Η μυσταγωγία του φωτός, του έρωτα και της μνήμης (για το βιβλίο “Ιερή Μέρα” του Δημήτρη Κρουσταλιά, ISBN: 978-618-5675-76-9)
Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου

Η Ιερή Μέρα του Δημήτρη Κρουσταλιά (εκδόσεις ΑΩ, 2023· ISBN 978-618-5675-76-9) είναι μια ποιητική συλλογή που δεν ζητά απλώς να διαβαστεί αλλά να βιωθεί ως τελετουργία· ως πορεία μύησης μέσα από το φως, το αίμα, τον έρωτα και την ιστορική μνήμη. Δεν συγκροτείται ως γραμμική αφήγηση, αλλά ως σπειροειδής κατάβαση και ανάβαση στη μνήμη, στη σάρκα και στο πνεύμα. Ένα από τα επιτεύγματά της είναι η δημιουργία ενός συστήματος συμβόλων που επανέρχονται διαρκώς, φορτίζοντας τα ποιήματα με διακειμενικό και υπαρξιακό βάθος.

Το εξώφυλλο με το έργο της Τίνας Γοντόλη δεν συνοδεύει απλώς τη συλλογή· την ερμηνεύει. Οι γήινοι τόνοι, η ρευστή μορφή, το παιχνίδι ανάμεσα σε σώμα και τοπίο αντανακλούν τον κεντρικό πυρήνα της συλλογής: ο άνθρωπος ως ύλη και πνεύμα, ως σώμα που θυμάται και ψυχή που ποθεί. Το κόκκινο και το μαύρο λειτουργούν ως αισθητική συμπύκνωση των μοτίβων αίματος, πάθους, μνήμης και τραύματος. Ο τίτλος Ιερή Μέρα δηλώνει όχι μια ημερολογιακή ημέρα, αλλά τη στιγμή μύησης όπου ο άνθρωπος συναντά την ουσία του: φως, αίμα, μνήμη, έρωτα. Είναι η μέρα της εσωτερικής αποκάλυψης, η στιγμή όπου το βίωμα γίνεται τελετουργία. Όπως το εξώφυλλο μετατρέπει το σώμα σε σύμβολο, έτσι και ο τίτλος μετατρέπει τον χρόνο σε ιερό χώρο μεταμόρφωσης. Πρόκειται για μια μέρα που δεν προσδιορίζεται από τον κόσμο, αλλά από το βάθος της ψυχής.

Κεντρικό θέμα του έργου είναι η αναζήτηση ταυτότητας όχι ως γεωγραφικής, αλλά ως πνευματικής και υπαρξιακής ουσίας. Ήδη στο ποίημα «Μιλώ εγώ» (σ.7) ο ποιητής απορρίπτει τον στενό προσδιορισμό του τόπου και δηλώνει την πνευματική του καταγωγή: «Από φως / από αίμα / άλλος καιρός / πολύτιμο στέμμα». Το φως εμφανίζεται ως αποκάλυψη και καταγωγική ενέργεια· το αίμα ως μνήμη, τραύμα αλλά και ζωτικότητα. Η ένταση ανάμεσα στα δύο δημιουργεί έναν προσωπικό μυστικισμό που αντλεί από την παράδοση χωρίς να τη μιμείται. Η γυναικεία παρουσία –όπως στο «Μιλάς Εσύ»– προβάλλεται ως μυστήριο και αίνιγμα.

Η συλλογή ακροβατεί ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία, με τη Μήλο να λειτουργεί ως τόπο μνήμης και αδικίας. «Ο Μηλιακός Διάλογος» του Θουκυδίδη γίνεται υπόγειος παλμός της συλλογής. Στο ποίημα «Αίμα και προθέσεις» (σ.9) η μνήμη της βίας καταγράφεται ανεξίτηλα:…Χάνομαι, χάνονται προστασίες της μνήμης/απ’ το μάτι υπεροχής ακόμα μιας δέσμης/στον ιδιαίτερο τόνο του πόνου των μυστικών/ως το κρίμα των χρόνων που δεν σβήνουν…». Στο «Και η στάχτη ποτέ δεν μαζεύεται» (σ.16) η στάχτη γίνεται υλικό υπόλειμμα του τραύματος: …Αναζητά η Σφίγγα στα χρώματα και στα άλλα μαλάματα/της ηδονής ζεστές οι φωλιές και πολλών αθώων τα πάθη./ σπρώχνω και σπρώχνομαι για να γραφτεί πάλι το ποίημα…

Ο έρωτας αντιμετωπίζεται όχι ως συναίσθημα αλλά ως ιεροφαντική δύναμη: λύτρωση και καταστροφή, αποκάλυψη και πληγή. Στο «Άλλο μάλαμα» (σ.10) η ομορφιά παρουσιάζεται ως παγίδα που κρύβει πληγή. Στο «Χωρίς έλεος» (σ.24) ο έρωτας γίνεται απόλυτη δύναμη που δεν επιδέχεται διαπραγμάτευση.
Στον «Χώρο των παθών» (σσ.26–27) το σώμα γίνεται τόπος μάχης και λύτρωσης: Βλέπω πια την παραχάραξη / βλέπω το ίδιο βέβηλο άγγιγμα/απ’ την ηδονή που η λυπημένη δείχνει ακόμα βίαιο πρόσωπο. Η υπερβατική στιγμή της ένωσης αποτυπώνεται στο «Ακαριαία η Αιωνιότητα» (σ.28): Το εύρος απ’ τον ερωτισμό κρατιέται και με διψασμένο το τέρας της άλωσης.

Το στοιχείο του μύθου και της παράδοσης είναι παρόν καθ’ όλη τη διάρκεια της συλλογής. Η Σφίγγα, οι Συμπληγάδες, η Αφροδίτη, η Δανάη και άλλα σύμβολα υφαίνουν ένα πλέγμα όπου προσωπική εμπειρία και ιστορική μνήμη συνυπάρχουν. Από τη (σ.16) διαβάζουμε: …ανθεί η πρώτη φύση των πραγμάτων και των οραμάτων…/Αναζητά η Σφίγγα στα χρώματα και στα άλλα μαλάματα της ηδονής ζεστές οι φωλιές και πολλών αθώων τα πάθη. Σπρώχνω και σπρώχνομαι για να γραφτεί πάλι το ποίημα…

Η γλώσσα της Ιερής Μέρας είναι συμπυκνωμένη, συχνά υπαινικτική, με έντονη χρήση συμβόλων και ασύνδετων σχημάτων που ενισχύουν την αίσθηση ιερού λόγου. Η αοριστία —ειδικά στα ερωτικά ποιήματα— δεν λειτουργεί ως αδυναμία έκφρασης, αλλά ως αναγνώριση ότι ορισμένες εμπειρίες δεν μπορούν να ονομαστούν χωρίς να χάσουν την ουσία τους. Το ποιητικό υποκείμενο κινείται ανάμεσα στην ομολογία και στη σιωπή, ανάμεσα στη φανέρωση και στο μυστικό, δημιουργώντας ένα ύφος που κατοικείται από βάθος και ένταση.

Η διάσταση του χρόνου και της μνήμης, που εμφανίζεται συνεχώς, υπογραμμίζει την υπαρξιακή διάσταση των ποιημάτων. Ο χρόνος δεν μετριέται σε κανονικές μονάδες· κάθε στιγμή εμπεριέχει την αιωνιότητα και τη διαχρονικότητα της μνήμης. Στο «Σκιές στα Μάτια» (σσ.19-20) και στο «Στον Ρεμβασμό» (σ.21) η συλλογική και διαγενεακή μνήμη γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο σχηματίζεται η ανθρώπινη εμπειρία: Σκιές στα μάτια κι απ’ το καθαρό αμπέλι φως / των ονείρων τα παιδιά, των ονείρων τα εγγόνια / κι εδώ στο σπέρμα μπόλια δυνατά από μνήμη/ μοναδική και με ακόμα ένα δίκαιο πρόσωπο (σ.21). Η πατρίδα και ο τόπος στην Ιερή Μέρα και στο ποίημα «Άλλο στίγμα» (σ.11) δεν εμφανίζονται ως γεωγραφικό περιβάλλον· είναι χώρος μνήμης, πόνου και κάλλους: … Πιο πολύ η πατρίδα ένοχη οδεύει / με τον νου στα λευκά, στα ηδονικά / στα πιο βέβαια των ρόδινων σκιών / άλλων πατρίδων όνειρα της ακτής/ όπου στέκονται η πόρνη κι η αγία.

Η συλλογή διακατέχεται από έναν μυσταγωγικό τόνο. Η ίδια η δομή της μοιάζει με ιεροτελεστία: από την αυτογνωσία περνά στον έρωτα, από τον έρωτα στον πόνο, από τον πόνο στη μνήμη, και τελικά καταλήγει στη λύτρωση. Το ποίημα-επίλογος «Ο χορός των ρόδων» (σ.30)  προσφέρει μια καθολική συμφιλίωση: ο έρωτας, η μνήμη και η οδύνη συγχωνεύονταισε μια κυκλική κίνηση, σε έναν χορό όπου η ομορφιά συνυπάρχει με το αγκάθι. Το ρόδο, άλλωστε, ως σύμβολο, είναι ιδανικό για να εκφράσει αυτή τη διπλή φύση της ανθρώπινης εμπειρίας. Εκεί το έργο αποκτά έναν σαφή καθαρτικό χαρακτήρα· όλα όσα προηγήθηκαν βρίσκουν έναν υπερβατικό σκοπό: Να σ’ αγαπώ / να σ’ ακουμπώ / να σε θυμάμαι / αλήθειες που κατευοδώνεις / στα χρόνια που κρίνονται.

Συνολικά, η Ιερή Μέρα είναι μια ποίηση που τολμά να μιλήσει για μεγάλα θέματα χωρίς ρητορική υπερβολή· που ανακαλεί μύθους όχι για να επιδειχθεί αλλά για να φωτίσει· που εισχωρεί στο σώμα χωρίς να το χυδαΐζει, και στη μνήμη χωρίς να τη μελοδραματοποιεί. Είναι μια συλλογή προσηλωμένη στην ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας: στην αδιάκοπη πάλη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στο σώμα και στον μύθο, στο τραύμα και στη λύτρωση. Αυτό που τελικά αναδύεται είναι μια βαθιά οντολογική πρόταση: ο άνθρωπος ολοκληρώνεται όχι μέσα από απομόνωση αλλά μέσα από τη συνάντηση — με τον Άλλον, με την ιστορία του, με τον έρωτα, με τον μύθο και με την ίδια του τη σκιά. Μια ποιητική κατάθεση υψηλής πνευματικότητας και ταυτόχρονα μια ανθρώπινη εξομολόγηση. Είναι μια τελετουργία μνήμης και μια ύμνος στην ομορφιά που πονά. Μια συλλογή που ζητά όχι μόνο ανάγνωση, αλλά συμμετοχή.

 

Περισσοτερα αρθρα