετά που το Βατικανό φυλάκισε στη Σάκρα ντι Σαν Μικέλε και ο δημιουργός του βρίσκεται κοντά της για να την προσέχει. Πρόκειται για μια παράξενη Πιετά, ισάξια του Μιχαήλ Αγγελου, που προκαλεί ρίγη συγκίνησης, ενθουσιασμού και ενίοτε έντονης συναισθηματικής αναστάτωσης σε όποιον την αντικρίζει, ένα γλυπτό που κρύβει καλά μέσα του ένα μεγάλο μυστικό… Το έργο ανήκει στον Μίμο Βιταλιάνι, έναν εξαιρετικό γλύπτη που το δημιούργησε στο απόγειο της ακμής του.
Αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο Μίμο που βρίσκεται προς το τέλος της ζωής του και σε flashback ξετυλίγει το νήμα ολόκληρης της πορείας του, ξεκινώντας από τότε που ήταν παιδί, ανατρέχοντας τα χρόνια από τον α’ παγκόσμιο μέχρι το τώρα, με έμφαση στην εποχή που η Ιταλία βυθίζεται στο φασισμό.
Το μυθιστόρημα θα μπορούσε μάλιστα να χωριστεί σε τρεις ενότητες. Η παιδική ηλικία, η ενηλικίωση, η ενήλικη ζωή του καλλιτέχνη.
Τα κεντρικά πρόσωπα είναι δύο και είναι πλασμένα ιδιαίτερα ευφάνταστα από το συγγραφέα. Από τη μια μεριά, ένα αγόρι, φτωχό, μικροσκοπικό, που πάσχει από νανισμό και μαθαίνει γλυπτική δίπλα σε κάποιον θείο που δεν τον αγαπά, ο Μίμο Βιταλιάνι, και από την άλλη ένα κορίτσι αριστοκρατικής καταγωγής, η Βιόλα, που της αρέσει να επισκέπτεται το νεκροταφείο και κάποιοι τη λένε μάγισσα γιατί μπορεί, καθώς λένε, να μεταμορφώνεται σε αρκούδα.
Η ιστορία των δύο παιδιών, που προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς κόσμους, ουσιαστικά μοιάζει με παραμύθι. Από την πρώτη ματιά, ο Μίμο και η Βιόλα αναγνωρίζονται ως αδελφές ψυχές, ως συμπαντικοί δίδυμοι, και δίνουν ο ένας στον άλλο υπόσχεση αμοιβαίας αγάπης για όλη τους τη ζωή.
«Μου άπλωσε το χέρι και το πήρα. Ετσι απλά, διαπερνώντας μ’ ένα βήμα απροσμέτρητες αβύσσους συμβάσεων, ταξικών εμποδίων. Η Βιόλα μού άπλωσε το χέρι και το πήρα, και είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή που έγινα γλύπτης. Δεν είχα βέβαια συναίσθηση της αλλαγής. Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, με τις παλάμες μας ενωμένες μέσα στη συνωμοτική ατμόσφαιρα από θάμνους και κουκουβάγιες, μου ήρθε ενορατικά η προαίσθηση ότι υπήρχε κάτι να σμιλέψω».
Στο μεταξύ τα χρόνια περνούν και η ενηλικίωσή τους τούς φέρνει σε διαφορετικούς δρόμους ή ίσως παράλληλους. Εκείνος σπουδαίος γλύπτης με τάση πρός την έκφυλη ζωή, ένας Τουλούζ Λοτρέκ σε άλλη εποχή και εκείνη μια γνήσια ιδεολόγος παρά τον πλούτο που την συνοδεύει.
Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης; Ναι. Χωρίς αμφιβολία το βιβλίο πραγματεύεται έναν παιδικό έρωτα που διαρκεί για μια ζωή, ένα love story που ξεχειλίζει από ρομαντισμό και ιδεαλισμό.
Στοιχεία του φανταστικού και ενός αλληγορικού σύμπαντος φαίνεται πως έχουν τροφοδοτήσει κατά πολύ την έμπνευση του συγγραφέα, τουλάχιστον μέχρι την πρώτη φάση της αφήγησης, μέχρι δηλαδή την ενηλικίωση των κεντρικών ηρώων. Μετά την ενηλικίωσή τους, το ύφος της αφήγησης αλλάζει, τα στοιχεία του φανταστικού παραμερίζονται και οι ήρωες έρχονται στον πραγματικό κόσμο. Ο φασισμός στην Ιταλία βρίσκεται στο αποκορύφωμά του και οι ήρωες καλούνται να σταθούν απέναντι σε αυτόν, ο καθένας όπως κρίνει. Οι ιδεολογικοί δρόμοι των συμπαντικών διδύμων αρχικά διχάζονται.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο κόσμος γύρω τους φλέγεται, οι ήρωες μοιάζουν συχνά να κινούνται στο δικό τους προσωπικό σύμπαν, παρά να βιώνουν ενεργά τις καταστάσεις που τους περιβάλλουν.
«Η Βιόλα, που τώρα καταβρόχθιζε χωρίς να κρύβεται όλες τις εφημερίδες που της έπεφταν στο χέρι, μου εξήγησε ότι κρίνοντας από τα πλήγματα που μας είχαν καταφέρει στην Αφρική, οι Σύμμαχοι θα έκαναν σύντομα απόβαση στην Ιταλία. Δεν θα ήταν καλό, εκείνες τις στιγμές να είσαι φασίστας. Είχε προσπαθήσει να το εξηγήσει στον Στέφανο, μάταιος κόπος».
Η Βιόλα αντιπαθεί το φασιστικό καθεστώς, ο Μίμο το χρησιμοποιεί για να ανέλθει ως καλλιτέχνης. Και οι πεποιθήσεις τους σε έναν κόσμο που φλέγεται από λάθη, πάθη, αντιξοότητες και σπαραγμό, δεν επηρεάζουν τη μεταξύ τους σχέση. Ο έρωτάς τους νικά τις ταξικές και ιδεολογικές διαφορές, αψηφά τους αισθητικούς κανόνες, σβήνει τα σκοτάδια της ιστορίας.
Τι είναι, όμως, τελικά αυτό που γοήτευσε τόσο πολύ το αναγνωστικό κοινό;
Παρά την κάπως αβαθή τοποθέτηση των ηρώων στην εποχή που ζουν και τη λίγο υπερβολική δόση συναισθηματισμού, αξίζει να αναφερθεί πως η πλοκή παραμένει ιδιαίτερα ευφάνταστη. Με δεξιοτεχνία ο συγγραφέας πλάθει μια εξιδανικευμένη ιστορία αγάπης με έναν τρόπο πρωτότυπο, συνδέοντας πολλές λογοτεχνικές επιρροές. Οι χαρακτήρες των ηρώων είναι ιδιαίτεροι και ασυνήθιστοι. Από τη μια μεριά η φιγούρα ενός νάνου με εξαιρετικό ταλέντο και από την άλλη ένα κορίτσι ονειροπόλο, αριστοκρατικής καταγωγής που αγαπά την πρωτοπορία. Ο αναγνώστης δεν μπορεί να υποθέσει με τίποτα προς τα πού θα κινηθεί η υπόθεση, όταν διαβάζει αρχικά για δυο παιδιά που τα χωρίζει ένα τεράστιο οικονομικό και ταξικό χάσμα.
Το ύφος γεμάτο από λυρισμό συχνά ταξιδεύει τον αναγνώστη σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν, η αφήγηση κυλά γρήγορα και κάνει την ανάγνωση ιδιαίτερα απολαυστική.
Εν κατακλείδι ο συγγραφέας μοιάζει να συνδέει σε μια επιτυχημένη συνταγή επιρροές από το γαλλικό αισθηματικό μυθιστόρημα του 18ου αιώνα και το πικαρέσκο -λογοτεχνικό είδος που χαρακτηρίζεται από ποικιλία κοινωνικών στρωμάτων και επιβίωση του ήρωα μέσα από δυσκολίες- σε μια σύγχρονη εκδοχή.
Ετσι δημιουργεί ένα ιδιόμορφο λογοτεχνικό σύμπαν που συνδυάζει φαντασία και πραγματικότητα, ενώ πλέκει για χάρη των πρωταγωνιστών του ένα σαγηνευτικό ρομάντζο με πολλές αντιξοότητες και πολλή περιπέτεια. Δυο νέοι καταφέρνουν να υπερκεράσουν όλα τα τα εμπόδια που η ίδια η φύση και ο κόσμος γύρω τους στήνουν εναντίον τους και μέσω της τέχνης ο έρωτάς τους ανυψώνεται εις το διηνεκές.
Μια σύγχρονη προσέγγιση στο αισθηματικό μυθιστόρημα που απευθύνεται σε όλους τους αθεράπευτα… ρομαντικούς.


