Ένας νέος συγγραφέας εισέρχεται στον εκδοτικό κόσμο του βιβλίου με το έργο του «Ανάστροφη Βαβέλ», από τις εκδόσεις Πηγή, Αθήνα–Θεσσαλονίκη 2025. Πρόκειται για τον Λουκά Λυμπερόπουλο, νέο γιατρό με πρόσφατη ειδίκευση στη Νευροβιολογία και παράλληλα μουσικό με ανώτατες σπουδές και δίπλωμα με άριστα στο φλάουτο και στη σύνθεση, με βραβεία και δραστηριότητα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Λουκάς Λυμπερόπουλος δικαιολογημένα κάποια στιγμή χαρακτηρίστηκε από τους δασκάλους του «αναγεννησιακός άνθρωπος», καθώς δεν κινείται μόνο στον ιατρικό χώρο, αλλά διεκδικεί μερίδιο συμμετοχής στις Καλές Τέχνες και πρόσφατα στην Λογοτεχνία με το εκδοθέν βιβλίο του.
Ο Λ.Λ. ασχολείται με την συγγραφή έργων επιστημονικής και μεσαιωνικής φαντασίας, ‘με έναυσμα την αγάπη του για τα έργα του Τζ. Π. Π. Τόλκιν’. Το παρόν βιβλίο είναι μια εμπνευσμένη “νουβέλα στα άκρα της επιστήμης”, όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος στο εμπροσθόφυλλο.
Χαρακτηριστική εδώ είναι η εικονογράφηση του εξωφύλλου, όπου βρίσκουμε την φιλοτέχνηση μιας ανάστροφα τοποθετημένης πυραμίδας με το κατώτερο επίπεδό της να απεικονίζει τον άνθρωπο και ακόμα πιο κάτω την σκιά του. Η σημειολογία είναι φανερή και ακριβώς σχετίζεται και παραπέμπει στον τίτλο της νουβέλας, οδηγώντας σε σκέψεις σχετικά με την αρνητική κατάσταση στην οποία πιθανόν να βρεθεί το άτομο αλλά και ολόκληρη η ανθρωπότητα στο μέλλον, αντί να αποτελεί ο άνθρωπος την κορωνίδα του πολιτισμού και της κοινωνίας.
Το περιεχόμενο του βιβλίου παρουσιάζει μια καλά δομημένη διήγηση, με καλή χρήση της γλώσσας. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί με εύστοχο τρόπο την καθομιλουμένη, χωρίς περιττές και κουραστικές μεγαλοστομίες.
Η υπόθεση διαδραματίζεται κυρίως σε ένα απομακρυσμένο περιβάλλον, στο οποίο ο ήρωας αποφασίζει να μεταβεί για εργασία. Εκεί όλο το υπαρξιακό του σύμπαν καταλήγει να το αποτελεί μια ‘ασφαλής’ απομόνωση, που σταδιακά γίνεται ρουτίνα και στην συνέχεια περιέργεια για τα απόρρητα τεκταινόμενα στον χώρο δουλειάς. Με έναν χαρακτήρα που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε στιγμές αδυναμίας και με μόνο έρεισμα και στήριγμα στις δυσκολίες την νοερή εικόνα της μητέρας του, συχνά ανατρέχει σε αυτήν, την επικαλείται επανειλημμένα. Κι εκείνη, -η μόνη βεβαιότητα και τρυφερή παρουσία-απουσία γι’ αυτόν-, μοιάζει να τον διαβεβαιώνει: «Είμαι εδώ. Και όσο είμαι εδώ, δεν θα σε πειράξει κανείς», (σ.76), Η περιέργεια όμως του ήρωα τον σπρώχνει στην αποκάλυψη …τερατουργημάτων.
Είναι ενδιαφέρον το ότι μέσα στη νουβέλα ανιχνεύει κανείς και επιστημονικά στοιχεία και τη σύνδεσή του συγγραφέα με την ιατρική επιστήμη και τον προβληματισμό για τα όριά της. Η ανθρώπινη σκέψη εδώ ξεπερνά αυτά τα όρια που βάζει ο κοινός νους της πλειονότητας των καθημερινών ανθρώπων. Ξεπερνά τα σύνορα λογικής, ηθικής και δικαίου. Η φαντασία του συγγραφέα υπερβαίνει αυτό που θεωρείται ανεκτό στη συνείδηση του κάθε αναγνώστη, καθώς τον οδηγεί μέσα από την αφήγηση στο ανεπίτρεπτο των περιγραφόμενων καταστάσεων, εκεί όπου μπορεί να φθάσει η ανεξέλεγκτη χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας χωρίς ηθική.
Έτσι, τα πρόσωπα του έργου δεν φθάνουν σε μια Βαβέλ που να παραπέμπει απλώς σε ασυναρτησία και αδυναμία επικοινωνίας, όπως η γνωστή Βαβέλ με τον ‘πύργο’ της, αλλά αυτός ο ‘πύργος’ – ουσιαστικά μια πυραμίδα ανεστραμμένη στο εξώφυλλο – προεκτείνεται προς τα κάτω, σε βάθος, αντί σε ύψος προς τα πάνω, παρουσιάζοντας καταστάσεις, όπου κυριαρχούν η διαστροφή, το έγκλημα και η φρίκη.
Το ανθρώπινο είδος στο έργο, όσο θα μπορούσαν οι αφηγούμενες αυτές ανελέητες συμπεριφορές και πράξεις να ισχύσουν και να γενικευθούν, δεν χάνει μόνο την επικοινωνία, την χαρά της ζωής, την έκπληξη, την ελευθερία, αλλά γίνεται μηχανιστικό ον, θλιβερό, φυλακισμένο, ανελεύθερο, αντικείμενο εκμετάλλευσης, ένα άθυρμα και θύμα χωρίς αξία στα χέρια κάποιων δυνατών του κόσμου. Γίνεται πειραματόζωο στη όποια βούληση ατόμων που δρουν όχι προς όφελος της κοινωνίας μα ικανοποιώντας προσωπικά τους συμφεροντολογικά και διαστροφικά σχέδια και επιθυμίες, ατόμων που προβαίνουν σε αδικαιολόγητες και ανεπίτρεπτες πράξεις (κλωνοποίηση, επικίνδυνα και εγκληματικά πειράματα στο ανθρώπινο σώμα κ.λπ.). Περιγράφονται πραγματικά παρανοϊκές καταστάσεις και επιθυμίες, δημιουργημένες από παρανοϊκούς ανθρώπους με ισχυρή επιρροή στην κοινωνία, ώστε να μπορούν να τις επιβάλλουν, έτσι ώστε όλοι να μετατρέπονται “σε δείγματα και να λειτουργούν σε συνθήκες απόλυτης ακρίβειας” (σ. 77).
Το φανταστικό στοιχείο μέσα σε όλο το έργο λειτουργεί σαν όχημα για αφύπνιση και ευαισθητοποίηση, για σκέψη και προβληματισμό, για διερεύνηση και λήψη συνειδητών αποφάσεων για τον καθένα, όσο είναι δυνατόν να ενεργήσει προς μια θετική κατεύθυνση ο καθένας ατομικά. Ο συγγραφέας με την εμπειρία που του προσφέρει η επιστημονική ειδίκευση, φέρνει με την αφήγησή του τον αναγνώστη σε ακραία σημεία σκέψης καθοδηγώντας τον αδιόρατα σε ισχυρά συνειδησιακά ερωτήματα. Ενδιαφέρεται για ό,τι μπορεί να συμβεί πίσω από το κείμενο, πίσω και μετά από τις περιγραφόμενες πράξεις των προσώπων του βιβλίου. Δημιουργούνται ερωτήματα καίρια και κρίσιμα:
– Μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από την αυξανόμενη υποκρισία της κοινωνίας και από την υπολογιστική συμφεροντολογία που κυριαρχεί;
– Μπορεί να αποστραφεί από την απληστία για ικανοποίηση εξωφρενικών επιθυμιών, που τον αποκτηνώνουν και λειτουργούν σε βάρος της κοινωνίας και των συνανθρώπων του;
– Μπορεί το ανθρώπινο ον να λειτουργήσει με ενσυναίσθηση και με ηθικότητα, ώστε να μην φθάσει στην απανθρωποποίηση;
– Πού σταματά η ενσυναίσθηση για τα άτομα και αρχίζει ο ατομισμός, η αδιαφορία για τον συνάνθρωπο και η αλαζονεία;
– Μήπως και η ενσυναίσθηση καταλήγει ανεπαρκής και αναποτελεσματική και τελικά οδεύουμε στην διάλυση και την αυτοκαταστροφή, αν δεν μας συγκρατεί κάποια απαραίτητη νομοθεσία;
– Μπορεί να υπάρξει ευτυχισμένη κοινωνία χωρίς θεσπισμένους κανόνες και νόμους, αφού τελικά είμαστε ατελείς και αν αφεθούμε απόλυτα ελεύθεροι χωρίς αυτούς, θα καταντήσουμε ζούγκλα;
– Μήπως τελικά χωρίς θεσπισμένους κανόνες που να διασφαλίζουν την ανθρωπιά μας, ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι/γίνεται λύκος, σύμφωνα και με το λατινικό ρητό; (Homo homini lupus est).
– Χωρίς επιπλέον ηθικές αρχές και αξίες – κι όχι μόνον με θεσπισμένους νόμους – μπορεί να υπάρξει σωστά λειτουργούσα κοινωνία;
– Και ποια θα είναι η κρίσιμη απόφαση του ανθρώπου, από την οποία θα εξαρτάται το μέλλον και η τύχη του; Θα τολμήσει την τελευταία -έστω- στιγμή να «τα τινάξει όλα στον αέρα» ή θα καταλήξει στην φράση του ήρωα «Είμαι εδώ απλά για τα χρήματα, τίποτε άλλο», (σ. 80);
– Ποιον δρόμο θα ακολουθήσει; Τον δρόμο του συμβιβασμού και του φόβου, της υποταγής, της δουλικής αποδοχής μιας μοίρας που δεν του αξίζει, τον δρόμο της αλλοτρίωσης;
– Ή θα ακολουθήσει την οδό της απόφασης να ευαισθητοποιηθεί, να σκεφθεί λογικά, να δραστηριοποιηθεί και να αποτινάξει τα δεσμά της φυλακής του, να υψώσει ανάστημα και να αποτρέψει την αλλοτρίωσή του;
Ένα εφιαλτικό όνειρο, που πιθανόν να προσιδιάζει στον μελλοντικό κόσμο μας, παρουσιάζει ο Λ.Λ. με το βιβλίο του, αν δεν αφυπνισθούμε και η πυραμίδα των καταστάσεων και της ζωής αναστραφεί και καταντήσει μια «Ανάστροφη Βαβέλ»…
Ας ευελπιστούμε πως η ανθρώπινη φύση δεν είναι τόσο προβλέψιμη, όσο και όπου θα ήθελαν να την οδηγήσουν κάποια διεστραμμένα μυαλά, και ας αισιοδοξούμε για ένα καλύτερο μέλλον, με την επιστήμη όμως να τάσσεται και να λειτουργεί για το καλό της ανθρωπότητας.


