Πριν αρχίσει για τα καλά το κυρίως ξεδίπλωμα της υπόθεσης του «Μπούμεραγκ» του Γιάννη Μαρή, ο συγγραφέας του μας εισαγάγει στην υποψία της αστυνομικής πλοκής. Ο νεαρός μηχανικός Αλέκος Κομνηνός, ο οποίος ανέμενε εναγωνίως έναν ολόκληρο χρόνο την απάντηση του εκατομμυριούχου επιχειρηματία Γερασιμάτου που σχετίζεται με τον ισχυρό οικονομικό παράγοντα Τζέημς Παπούλια, κατάφερε μέσω του κοινού γνωστού τους, Μάκη Κωνσταντινίδη, να τον δει επιτέλους εκ του σύνεγγυς. Αντικειμενικός του σκοπός η υλοποίηση ενός μεγαλόπνοου σχεδίου, τουτέστιν η ανέγερση ενός πρωτότυπου τουριστικού οικισμού σε ένα νησί που θα του απέφερε χρήματα και επαγγελματική φήμη. Γρήγορα όμως ο αναγνώστης πληροφορείται ότι πριν από εκείνη την πολλά υποσχόμενη συνάντηση, ο Αλέκος Κομνηνός εντελώς τυχαίως παρατήρησε με κιάλια, εκ του μακρόθεν φυσικά και από το ρετιρέ του Κωνσταντινίδη, ψηλά, ένα πιθανότατο έγκλημα μέσω ενός ανοιχτού παραθύρου υψηλού διαμερίσματος της κεντρικής Αθήνας. Ωστόσο, όταν μια στιγμή πληροφορείται το όνομα του θύματος, κάποιου Νικολαΐδη, και του πιθανού δολοφόνου του που συνελήφθη λίγο αργότερα, με το όνομα Γιάννης Δεληγιώργης, από τον φίλο και συνάδελφό του, Τάκη Αποστόλου, με κάποιες ενδιαφέρουσες και ξεχωριστές λεπτομέρειες, η υπόθεση αρχίζει να ξετυλίγεται γοργά, μαζί βεβαίως με την συνάντηση του Κομνηνού με τον επιχειρηματία Γερασιμάτο, στο σπίτι του τελευταίου για τη υλοποίηση των πολλά υποσχόμενων αρχιτεκτονικών σχεδίων.
«Κύριε… , φαντάζομαι πως ξέρετε τι είναι το μπούμεραγκ», είπε ο κύριος χαρακτήρας του βιβλίου στον άνθρωπο που είχε απέναντί του. Και συνέχισε, «Ένα όπλο που το χρησιμοποιούν οι ιθαγενείς της Αυστραλίας. Το πετούν για να χτυπήσουν τον αντίπαλο. Αν όμως δεν το χειριστούν καλά, το μπούμεραγκ γυρίζει και χτυπά τους ίδιους…δεν το χειριστήκατε καλά. Για να με βγάλετε από τη μέση με χτυπήσατε άσχημα. Αλλά τώρα το όπλο γυρίζει εναντίον σας…». Κάπου εκεί και σε αυτό το σημείο της υπόθεσης και στις τελευταίες σελίδες του ογκώδους και πολυσέλιδου μυθιστορήματος του Μαρή, κάνει ήσυχα την εμφάνισή του ο αστυνόμος Μπέκας ο οποίος απουσίαζε προκλητικά απ’ όλα τα τεκταινόμενα, τα οποία ομολογουμένως ήταν πολλά και ενέπλεκαν πολλούς. Και ετούτο το μυθιστόρημα του πατέρα της αστυνομικής μυθοπλασίας στην Ελλάδα, ξεδίπλωνε και σκιαγραφούσε με τον δικό του ελκυστικό και ζηλευτό αφηγηματικό τρόπο τις ανθρώπινες καταστάσεις, τις συνήθειες, τις εμμονές, τις αδυναμίες και τις παθογένειες, όσων κυκλοφορούσαν στους δρόμους και στα κέντρα διασκέδασης κυρίως της ελληνικής πρωτεύουσας, κατά την μεταπολεμική περίοδο.
Στο «Μπούμεραγκ», υπάρχουν οι άνθρωποι των επιχειρήσεων με την ικανή και πανίσχυρή επιρροή τους σε συνανθρώπους, γεγονότα και πράγματα, και φυσικά οι απαραίτητες γυναίκες που πλαισιώνουν την καθημερινή παρουσία των αντρών, ειδικά των πλούσιων, με διάφορους τρόπους. Όλοι να περιφέρονται μέρα και νύχτα στους γνωστούς ιστορικούς δρόμους και πλατείες που αναφέρονται συνεχόμενα, ενώ αρκετά συχνά να μεταφέρεται η όλη υπόθεση σε καλοκαιρινές παραλίες και ξενυχτάδικα. Συνήθειες, γραφεία, χώροι εργασίας, και αυτοκίνητα που χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη εποχή, όλα εναλλάσσονται στις σελίδες ετούτου του βιβλίου και περιγράφονται με χάρη. Πτυχιούχοι ανωτάτων σχολών όπως ο Αλέκος Κομνηνός, εν προκειμένω, αγωνίζονται μέσα σε όλα αυτά και καθιερωθούν στον επαγγελματικό τους τομέα και στους ανθρώπους της αγοράς, με διάφορους τρόπους. Θεμιτούς και το αντίθετο. «Ο Αλέκος Κομνηνός…», γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στην άκρως αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή του βιβλίου, «σε όλη τη διάρκεια της υπόθεσης, θα έχει μια αμφίθυμη στάση, διότι κάθε φορά έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε μια νέα εξαιρετική δουλειά ή τη συμμετοχή του στην έρευνα του φόνου…». Και ετούτο το έγκλημα που θα εμπλέξει πολλούς στα γρανάζια του, παρουσιάζεται ωσάν μια υπόθεση μεγάλου έρωτα, αγάπης, σαγηνευτικού πάθους και αναμενόμενης εκ των πραγμάτων εκδίκησης, ανάμεσα σε πρωταγωνιστές διαφορετικών κόσμων, με πολυποίκιλες διαφορές στον χαρακτήρα τους. Αναλαμβάνουν μόνοι να επιλύσουν τις διαπροσωπικές τους διαφορές τους, έστω και βίαια κάποιες φορές, αν και τους πλαισιώνουν στις μετακινήσεις τους οι απαραίτητοι σωματοφύλακες. Η μοιχεία, οι εκβιασμοί και όλα όσα ακολουθούν και συνεπάγονται αυτά τα γεγονότα, και σε τούτο το μυθιστόρημα του Μαρή έχουν την τιμητική τους και περιγράφονται με καλό ρυθμό.
Το αστυνομικό μυθιστόρημα, ακόμα και στις μέρες μας, θεωρείται μια μορφή καταγραφής της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας, παρά τα όσα αρνητικά εκφράστηκαν κατά καιρούς, όσον αφορά το περιεχόμενο και τη συμβολή του στη λογοτεχνία. Ειδικά πάντως στην περίπτωση του Γιάννη Μαρή, οι αστυνομικές του ιστορίες δημοσιεύτηκαν με επιτυχία για διάφορα χρονικά διαστήματα και κατά συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά, διατηρώντας έναν συγκεκριμένο αριθμό αναγνωστών των εφημερίδων ο οποίος μάλιστα αυξανόταν ορισμένες φορές. Ο Ανδρέας Αποστολίδης και στην εδώ εισαγωγή του με τίτλο «Μπούμεραγκ. Ένα αθηναϊκό 1968», αναφέρεται για τις συνέχειες της ιστορίας που είδαν το φως της δημοσιότητας στην εφημερίδα Ακρόπολη, αρχής γενομένης από την Κυριακή 4η Αυγούστου του 1968, μέχρι την Κυριακή 6 Απριλίου του 1969, οπότε και δημοσιεύτηκε το τέλος της ιστορίας με την σημείωση ότι «Το Μπούμεραγκ θα κυκλοφορήσει τον προσεχή μήνα από τον εκδοτικό οίκο Περγαμηνή σε βιβλίο με πολυτελές εξώφυλλο του ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου». Οι παλιότεροι βεβαίως αναγνώστες, ηλικιακά, γνωρίζουν καλύτερα τη συνέχεια της εκδοτικής παραγωγής του Μαρή. Η σταδιακή επιτυχία των μυθιστορημάτων, που πουλούσαν χιλιάδες αντίτυπα, δημιούργησε και στη χώρα μας την μεγάλη ομάδα των αναγνωστών αστυνομικής λογοτεχνίας η οποία εντρυφούσε παράλληλα και σε άλλους ξένους συγγραφείς του είδους. Ο Γιάννης Μαρής, με τα βιβλία του που είτε μεταφράστηκαν, είτε μεταφέρθηκαν στον ασπρόμαυρο κινηματογράφο, έδωσε γένεση και ισχυρό κίνητρο στην εγχώρια παραγωγή αστυνομικών μυθιστορημάτων, όπως διαπιστώσαμε στη συνέχεια μέχρι και τις μέρες μας. Είναι περιττό να τονισθεί η αρτιότητα της έκδοσης από τις εκδόσεις Άγρα, όπως και οι άλλες τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα σε πολυτονικό σύστημα που προσδίδει σεβασμό στην παράδοση όχι μόνο της αρχικής γραφής του κειμένου, αλλά και πολλών άλλων ζητημάτων που σχετίζονται με τη γλώσσα του τόπου μας!


