Από τις εκδόσεις Σμίλη κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες (Νοέμβριος 2025) η πιο πρόσφατη συλλογή της Ελένης Γαλάνη που έχει τον υπότιτλο «Έντεκα ποιήματα για τη Λεονώρα κι ένα γράμμα». Η Λεονώρα είναι η ζωγράφος Leonora Carrington και τα έντεκα πρώτα ποιήματα της Ελένης συνομιλούν με ισάριθμους πίνακές της, οι οποίοι αναφέρονται αναλυτικά στο τέλος της συλλογής.
Η Κόρη του Μινώταυρου μπορεί να είναι η «κόρη που υπήρξε η μητέρα» της ποιήτριας, στην οποία είναι αφιερωμένη η συλλογή, μπορεί να είναι η ίδια η ποιήτρια (είναι ένα θέμα που παραμένει αξεδιάλυτο στα ποιήματα), μπορεί να είναι η καθεμιά μας. Εύκολα αποδίδει κάποιος έμφυλο πρόσημο στη συλλογή, θεωρώντας ότι ο Μινώταυρος είναι σύμβολο της πατριαρχίας από το οποίο εκπηγάζει φόβος – ίσως πάλι να είναι ο Άνθρωπος (άνδρας ή γυναίκα) έτσι όπως υψώνεται απειλητικός μέσα στους αιώνες.
Απέναντί του, πάντως, στέκεται η Κόρη, ήδη από το πρώτο, ομότιτλο της συλλογής, ποίημα. Αυτή η αθέατη γυναίκα, «ένα τόσο μεγάλο ζώο» που παραδόξως κανένας δεν προσέχει μέσα στο δωμάτιο, είναι μια γυναίκα με «μεγάλα μάτια […] μες στο όνειρο», τα κέρατά της «μαλακά/ κηλίδες αίμα μεταλλικό ρέει στις φλέβες [της], εί[ν]αι/ μια κόκκινη μυγδαλιά/ σε ακάνθινο κήπο». Αλλά ούτε και ο λαβύρινθος είναι λαβύρινθος πραγματικός:
όλα ορθάνοιχτα, ένα βήμα μακριά
απείχε η έξοδος […]
κι ήταν τζάμια χτισμένη η κάμαρα –διάφανη-
ήταν το σπίτι ανοιχτωσιά
αμέτρητα τα φώτα
πώς να εξηγήσεις τόση σκοτεινιά μέσα σε τόσο ήλιο;
θα αρκούσε μόνο
ένα χτύπημα δειλό, ένα ελαφρύ σπρώξιμο στο ρόπτρο
ένα άγγιξέ με μέσα σου να μπω χαμηλόφωνο
Είναι λοιπόν οι μύθοι κάλπικοι; Και οι φόβοι φαντασία; Μια αφήγηση που εξαρχής δεν έστεκε; Και τόσα «καριοφίλια αδειανά», προς τι;
κι εμείς κοιτάζαμε θαυμαστικά τους άλλοτε θεούς
πώς γυάλιζαν στην τσέπη του λευκού τους παντελονιού
τα κοφτερά στιλέτα μας σε λίγο
θα μας χαράκωναν σιωπηλά με τα ίδια μας τα όπλα σε λίγο
θα μας έμπηγαν τα στιλέτα τρυφερά, με χαμόγελο,
ανάμεσα στα μάτια.
Ζούμε σε έναν κόσμο μάταιο, έναν κόσμο από όπου η ελπίδα έχει προ πολλού αποδράσει και οι διαψεύσεις έρχονται η μία μετά την άλλη. Τα πουλιά που πετούν ανάμεσα στους στίχους διαδέχονται εικόνες μάχης, συνήθως ανόητης, όμως πάντα σοβαρής και ατελέσφορης. Τα παιδιά που κάποτε πίστευαν, ορφανεμένα, απεκδύονται τις προσδοκίες και τα όνειρα, μένουν απομαγευμένα, «βαλσαμωμένα» σαν τα πουλιά στο «σπίτι με βαλσαμωμένα πουλιά», χωρίς τραγούδι (ποίημα «Bird bath», το οποίο συνομιλεί με το εμβληματικό διήγημα «The yellow wallpaper» της Charlotte Perkins Gilman από το μακρινό 1892):
σωπαίνουν κάποτε εντελώς
τα βαλσαμωμένα παιδιά ορκίζονται
πως τίποτα εκεί έξω δεν υπάρχει, πως
είναι προτιμότερο για δικό τους καλό
ποτέ ξανά
να μην τραγουδήσουν
Τα πουλιά που πετούν μέσα στα ποιήματα κάπως στατικά, κάπως χωρίς να κινούνται πραγματικά, είναι η μία όψη του νομίσματος, γιατί η άλλη είναι συνήθως κάποιο θηρίο. Στο ποίημα «Αυτοπροσωπογραφία», για παράδειγμα, αυτό το θηρίο είναι ένα «επικίνδυνο θηλαστικό/ που κλαίει στα πόδια σου […]/ μια λαβωμένη ύαινα που ντρέπεται να πεθάνει». Μέσα σε έναν κόσμο που συστηματικά το πληγώνει, το παιδί-θηρίο, το παιδί-πουλί φαντάζεται και ονειρεύεται, όμως δεν αντέχει την ουσιαστική επαφή:
αν με πλησιάσεις, μπορεί να τρομάξεις
μπορεί να με τρομάξεις, γι’ αυτό μην έρχεσαι
(αν τρομάξω, σε τρώω ζωντανό
αν δω στα μάτια σου τον δικό μου εαυτό
σε κατασπαράζω)
Ο φόβος γίνεται μόνιμη κατάσταση και δεν ξέρει κανείς πώς να υπάρξει έξω από αυτόν. Γι’ αυτό, ακόμη κι όταν ο λαβύρινθος περπατιέται ανάποδα, ακόμη κι όταν ο φόβος περπατιέται ανάποδα, οι περισσότεροι λιποτακτούν, όπως στο ποίημα «Ανάποδος λαβύρινθος». Έτσι πρέπει γιατί, άλλωστε, «τους ήρωες δεν τους θυμάται κανείς/ δεν τους κρεμάνε σε τίτλους εφημερίδων στα περίπτερα/ τους κρεμάνε στις πλατείες – για παραδειγματισμό».
Στο ποίημα «Τυπογραφικό λάθος», η Περσεφόνη των πουλιών «ξέρει πως ένα σμήνος μαύρα πουλιά ανακατεύουν χαρτιά/ στο κεφάλι της» και «πως ένα άσπρο πουλί μέσα σε σμήνος μαύρα/ πουλιά δεν μπορεί παρά να είναι ένα παράταιρο/ πουλί/ πως μια λέξη λευκή μέσα σε μια σελίδα από μαύρα γράμματα/ δεν μπορεί παρά να είναι ένα/ τυπογραφικό λάθος». Κι αν υπάρχει απάντηση, είναι ένα τυπογραφικό λάθος κι αυτή, αόρατη και άπιαστη όπως κάθε λύση. Η πραγματικότητα της μη θέασής της αυτόχρημα την καταργεί.
Το μυθολογικό στοιχείο είναι έκδηλο και σε αυτή τη συλλογή της Γαλάνη, η οποία παίζει απλόχερα και με θαυμαστή ευκολία με τους μυθικούς ήρωες που συχνά ολισθαίνουν σε στερεοτυπικούς ρόλους:
Ίκαροι γκρεμίζονται με λιωμένα φτερά από τα παράθυρα
των νοσοκομείων, στους δρόμους, στις γραμμές του μετρό
– τι κακορίζικοι πολεμιστές!
Και εδώ πολεμιστές, όπως σε όλα τα ποιήματα: όλα κρύβουν μια μάχη, πάντα ατελέσφορη, καθώς η ματαιότητα διαπερνά τον κόσμο: «οι πτώσεις μας συντελούνται εν κενώ – στην παγωνιά/ μόνοι μας πέφτουμε –ολομόναχοι» (από το ποίημα «Η στρατηγός Ασπιρίνη και τα πρωτοπαλίκαρά της»).
Και μετά τη μάχη, μετά τη μεγάλη κραυγή «What hath God wrought» («Τι επιτελέσει ο Θεός»), σιωπή: «μια βαθιά, συμπαγής σιωπή/ κοφτερή/ (όπως δέσμη από φως)// φωταγωγός// στον μυελό της νύχτας» (από το ποίημα «Operation Wednesday»). Κι αυτό συμβαίνει επειδή:
τις δυσκολότερες μάχες
τις δίνει κανείς
όχι με την προσδοκία να νικήσει
αλλά προετοιμάζοντας την ψυχή να νικηθεί
(από το ποίημα «Darvault»)
Ωστόσο, παρά τη ματαιοδοξία και την καταβύθιση στο σκοτάδι, αλλά και την ήττα που προοιωνίζονται τα ποιήματα, το τέλος κρύβει την υπόσχεση του φωτός. Το τελευταίο από τα έντεκα ποιήματα για τη Λεονώρα («The house opposite») είναι μια αποκάλυψη:
στο σπίτι απέναντι
γέννησα
πρώτη φορά
τον εαυτό μου
Ο αναγεννημένος εαυτός δεν θα παραδώσει τα όπλα. «Το όνειρο δεν σταματάει να ονειρεύεται τον εαυτό του», όπως αναφέρεται στο καταληκτικό ποίημα «Γράμμα στον Εφιάλτη», το οποίο κλείνει με τη βεβαιότητα:
δεν θα αφήσουμε το φως να νικηθεί
δεν θα το αφήσουμε κι ας φεύγει τόσο
νωρίς η ζωή κι ας προμηνύεται άνιωθο,
αγιόρταστο για ακόμη μία φορά
κι αυτό το καλοκαίρι
Ακόμη κι έτσι να είναι, το φως δεν μπορεί τοις πράγμασι να νικηθεί, ούτε σε αυτή την εκπληκτική, ατμοσφαιρικότατη, συλλογή της Ελένης Γαλάνη, ούτε ποτέ. Και έτσι είναι.


