Ένα ακόμη βιβλίο, ένα μυθιστόρημα της Κατερίνας Γυφτάκη με τίτλο «Η σιωπή του πίνακα» από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη (2025, ISBN 9786182253199), ήρθε στα χέρια μου, ευγενική προσφορά της συγγραφέως συνοδευόμενο από τις εγκάρδιες ευχές της.
Η ικανότητα της Κατερίνας Γυφτάκη να καταπιάνεται με ιδιαίτερες ιστορίες και να παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό πολυσέλιδα βιβλία με πολύπλοκο περιεχόμενο, φάνηκε άλλη μια φορά στο πρόσφατο πόνημά της.
Πρόκειται για μια ιστορία με δυνατή και ενδιαφέρουσα πλοκή, που διακρίνεται για την φαντασία της γράφουσας και που παράλληλα ενεργοποιεί την φαντασία του αναγνώστη. Το βιβλίο προκαλεί τον θαυμασμό για τον επιτυχή τρόπο που η συγγραφέας συνδέει τα ‘γεγονότα’ της μυθοπλασίας, δημιουργώντας περιέργεια και ενδιαφέρον για την συνέχιση και ολοκλήρωση του ‘μύθου’. Κινητοποιεί αλλεπάλληλες αισθήσεις και συναισθήματα και παρασύρει τον αναγνώστη στη ‘λογική’ των ηρώων του έργου.
Οι επιμέρους σκηνές περιγράφονται με γλαφυρότητα στα εβδομήντα κεφάλαιά του. Το έγκλημα, οι βίαιοι θάνατοι, η προδοσία, η απογοήτευση, το ανελέητο μίσος, η εκδίκηση, η αμφιβολία, η αγωνία, ο φόβος, η αδικία, αλλά και οι στέρεοι συγγενικοί δεσμοί, οι ισχυρές και σταθερές φιλίες, οι έντονες ερωτικές σχέσεις, η ρομαντική αγάπη, η ελπίδα, η λαχτάρα και η προσμονή, οι ανατροπές και η τελική δικαίωση κάποιων προσώπων, όλα περιέχονται και περιγράφονται μέσα σε αυτό το βιβλίο κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Κι όλα περιστρέφονται και περιπλέκονται γύρω από έναν μυστηριώδη ζωγραφικό πίνακα, που κρατούσε από παλιά η αγαπημένη γιαγιά της κεντρικής ηρωίδας και που η πρώτη τον έκλεινε σαν επτασφράγιστο μυστικό στο δώμα του σπιτιού τους με σχεδόν απαγορευμένη εκεί την είσοδο σε άλλους. Πρόκειται για έναν πίνακα, του οποίου την σημασία ψάχνει η ηρωίδα, αφού τον σώζει από τις συνέπειες ενός καταστροφικού σεισμού στην πόλη που διαμένει στην Ιταλία. Και για να ανακαλύψει αυτό το ανεξιχνίαστο μυστικό, αποφασίζει να ταξιδέψει από την χώρα της σε Βρετανία και Ιρλανδία, σε Γερμανία και ακόμη στην αποικιοκρατούμενη Ινδία στη μακρινή Ασία.
Μέσα από την ροή της ευφάνταστης ιστορίας της, η Κατερίνα Γυφτάκη αναφέρεται σε ήθη και έθιμα, σε θρησκευτικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά στοιχεία και θέματα, τα οποία αφορούν τις χώρες και τους ανθρώπους που εντάσσονται στο εκτενές μυθιστόρημά της, προκαλώντας και παρακινώντας έμμεσα τον αναγνώστη να τα σεβαστεί, να τα ερευνήσει περαιτέρω και ίσως να επιθυμήσει να επισκεφθεί τις συγκεκριμένες περιοχές.
Κάποιες φορές καταφεύγει σε κρίσεις και παροιμίες, που τις χρησιμοποιεί, όταν ταιριάζουν και εκφράζουν τα πρόσωπα του έργου:
«Η μεγάλη οργή είναι πιο καταστροφική από ένα ξίφος».
«Η ζήλεια δεν σέβεται κανέναν και τίποτα, ούτε τη φιλία ούτε τον έρωτα».
Άλλοτε καταλήγει σε κάποια συμπεράσματα, που πιθανόν να έχουν και για την ίδια την συγγραφέα βιωματική σημασία και αξία:
«Δεν χωρίζεις ποτέ από εκείνους που αγάπησες με όλη σου την καρδιά».
«Μερικές φορές το παρελθόν πονάει πολύ, για να το σκεφτόμαστε».
Κι άλλοτε εκφράζει σκέψεις που λειτουργούν σαν αποφθεγματικές φράσεις, αλλά ίσως και σαν συμβουλές για όποιον θα μπορούσε να τις έχει ανάγκη:
«Κάθε βήμα μπροστά αφήνει ένα βήμα πίσω τους φόβους μας.
«Ένας καλός ύπνος και ένα γερό γέλιο είναι τα καλύτερα φάρμακα για όλες τις στενοχώριες».
«Δεν μπορείτε να αλλάξετε την κατεύθυνση του ανέμου, όμως μπορείτε να ρυθμίσετε τα πανιά του καραβιού σας, για να μη βουλιάξει».
«Αντί να σχεδιάζεις την εκδίκησή σου, καλύτερα να σχεδιάζεις την ευτυχία σου».
Γράφει φράσεις, που συχνά συγκινούν τους αναγνώστες:
«Όταν φροντίζεις ένα αντικείμενο του παρελθόντος, είναι σαν να κτυπάς την πόρτα ενός άλλου κόσμου».
«Υπάρχει πάντα μια ιερότητα τη στιγμή που κάποιος σου εμπιστεύεται κάτι βγαλμένο από τα βάθη της ψυχής του».
«Και η θλίψη είναι όμορφη, όταν έχεις αγαπήσει».
Ένα σημαντικό που κάνει η Κατερίνα Γυφτάκη – κατά τη γνώμη μου – είναι το ότι σαν για να προλάβει την απορία των αναγνωστών ή κάποια δημοσιογραφικού τύπου ερώτηση, μαζί με τις ευχαριστίες στο τελευταίο κεφάλαιο, εξιστορεί και το από πού πήρε την έμπνευση για την συγγραφή του βιβλίου της. Αναφέρει μάλιστα και ονόματα ηρώων, που είναι υπαρκτά φιλικά της πρόσωπα, στα οποία έδωσε θέση και ρόλο στην διήγησή της. Κι ακόμη ένα αξιόλογο στοιχείο στο βιβλίο αποτελεί η καταγραφή των πηγών, από τις οποίες πήρε πληροφορίες η συγγραφέας για τόπους και για καλλιτεχνήματα, τα οποία με ευστοχία, παραστατικότητα και φυσικότητα χρησιμοποίησε και ενέταξε στο έργο της. Και αυτό το πραγματοποίησε με τόση δεξιοτεχνία και επιτυχία, που μπορεί ο αναγνώστης να αναρωτηθεί ή να πιστέψει πως η Κ.Γ. έχει ταξιδέψει και έχει προσωπική εμπειρία και γνώση γι’ αυτά, πράγμα που δεν ισχύει, αφού η ίδια σε κάποιο σημείο της αφήγησής της εύχεται να αξιωθεί κάποτε να επισκεφθεί τα εξωτικά μέρη που αναφέρει.
Καταλήγοντας, πρέπει να προσθέσω ότι πριν ακόμα απορροφηθούν από το περιεχόμενο του βιβλίου οι αναγνώστες, ήδη τους έχει κερδίσει το όμορφα φιλοτεχνημένο του εξώφυλλο, που παραπέμπει κι αυτό σε έναν ονειρικό εξωτισμό με έντονο το χρώμα της μακρινής Ανατολής. Όμως, η Κατερίνα Γυφτάκη με τη «Σιωπή του πίνακα» πετυχαίνει ακόμα να αποσπάσει την προσοχή των αναγνωστών από τις δικές τους έγνοιες και προβληματισμούς και να τους κάνει να ‘ταξιδέψουν’ ακολουθώντας την με ευχαρίστηση στα μονοπάτια των διηγήσεών της και με αμείωτο το ενδιαφέρον για την ολοκλήρωση της ιστορίας, μέχρι το τέλος των 606 σελίδων του βιβλίου.


