Το «Αλάτι χοντρό» του Μιχάλη Τοπαλίδη (εκδ. Ανάλεκτο, 2025) είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, που κινείται ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό τραύμα, στον ανεκπλήρωτο έρωτα και τη σιωπηλή αντοχή, στη μνήμη και την Ιστορία. Είναι ένα έργο που αφηγείται μια προσωπική διαδρομή και παράλληλα σκιαγραφεί μια ολόκληρη εποχή με ανθρώπους που έμαθαν να επιβιώνουν χτίζοντας τείχη.
Το αφήγημα διατρέχει κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας: τον Εμφύλιο, τα χρόνια της Δικτατορίας, τη Μεταπολίτευση. Η Ιστορία δεν λειτουργεί ως απλό φόντο, αλλά ως δύναμη που διαμορφώνει χαρακτήρες και ζωές. Ο κεντρικός χαρακτήρας Σταύρος Περιπολής, είναι ένας άνθρωπος που από την παιδική του ηλικία, στα χρόνια του Εμφυλίου σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από τον θάνατο της μητέρας του. Η απώλεια αυτή βιώνεται ως πένθος, αλλά και ως ενοχή, καθώς ο ίδιος θεωρεί εν μέρει τον εαυτό του υπεύθυνο. Το προσωπικό αυτό τραύμα εντείνεται από ένα ιστορικό πλαίσιο φόβου και αποσταθεροποίησης. Έτσι διαμορφώνεται ένας χαρακτήρας κλειστός, άκαμπτος, πειθαρχημένος, ένας άνθρωπος που έμαθε να ζει χωρίς να εκφράζει τρυφερότητα.
Ο Σταύρος Περιπολής, φιλόλογος στο επάγγελμα, υπηρετεί στο σχολείο τα σκοτεινά χρόνια της Χούντας, σε ένα περιβάλλον όπου η σιωπή είναι επιβεβλημένη. Μια συνθήκη που αντανακλά και την εσωτερική του κατάσταση. Από ψυχολογική σκοπιά, ο κεντρικός ήρωας ενσαρκώνει το παιδί που, για να επιβιώσει, ανέπτυξε ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς: συναισθηματική απόσυρση, έλεγχο. Τα τείχη αυτά, κατά την ενηλικίωσή του, του επιτρέπουν να λειτουργεί ως σύζυγος, πατέρας και εργαζόμενος, σε μια ζωή «ευθείας γραμμής», χωρίς εξάρσεις αλλά και χωρίς πραγματική πληρότητα. Το τραύμα όμως δεν θεραπεύεται. Απλώς παραμένει θαμμένο, ενεργό, καθορίζοντας τις επιλογές του.
Η ισορροπία αυτή διαταράσσεται από μια τυχαία συνάντηση και τον έρωτα που γεννιέται. Η γυναίκα που ερωτεύεται κεραυνοβόλα, η Βάσω, την οποία αποκαλεί Ιζαμπώ, είναι μια κακοποιημένη σύζυγος, εγκλωβισμένη σε έναν βίαιο γάμο. Ο έρωτας αυτός είναι εξαρχής καταδικασμένος, κοινωνικά, ηθικά και ψυχικά. Ο Περιπολής δεν έχει μάθει να ρισκάρει. Έτσι, ο έρωτας μένει ανεκπλήρωτος και μετατρέπεται σε «αλάτι χοντρό σ’ ανοιχτή πληγή». Σε έναν πόνο που δεν περνάει, αλλά οξύνει τη συνειδητοποίηση όσων δεν έζησε.
Παραθέτω κάποια σημεία αναφοράς στον έρωτα, τόσο λογοτεχνικά αλλά και ανθρώπινα διατυπωμένα, που εκφράζονται από έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα του βιβλίου, τον σπιτονοικοκύρη του Σταύρου Περιπολή, ο οποίος αφηγείται και τη δική του αντίστοιχη εγκιβωτισμένη ιστορία. Λέει: «Η αλήθεια είναι μία. Πονάς γι’ αυτά που δεν μπόρεσες να πάρεις. Γι’ αυτά που δεν έζησες και δεν ρούφηξες μέχρι το μεδούλι. Αυτά σε πονάνε» (σελ. 67). Και πιο κάτω, στη σελίδα 96 υπογραμμίζει: «Ο έρωτας είναι σαν το αλάτι…Το ένα νοστιμίζει τη ζωή, το άλλο το φαΐ. Αν πέσει όμως σε μια πληγή, πονάει πολύ, πάρα πολύ…αλάτι χοντρό είναι ο ρημάδης. Που λιώνει σιγά σιγά κι ο πόνος απλώνει και τον νιώθεις να τρυπάει το κορμί και την ψυχή».
Εστιάζοντας στην κεντρική γυναικεία φιγούρα, την οποία ερωτεύεται ο Περιπολής, αξίζει να αναφέρουμε διακειμενικές αναφορές και αντιστοιχίες με ηρωίδες σε μεγάλα λογοτεχνικά έργα. Η «Ιζαμπώ» του Τοπαλίδη θυμίζει μια λογοτεχνική παράδοση γυναικείων μορφών που σημαδεύονται από τον ανεκπλήρωτο έρωτα και τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα. Σαν την «Πριγκιπέσα Ιζαμπώ» του Άγγελου Τερζάκη, που είναι μια γυναίκα παγιδευμένη σε συνθήκες που δεν επέλεξε, εγκλωβισμένη σε έναν ρόλο που της επιβάλλεται. Παράλληλα, δεν είναι τυχαίο ότι γίνεται αναφορά και στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση, όπου η Μαρίνα βιώνει τον έρωτα ως υπόσχεση διαφυγής, ως χίμαιρα που αντί να λυτρώσει, πληγώνει. Κοινό στοιχείο σε αυτά τα μυθιστορήματα είναι ότι ο έρωτας λειτουργεί ως καθρέφτης της αδυναμίας των χαρακτήρων να ζήσουν τη ζωή που επιθυμούν. Έτσι, η Ιζαμπώ από το «Αλάτι χοντρό» αποκτά διαχρονικό βάθος και λειτουργεί ως εκδοχή της γυναίκας που ενσαρκώνει την τραγικότητα του ανεκπλήρωτου έρωτα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διπλή εικόνα του κεντρικού ήρωα: από τη μία ο σιωπηλός, συγκρατημένος άντρας της καθημερινότητας. Από την άλλη ο βαθιά τρυφερός άνθρωπος που αποκαλύπτεται μέσα από το τετραδιάκι που γράφει για την Ιζαμπώ του. Εκεί, σε ποιήματα και ανεπίδοτα γράμματα, ξεχειλίζει μια τρυφερότητα που δεν βρίσκει ποτέ δρόμο προς τον άλλον. Το τετραδιάκι λειτουργεί ως εξομολόγηση, ως ασφαλές καταφύγιο, αλλά και ως μαρτυρία της τραγικής αδυναμίας του ήρωα να μετατρέψει το συναίσθημα σε πράξη.
Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο συμβολισμούς και δυνατές εικόνες. Το ζεϊμπέκικο διατρέχει το μυθιστόρημα ως κεντρικός συμβολισμός, λειτουργώντας ως μεταφορά ζωής: λύγισμα και ορθοστάτημα, χαμηλά και ψηλά, μοναχικότητα και αξιοπρέπεια. Όπως τονίζεται στο βιβλίο, το αληθινό ζεϊμπέκικο το χορεύεις μόνος, για τον εαυτό σου και στο τέλος πρέπει να σε βρίσκει όρθιο.
Έμεινα σε πολλά σημεία του βιβλίου που υπογραμμίζουν τη λογοτεχνική γλώσσα και ταυτόχρονα την ευαίσθητη ματιά του Μιχάλη Τοπαλίδη. Ένα τέτοιο σημείο είναι η σκηνή με το παιδί στο πηγάδι στη σελίδα 166: «Καθώς έσκυψα στο άνοιγμα του πηγαδιού κι είχε χιμήξει μέσα του το δυνατό φως, αντίκρυσα λίγα μέτρα πιο κάτω την αφεντιά μου! Έτσι απόλυτα φυσιολογικά, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το σκοτάδι έκρυβε έναν καθρέφτη! Από τότε σταμάτησα να το φοβάμαι. Έφηβος και μέχρι τα φοιτητικά μου χρόνια, έβλεπα ότι καταλάβαινα καλύτερα τον εαυτό μου στο σκοτάδι. Ότι ο εσωτερικός μου καθρέφτης ήταν πολύ πιο αξιόπιστος χωρίς το φως. Καθώς μεγάλωνα, κατέληξα ότι έκανα λάθος. Κάτι, ή καλύτερα κάποιος, πρέπει να σου φωτίσει τη ζωή».
Επιστρέφοντας στα τεχνικά χαρακτηριστικά, η αφηγηματική τεχνική του Τοπαλίδη ενισχύει μια πολυεπίπεδη ανάγνωση: η αφήγηση κινείται μπρος και πίσω στον χρόνο, εναλλάσσοντας παρόν και παρελθόν, ενώ η οπτική γωνία μετατοπίζεται από τον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή στον μικρό γιο του ήρωα, τον Άγγελο, ο οποίος ανακαλύπτει σιγά σιγά την αλήθεια του πατέρα του. Στην αρχή κάθε κεφαλαίου, αποσπάσματα από εφημερίδες δένουν τη μυθοπλασία με συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Βάσω-Ιζαμπώ διατηρεί ψιλικατζίδικο που πουλά εφημερίδες: Εκεί, στον χώρο όπου η «μεγάλη Ιστορία» περνά καθημερινά μέσα από τα πρωτοσέλιδα, εκεί γεννιέται ένας έρωτας που θα παραμείνει σιωπηλός.
Αξίζει επίσης να τονίσουμε και τους πολύ δυνατούς διαλόγους, που ζωντανεύουν την αφήγηση με ταυτόχρονα ποιητικές αποδράσεις. Ένα παράδειγμα είναι στις σελίδες 214-215 όπου ο Σταύρος φεύγοντας από το ψιλικατζίδικο, ακούει τη φωνή της ‘«Ξέχασες κάτι» Γύρισε, σίγουρος ότι άφησε τα κλειδιά του ή τα τσιγάρα που δεν χρειαζόταν. Ο πάγκος μπροστά της ήταν άδειος. Την κοίταξε μ’ ένα βλέμμα απορίας. «Τον εαυτό σου, την ψυχή σου», του είπε χαμογελώντας. «Άφησες την ψυχή σου και πρέπει να την πάρεις. Πώς θα περάσεις τη νύχτα χωρίς αυτήν; Κι εγώ…σου το ‘χω πει, δεν μπορώ να την πάρω. Δεν μπορώ να την κάνω δική μου. Μόνο να ξέρω ότι υπάρχει. Αν την πάρω, θα γίνει η δικιά μου νύχτα ατέλειωτη». Κοίταξε ξανά τον πάγκο. Είχε δίκιο. Μπροστά της είδε ακουμπισμένη την ψυχή του.’
Οδεύοντας προς το τέλος, θα μείνουμε γεμάτοι από εικόνες, συναισθήματα αλλά και ερωτήματα, όπως: Πόσο μπορούμε να προστατεύσουμε ένα παιδί από το τραύμα; Περνάει από το χέρι μας; Πόσο γνωρίζουμε τον εαυτό μας; Γνωρίζουμε τους δικούς μας ανθρώπους; Πόσο μέρος από αυτό που θεωρούμε ότι γνωρίζουμε στους άλλους, είναι δικό μας κομμάτι που το προβάλλουμε στους ανθρώπους μας καλύπτοντας τα δικά μας κενά;
Το «Αλάτι Χοντρό», δεύτερο μυθιστόρημα του Μιχάλη Τοπαλίδη μετά το «Καδέρνο», αναδεικνύει έναν συγγραφέα ώριμο, με αφηγηματική δεινότητα και βαθιά εστίαση στην ανθρώπινη κατάσταση. Για όσους έμαθαν να αντέχουν μια ζωή μ’ ένα μαράζι στην καρδιά, για τα τείχη που χτίζουμε και για τους έρωτες που καθορίζουν ολόκληρες ζωές. Ένα βιβλίο σαν ένα μοναχικό ζεϊμπέκικο, που χορεύεται με πόνο και συγκινεί.


