Η Οδύσσεια του Christopher Nolan είναι, πρώτα απ’ όλα, μια ταινία που αξίζει να δει κανείς στη μεγάλη οθόνη. Παρά τη μεγάλη διάρκειά της, που αγγίζει τις τρεις ώρες, ο ρυθμός της παραμένει αξιοθαύμαστα σταθερός και ο χρόνος περνά σχεδόν ανεπαίσθητα. Η ταινία ακολουθεί τον Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής του στην Ιθάκη, ενώ παράλληλα ανασυνθέτει τα γεγονότα που προηγήθηκαν, από τον Τρωικό πόλεμο και τις περιπέτειές του μέχρι την προσπάθειά του να επιστρέψει στην πατρίδα και την οικογένειά του. Πρόκειται, επομένως, για μια κινηματογραφική μεταφορά που χρησιμοποιεί τον βασικό μυθολογικό κορμό του ομηρικού έπους, αλλά τον επανερμηνεύει μέσα από την ιδιαίτερη κινηματογραφική γλώσσα του Nolan.
Και ίσως ακριβώς εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της ταινίας. Αυτή δεν είναι ακριβώς η Οδύσσεια του Ομήρου. Είναι η Οδύσσεια του Nolan.
Η προσέγγιση αυτή γίνεται εμφανής ήδη από την αφηγηματική δομή. Ο Nolan αποφεύγει μια γραμμική αφήγηση και επιλέγει ένα μοντάζ που μετακινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Ο Οδυσσέας βρίσκεται ήδη στο τελικό στάδιο της επιστροφής του, ενώ τα γεγονότα που παρακολουθούμε έχουν ουσιαστικά ήδη συμβεί και ανασύρονται σταδιακά. Η επιλογή αυτή δεν λειτουργεί απλώς ως ένα ακόμη χαρακτηριστικό της σκηνοθετικής ταυτότητας του Nolan. Συνδέεται οργανικά με την ίδια την κατάσταση του ήρωα, ο οποίος προσπαθεί να ανακτήσει τη μνήμη του, ενώ η παραμονή του στο νησί της Καλυψούς και η λήθη που τη συνοδεύει περιπλέκουν ακόμη περισσότερο τη σχέση του με το παρελθόν.
Έτσι, η μη γραμμική αφήγηση αποκτά και δραματουργική λειτουργία. Ο θεατής δεν λαμβάνει ολόκληρη την ιστορία έτοιμη, αλλά καλείται να τη συναρμολογήσει. Υπάρχει μια διαδικασία ανασύνθεσης της αφήγησης που αντικατοπτρίζει, σε κάποιο βαθμό, και την προσπάθεια του ίδιου του Οδυσσέα να ανασυνθέσει τη δική του διαδρομή. Είναι μια επιλογή που κάνει την ταινία περισσότερο κινηματογραφική και λιγότερο μια απλή εικονογράφηση ενός ήδη γνωστού έπους.
Ταυτόχρονα, όμως, η συγκεκριμένη προσέγγιση αποτελεί και μια από τις πιθανές αδυναμίες της ταινίας. Όποιος περιμένει μια πιστή, σχεδόν κυριολεκτική μεταφορά του ομηρικού κειμένου, πιθανότατα θα απογοητευτεί. Ο Nolan κρατά τον βασικό πυρήνα, τους σημαντικότερους μύθους και τα θεματικά μοτίβα, αλλά τα περνά μέσα από τη δική του αισθητική και αφηγηματική λογική. Η ταινία λειτουργεί επομένως περισσότερο ως auteur διασκευή παρά ως πιστή αναπαράσταση. Αυτό είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δύναμή της και, ίσως, η μεγαλύτερη της παγίδα. Η εξοικείωση με το πρωτότυπο έπος μοιάζει να θεωρείται σε αρκετά σημεία δεδομένη, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει
τον τρόπο με τον οποίο θα την προσλάβει ένας θεατής που δεν γνωρίζει την ιστορία του Οδυσσέα.
Εκεί όπου η ταινία πραγματικά εντυπωσιάζει, ωστόσο, είναι στην ισορροπία ανάμεσα στη μυθολογία και το blockbuster θέαμα. Ο Nolan δεν αντιμετωπίζει την ελληνική μυθολογία ως κάτι μουσειακό ή απλώς ως ένα σύνολο αναγνωρίσιμων χαρακτήρων και τεράτων. Τη μετατρέπει σε κινηματογραφικό spectacle μεγάλης κλίμακας, χωρίς να χάνει εντελώς την αίσθηση του μυστηρίου και του δέους που τη συνοδεύει. Η mise-en-scène, η διεύθυνση φωτογραφίας, ο ηχητικός σχεδιασμός και η έμφαση στα πρακτικά εφέ δημιουργούν μια ιδιαίτερα σωματική και απτή αίσθηση του κόσμου της ταινίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Κύκλωπας. Η παρουσία του είναι πραγματικά επιβλητική, όχι μόνο εξαιτίας της οπτικής του κλίμακας, αλλά και χάρη στον ήχο. Το βρυχηθμό και την κραυγή μέσα στη σπηλιά ο Nolan τα μετατρέπει σε σχεδόν αισθητηριακή εμπειρία. Ο ήχος δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα· ενισχύει το αίσθημα φόβου και μεγέθους και κάνει το θέαμα να μοιάζει σχεδόν απειλητικά υλικό.
Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί η σκηνή των Σειρήνων. Είναι άξιο απορίας πώς θα επέλεγε ο Nolan να αποδώσει το τραγούδι τους και η απόφαση να μην ακουστεί πραγματικά είναι ίσως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες δημιουργικές επιλογές της ταινίας. Αντί να προσπαθήσει να παρουσιάσει κυριολεκτικά το «ωραιότερο τραγούδι που υπάρχει», ο Nolan αφήνει τη μουσική του Ludwig Göransson να λειτουργήσει ως μια φανταστική μελωδία, μια ηχητική υπόνοια αυτού που ακούγεται μέσα από την οπτική του Οδυσσέα. Ο θεατής δεν πληροφορείται απλώς ότι το τραγούδι είναι μαγευτικό· καλείται να το φανταστεί. Και ακριβώς επειδή δεν ακούγεται όπως ένα συνηθισμένο τραγούδι, η σκηνή αποκτά μια ιδιαίτερη αίσθηση μυστηρίου.
Πίσω από όλο αυτό το θέαμα, όμως, υπάρχει και ένα ισχυρό συναισθηματικό διακύβευμα. Η περιπλάνηση του Οδυσσέα δεν παρουσιάζεται μόνο ως μια σειρά από περιπέτειες, αλλά ως μια διαδρομή επιστροφής προς ανθρώπους που τον περιμένουν. Η παρουσία της Πηνελόπης και η αναμονή της λειτουργούν ως συναισθηματικό αντίβαρο στην περιπέτεια του ήρωα. Και όσο ο Οδυσσέας καθυστερεί, η αίσθηση ότι ο χρόνος μετρά αντίστροφα γίνεται ολοένα πιο έντονη: η επιστροφή του δεν είναι απλώς ζήτημα απόστασης, αλλά ένας αγώνας ενάντια στον χρόνο, καθώς η ζωή στην Ιθάκη συνεχίζεται χωρίς εκείνον.
Αυτό προσδίδει μεγαλύτερο βάρος σε ολόκληρο το ταξίδι. Ο Οδυσσέας δεν προσπαθεί απλώς να φτάσει σε έναν προορισμό· προσπαθεί να προλάβει να επιστρέψει σε μια ζωή που κινδυνεύει να πάψει να τον περιμένει. Και όταν η ταινία φτάνει στο τέλος της, η ολοκλήρωση της ιστορίας λειτουργεί ικανοποιητικά ακριβώς επειδή κλείνει όχι μόνο τα αφηγηματικά κενά που έχουν δημιουργηθεί από τη μη γραμμική δομή, αλλά και το συναισθηματικό χρέος που έχει συσσωρευτεί καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής.
Τελικά, η Οδύσσεια είναι μια εξαιρετικά φιλόδοξη και εντυπωσιακά κατασκευασμένη ταινία. Είναι αναμφισβήτητα μια πολύ καλή ταινία και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προσέγγιση ενός από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, χωρίς όμως να αποτελεί το magnum opus του Nolan, όπως ίσως θα περίμενε κανείς από μια τόσο πολυαναμενόμενη παραγωγή.
Ίσως, τελικά, αυτό να μην είναι και το σημαντικότερο. Ο Nolan πήρε μια ιστορία που έχει επιβιώσει για χιλιάδες χρόνια και δεν προσπάθησε απλώς να την αναπαραστήσει. Την πέρασε μέσα από τη δική του κινηματογραφική ματιά. Το αποτέλεσμα είναι μια Οδύσσεια που ανήκει ταυτόχρονα στον Όμηρο και στον Nolan. Και αν τελικά θα μείνει στην ιστορία ως μια μεγάλη διασκευή του αρχαίου έπους ή ως ένα ακόμη σπουδαίο κεφάλαιο στη φιλμογραφία του Nolan, αυτό είναι κάτι που, όπως και κάθε μύθος, θα το κρίνει ο χρόνος.
★★★★☆

