Ο καθηγητής Γαλλικών Ερίκ Μουκεντί, συστήνεται για πρώτη φορά ως λογοτέχνης με το μυθιστόρημα του «Με δυο μπαμπάδες» που μετέφρασε στη γλώσσα μας, με αξιοζήλευτη αυθεντικότητα, ο Άγγελος Μουταφίδης, για λογαριασμό των εκδόσεων Θίνες. Πρόκειται για ένα βιβλίο που κατά την άποψη μου ικανοποιεί αφενός την απόλαυση της ανάγνωσης, καθώς ρέει η αφήγηση κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και της αναγνώστριας, και αφετέρου καθιστά ορατά ζητήματα που απασχολούν τους μετανάστες της Γαλλίας, και που προφανώς θα απασχολούν τους μετανάστες ολόκληρης της Ευρώπης, και γιατί όχι και όλου του κόσμου.
Τα ζητήματα που αναδεικνύει ο Μουκεντί δεν είναι άλλα από την αναζήτηση της ταυτότητας του ατόμου, που σε ξένο τόπο αναζητά μια καλύτερη τύχη. Στο μυθιστόρημα του επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία μιας οικογένειας αλλά και την ιστορία της ενηλικίωσης, μέσα από το βλέμμα του δεκατετράχρονου Μπορίς, που -με καταγωγή από την Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό- ζει τώρα στο Μποντύ, στα παρισινά προάστια, με τον Φουλζάνς (τον θείο του, που κατόρθωσε, δηλώνοντας ψευδώς στις γαλλικές αρχές, ότι πρόκειται για τον γιό του, να τον φέρει από το Κονγκό) και τη λευκή Γαλλίδα σύζυγό του, την Μπεατρίς, που δεν γνωρίζει για το ψέμα του συζύγου της, προχωρώντας μάλιστα και στην υιοθεσία του Μπορίς, θεωρώντας τον βιολογικό τέκνο του άντρα της. Η άφιξη, ύστερα από χρόνια απουσίας, του βιολογικού πατέρα του Μπορίς, και αδελφού του Φουλζάνς, ανατρέπει την εύθραυστη οικογενειακή ισορροπία και μετατρέπει ένα καλά κρυμμένο μυστικό σε υπαρξιακό δίλημμα.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στο ότι η «διπλή πατρότητα» δεν λειτουργεί απλώς ως ευρηματικός αφηγηματικός μηχανισμός. Ο Μουκεντί τη χρησιμοποιεί για να μιλήσει για την πολλαπλότητα της ταυτότητας, καθώς ο έφηβος Μπορίς βρίσκεται με το ένα πόδι στην Κινσάσα και το άλλο στο Παρίσι, και κινείται συνεχώς ανάμεσα στην αφρικανική καταγωγή και τη γαλλική καθημερινότητα, ανάμεσα στη βιολογική συγγένεια και στην οικογένεια που πραγματικά τον μεγάλωσε. Έτσι, το ερώτημα «ποιος είναι ο πατέρας;» μετατοπίζεται σταδιακά στο βαθύτερο ερώτημα «πού και με ποιους ανήκω;». Ωστόσο, ο Μουκεντί αποφεύγει να μετατρέψει το μυθιστόρημα σε βαρύ κοινωνικό μανιφέστο. Το κοινωνικό σχόλιο συνυπάρχει με το χιούμορ, την εφηβική αμηχανία και την εμπειρία του πρώτου έρωτα. Η γνωριμία του Μπορίς με μια κοπέλα από κατοικεί σε μια προνομιούχα συνοικία, ανοίγει μάλιστα ακόμη ένα δίπολο — ταξικό αυτή τη φορά — αλλά και μια δυνατότητα υπέρβασής του. Το Παρίσι γίνεται έτσι ταυτόχρονα τόπος αποκλεισμών και τόπος συναντήσεων.
Στη σύγχρονη μεταναστευτική λογοτεχνία δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση της εμπειρίας του μετανάστη και, κυρίως, στη σύνθετη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στον τόπο καταγωγής και τη νέα πατρίδα. Η μετανάστευση δεν παρουσιάζεται, επομένως, ως μια απλή γεωγραφική μετακίνηση από έναν τόπο σε έναν άλλο, αλλά ως μια βαθιά και συχνά αντιφατική διαδικασία αυτοπροσδιορισμού, μέσα από την οποία το υποκείμενο επαναπροσδιορίζει τη σχέση του με την ταυτότητα, τη μνήμη, τη γλώσσα και την έννοια της πατρίδας, και στην οποία επιχειρείται να αποτυπωθούν οι πιο σύνθετες ψυχολογικές και πολιτισμικές διαστάσεις της εμπειρίας του «ανάμεσα». Ο μετανάστης βρίσκεται συχνά σε μια ενδιάμεση κατάσταση, καθώς καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα τις αναμνήσεις και τα πολιτισμικά βιώματα της χώρας προέλευσης και τις νέες κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες του τόπου εγκατάστασης. Η αίσθηση του «ανήκειν» καθίσταται, έτσι, σύνθετη και ρευστή, ενώ η διπλή ή και πολλαπλή πολιτισμική ταυτότητα μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως πηγή εσωτερικής σύγκρουσης όσο και ως δυνατότητα δημιουργίας ενός νέου, υβριδικού τρόπου αυτοπροσδιορισμού. Επίσης στο πλαίσιο της σύγχρονης μεταναστευτικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι έννοιες της πολιτισμικής ετερότητας και του «τρίτου χώρου». Η πολιτισμική ετερότητα αναδεικνύει τη διαφορετικότητα ως βασικό στοιχείο της συγκρότησης του υποκειμένου, ενώ ο «τρίτος χώρος» συνδέεται με έναν ενδιάμεσο πολιτισμικό χώρο, στον οποίο οι διαφορετικές ταυτότητες συναντώνται, αλληλεπιδρούν και επαναπροσδιορίζονται. Οι έννοιες αυτές απομακρύνουν την προσέγγιση της μεταναστευτικής εμπειρίας από μια διπολική αντίληψη καταγωγής και νέας πατρίδας και αναδεικνύουν την ταυτότητα ως μια δυναμική, σύνθετη και διαρκώς μεταβαλλόμενη διαδικασία, η οποία συγκροτείται μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμικών εμπειριών.
Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι το έργο «Με δύο μπαμπάδες» αποκτά, πέρα από την κυριολεκτική του υπόσταση, η οποία συνδέεται άμεσα με την ιστορία του βιβλίου, και μια ευρύτερη συμβολική διάσταση. Ο έφηβος Μπορίς ως μετανάστης, βρίσκεται «ανάμεσα» σε δύο πατρίδες, δύο γλώσσες και δύο πολιτισμούς, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι ανήκει ολοκληρωτικά στον έναν ή στον άλλον. Η διττότητα αυτή μετατρέπεται σε βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του και αποτυπώνεται στη γραφή του Μουκεντί μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών, πολιτισμικών και βιωματικών αναφορών. Έτσι, ο συγγραφέας αναδεικνύει την πατρίδα όχι μόνο ως έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο, αλλά και ως έναν τόπο μνήμης, συναισθηματικού δεσμού και προσωπικής αφήγησης, ενώ η «νέα πατρίδα», δεν είναι απλώς ο νέος χώρος της εγκατάστασης, αλλά ένας νέος ορίζοντας μέσα στον οποίο το υποκείμενο επαναδιαπραγματεύεται την ταυτότητά του ο νεαρός μετανάστης. Η θέση του ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους δημιουργεί, επομένως, έναν ιδιαίτερο χώρο πολιτισμικής διαμεσολάβησης, όπου η ταυτότητα δεν είναι σταθερή και μονοσήμαντη, αλλά διαμορφώνεται διαρκώς μέσα από τη συνάντηση, τη μνήμη, την απώλεια και την προσαρμογή.
Εν κατακλείδι, το «Με δύο μπαμπάδες» είναι ένα μυθιστόρημα που η δύναμή του δεν βρίσκεται τόσο στην πρωτοτυπία της πλοκής, όσο στην προσπάθεια να δείξει ότι η ταυτότητα δεν είναι μια σταθερή απάντηση αλλά μια διαρκής διαπραγμάτευση. Ο έφηβος Μπορίς δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στους «δύο μπαμπάδες» του· χρειάζεται να βρει τον δικό του τρόπο, να χωρέσει μέσα του, τις διαφορετικές ιστορίες που τον συγκροτούν.

