Το παράξενο πουλί-ποιήτρια κι αηδόνι δεν εμφανίζεται ως κεραυνός εν αιθρία μόλις και μόνο στην ομώνυμη ενότητα τεσσάρων ποιημάτων στην τρίτη της συλλογή, Διηγήματα, όπου επιχωριάζουν 17 από τις 19 αναφορές στο αηδόνι, επί του συνόλου του ποιητικού έργου της ΓΑ. Είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία του σε ένα αυτοαναφορικό ποίημα στις χλωρασιές της προηγούμενης συλλογής της, στα Νερά απαρηγόρητα, «[ε]γώ κρυφά τα άκουγα/ κρυφά τα κελαηδούσα».[1] Εκεί συναντούμε, επίσης, μια δήλωση αισθητικής ή «ομολογία πτηνότητας»,[2] «[τ]ο ζην/ θα αντιφωνεί θριαμβικά η καρδιά μου,/ γλώσσα περισπώμενη/ των μελισσών και των πουλιών/ και των αγγέλων»,[3] σε μια συμπαθητική συνάφεια ανθρώπου και φύσης, μαζί και των πλασμάτων της, που ανακαλεί στον νου μας τον γητευτή και γοητευμένο των πουλιών, Αλκμάνα, ο οποίος γνώριζε, ένιωθε κι εμπνεόταν από τις μελωδίες των πουλιών.[4]
Ούτε σταματά το νέο σύμβολο, εξωτικό πτηνό, τους φτερακισμούς του στα Διηγήματα, αφού παρακάτω, στο Ποιητών και αγίων Πάντων, την επόμενη συλλογή της, η ποιήτρια-πουλί κι αηδόνι ενισχύεται ακόμα περισσότερο, καθώς συμπαρασύρει στην πτηνότητα, «πικρό αηδόνι τραγουδάς;»,[5] την επίσης καλαματιανή ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, που κι αυτή είχε υμνήσει τα πουλιά, «οι έρωτες, αηδόνια μού τραγούδαγαν»,[6] τα είχε συνδέσει με το πρόσωπό της, «την περηφάνεια μου μην ταπεινώσης/ κοίτα, μη μου λερώσης τα φτερά»,[7] «κι’ οπόταν η καρδιά μου πια αλαφρώση,/ η αύρα σου τα πανιά μου να φτερώση,/ τα σκλαβωμένα αδύναμα φτερά μου»[8] και είχε επιλέξει ως τίτλο συλλογή της Οι τρίλλιες που σβήνουν. Άραγε κάποιων πουλιών ή της ίδιας της ποιήτριας-πουλιού;
Εκτός από τους αρχαίους, την Πολυδούρη και την Αργυροπούλου -που εμφανίζεται για άλλη μια φορά φτερωτή, με μια αέρινα διορατική παρομοίωση, «ώσπου να φύγω πούπουλο/ στην τελευταία μετακόμιση/ με μόνο το καλό μου το φουστάνι»-[9] και «[ά]λλοι» ευαίσθητοι, ευάλωτοι, μπορεί και αιθεροβάμονες, «μιμούνται τα πουλιά./ Μετακομίζουν από δώμα σε δώμα./ Καμιά φορά ζαλίζονται/ και πέφτουν./ Η καρδιά τους γίνεται κομμάτια// μόνοι στον κόσμο οι ποιητές…».[10]
Δεν είναι λίγες, εξάλλου, και οι παρομοιώσεις λογοτεχνών με πουλιά, όπως «το σκοτεινό τρυγόνι» Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,[11] η «τρυγών η φιλέρημος»[12] Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ή ο Μίλτος Σαχτούρης με τις πτηνικές εμφανίσεις του, στο γνωστό μότο «εγώ/ κληρονόμος πουλιών/ πρέπει/ έστω και με σπασμένα φτερά/ να πετάω»[13] ή με μορφή κίτρινου πουλιού «[έ]τσι σαν ήρθε η Ανάσταση/ ντυμένος μαύρα/ μ’ ένα κόκκινο κερί/ βγήκα/ τρελός/ στους δρόμους// ήμουνα ένα κίτρινο/ πουλί/ σαν κι αυτά που ζωγράφιζε/ ο Modigliani»,[14] ενώ σε άλλο του ποίημα «Όταν χτυπήσουν/ πάλι οι καμπάνες/θα πεταχτούμε/ σαν τα πουλιά».[15]
Ο ποιητής-πουλί αποτελεί υπόμνηση του poeta-vates, του ποιητή-προφήτη, απόηχο του ποιητή φιλοσόφου, ο οποίος διαθέτει απόσταγμα θείας έμπνευσης και τη δυνατότητα να ανακαλύπτει και να αποκαλύπτει τα μυστήρια της βαθύτερης αλήθειας της ζωής, να την φωτίζει σε έργο τέχνης και αισθητικότητας και να την χαρίζει σε αναγνώστ[ρι]ες, ακροατές/-άτριες.
Στην ποίηση της ΓΑ εκτός από αμιγώς πουλιά, φτερουγίζουν επίσης πουλιά-μεταφορές, πουλιά-μετωνυμίες και σε μια αντιστροφή ρόλων, εκτός από τον ποιητή-πουλί, έχουμε, αντιστικτικά, και τη συμμετοχή της φύσης στην ανθρώπινη ψυχική ταλάντωση, με προσωποποιήσεις, όπου τα πουλιά κατέχουν ανθρώπινες ιδιότητες και τρόπους, επικοινωνούν ανθρωπινά, «μιλήσαν ως και τα πουλιά».[16]
Υπάρχουν πουλιά και πουλιά, μα, αλίμονο, δεν είναι λίγες οι φορές που το εκκρεμές τείνει από τη συναισθησία και τη συμπάθεια στην ακατανοησία και την απάθεια. «[Ό]ταν ήμουνα πουλί, μ’ αγαπούσανε πολλοί/ τώρα είμαι χελιδόνι και κανείς δε με ζυγώνει»,[17] κι οι άνθρωποι γίνονται «χελιδόνων μουσεῖα», [18] ακατανόητοι και δυσπρόσιτοι, η επικοινωνία καταλήγει σε βαρβαρισμούς και ασυνεννοησία, η μετάληψη της ποιήσεως αδύνατη. «Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω/ τι εννοεί ο ποιητής./ Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν/ ανθρωπινή ομιλία/ αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα/ μιλήσαν ως και τα πουλιά/ στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο».[19] Γεγονός που δεν ισχύει στην περίπτωση της δικής μας ποιήτριας, η οποία με τρυφερότητα, λυρισμό και υφέρπουσα μελαγχολία, με βιωμένο και βιωματικό, λόγο απλό, κατανοητό, συναισθητικό μάς παρασέρνει στη συγκίνηση, αρθρώνει αισθητικό κελαηδισμό, με ποιητικά ραμφίσματα και λαρυγγισμούς εύγλωττης σιωπής.
«[Μ]ε διατριβή ισόβια στα πουλιά/ και το κελάηδημά τους», [20] με ενάργεια, φυσικότητα, ρυθμικότητα και προφορικότητα κελαρυσμού, με διαύγεια ρυακιού, μας προσκαλεί να συμμετάσχουμε στην ηδονική ή «οδυνική» απόλαυση της ποιήσεως. Η ποιητική τέχνη, απείκασμα κελαηδισμού, της Γιώτας Αργυροπούλου, που μας κρατούσε παραμυθητική συντροφιά με τη διαφάνεια και την καθαρότητά της, θα μας λείψει βαθιά κι απαρηγόρητα ἆμος ἄυπνος κλυτὸς ὄρθρος ἐγείρησιν ἀηδόνας (όταν, σ᾽ όλη της τη δόξα, η αυγή τερματίζει τον ύπνο και ξυπνά τ᾽ αηδόνια).[21]
Φωτεινή Βασιλοπούλου
Παραπομπές:
[1] «Κόκκινη κλωστή δεμένη Ι», ΝΑ, ΠΠ, σ. 107.
[2] Πόλυ Χατζημανωλάκη, «Η ανθρωπινή ομιλία της ποιήτριας Γιώτας Αργυροπούλου: μιλώντας τη γλώσσα που μιλούσαν τα πουλιά στο τραγούδι του νεκρού αδελφού. (Ποιητών και Αγίων Πάντων)». http://waxtablets.blogspot.com/2013/09/blog-post.html (1/08/2025).
[3] «Κυριακή ΙΙ», ΝΑ, ΠΠ, σ. 111.
[4] «ϝοῖδα δ᾽ ὀρνίχων νόμως παντῶν» (ξέρω όλες τις μελωδίες των πουλιών) Αλκμάν, απ. 40, Page, μτφρ. Ι.Ν. Καζάζης. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/poetry/browse.html?text_id=157 (1/08/2025).
«ϝέπη τάδε καὶ μέλος Ἀλκμὰν/ εὗρε γεγλωσσαμέναν/ κακκαβίδων ὄπα συνθέμενος» (τραγούδια ο Αλκμάνας ήβρε και σκοπούς, αφού άκουσε τις τραγουδίστρες πέρδικες και τη φωνή τους ένιωσε), Αλκμάν, απ. 39, Page, μτφρ. Ηλ. Βουτιερίδης. http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/poetry/browse.html?text_id=156 (1/08/2025).
[5] «Μαρία Πολυδούρη», ΠΑΠ, ΠΠ, σ. 270.
[6] «Δε θα το πουν» από τη συλλογή Οι τρίλλιες που σβήνουν στο: Μ. Πολυδούρη. Τα ποιήματα. Φιλολογική επιμέλεια-επίμετρο Χριστίνα Ντουνιά, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 2014², σ. 39.
[7] ό.π., «Σ’ αναμονή θανάτου», σ. 231.
[8] ό.π., [Όχι με πλοίο…], Ηχώ στο χάος (1929), σ. 122.
[9] «Μετακόμιση V», Δ, ΠΠ, σ. 166.
[10] «Του νεκρού ποιητή», ΠΑΠ, ΠΠ, σ. 272.
[11] Ο Χριστόφορος Λιοντάκης ανθολογεί Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Το σκοτεινό τρυγόνι, Μπάστας, 1995.
[12] Αρετή Βασιλείου, Τρυγών η φιλέρημος: το θέατρο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη και η αναζήτηση της καλλιτεχνικής εθνικοθρησκευτικής ταυτότητας στο τελευταίο τέταρτο του 19ου και το πρώτο του 20ού αιώνα, Π.Ε.Κ., 2015.
[13] Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα άπαντα (1945-1998), Κέδρος, 2014. «Ο ελεγκτής», Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, σελ. 136.
[14] Μίλτος Σαχτούρης «Η ιστορία ενός παιδιού», https://tetradia.blogspot.com/2016/05/Miltos-Saxtouris-H-Istoria-enos-paidiou.html (1/08/2025).
[15] Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα άπαντα (1945-1998), Κέδρος, 2014. «Οι καμπάνες», Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο.
[16] «Μια βραδιά ποίησης», ΠΑΠ, ΠΠ, σ. 228.
[17] [Στην είσοδο μού…], Δ, ΠΠ, σ. 195.
[18] Αριστοφάνης, Βάτραχοι, στ. 93.
[19] «Μια Βραδιά ποίησης», ΠΑΠ, ΠΠ, σ. 228.
[20] «Το αηδόνι IV», Δ, ΠΠ, σ. 149.
[21] Ίβυκος, απ. 303b, Page, μτφρ Ι.Ν. Καζάζης.


