Συνέντευξη του Αλέξη Μάινα στη Χριστίνα Λιναρδάκη
Χριστίνα Λιναρδάκη

Χριστίνα Λιναρδάκη: Αλέξη, κλείνεις φέτος 33 χρόνια ποιητικής (συν)οδοιπορίας! Αυτό σημαίνει ότι το πρώτο ποίημά σου δημοσιεύθηκε στα 18 σου! Τι σηματοδοτεί για σένα η συμπλήρωση μιας τόσο συνεπούς και μακράς πορείας στα ελληνικά γράμματα;

Αλέξης Μάινας: Όμορφη η λέξη «συνεπής» (πορεία). Προσπαθώ να είμαι συνεπής όλα αυτά τα χρόνια – και αποδεικνύεται αδόκητα δύσκολο να είσαι. Οι περισσότεροι εγκαταλείπουν πλευρές του εαυτού και των αρχών τους στα μισά, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν.

Έκλεισα μισό αιώνα ζωής τον Φεβρουάριο του 2026 – στις πρώτες μου δημοσιεύσεις τελείωνα ή είχα μόλις τελειώσει το σχολείο. Είχαν επιφέρει κάποια θετικά σχόλια, είχε δραματοποιηθεί ένα διήγημά μου, θυμάμαι και μια επιστολή στην εφημερ. Καθημερινή που οδήγησε στο να λαμβάνω –τιμής ένεκεν, ως μαθητής ακόμα, και για μια δεκαετία περίπου– δύο περιοδικά για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία.

Με την έκφραση «ελληνικά γράμματα», που έχει κάτι το ιλιγγιώδες (βαριά η «φανέλα» των ελληνικών γραμμάτων) θα ήμουν προσεκτικός. Πιο ρεαλιστικό, για όποιον παλεύει να συμβάλλει στη λογοτεχνική συγχρονία, είναι να βλέπει τον ταπεινό του ρόλο ως ρόλο διακονίας. Ας μην μου λείψει, εύχομαι, το φλογερό-διάπυρο πάθος για την ποίηση – τα άλλα θα τα δείξει, αναπόδραστα και άτεγκτα, ο χρόνος. Αργά, πολύ μετά θάνατον θα φανεί αν όντως μας δέχεται ως σεμνούς λαμπαδηφόρους μιας φλόγας ιερής.

 

Χ.Λ.: Με εντυπωσιάζει το ότι έχεις καταφέρει να διατηρείς ένα δίκτυο, μια κοινότητα ανθρώπων γύρω σου και κοντά σου χωρίς να διαθέτεις λογαριασμό σε κανένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ)! Είναι όλοι άνθρωποι της λογοτεχνίας που σε εκτιμούν και σε σέβονται και με τους οποίους διατηρείς μια αγαπητική, θα έλεγα, σχέση. Γιατί όμως αρνείσαι τον κόσμο των ΜΚΔ; Θα σου επέτρεπε να διατηρείς ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο.   

Α.Μ.: Είναι όμορφο αυτό που λες, σε ευχαριστώ, νιώθω τιμητικές τις εισαγωγικές φράσεις. Για κάποιον λόγο προτιμώ τη δια ζώσης επαφή, για την ακρίβεια τη φιλία – χαλάλι το όποιο μεγάλο δίκτυο και καθετί που «προσφέρει σατραπείες και τέτοια» (ας πούμε καβαφικά, χάριν παιδιάς).

Η ποίηση από μόνη της είναι ένα ψαθυρό στιγμιαίο βίωμα, ένας ευάλωτος ιριδισμός, ένα δυσαντίβλεπτο αίνιγμα. Η ίδια η ύπαρξή μας είναι αλλόκοτη, ένα οξύμωρο, ο δε κόσμος για τον νου ένας μυθόγριφος – κι εμείς, σαν νήπια: βλέπουμε «γαρ άρτι δι’ εσόπτρου». Προτιμώ προς το παρόν να συναντώ τους ποιητές «πρόσωπον προς πρόσωπον». Κάηκα, βέβαια, αρκετές φορές εκ του πλησίον από το «ήθος» συναδέλφων, που άλλα πράγματα τους ενδιαφέρουν, άλλα ποθεί κι άλλα πονά η ψυχή τους, και σίγουρα όχι την ποίηση.

Ως προς τα μκδ θα είχα πολλά να πω, π.χ. για τις νοοτροπίες χρηστών που καλλιεργούν και εντέλει γιγαντώνουν, ως προς το τι προκρίνουν οι αλγόριθμοι, ως προς το πώς αποθαρρύνουν το όντως άξιο, κ.λπ.

 

Χ.Λ.: Εδώ και χρόνια, έχεις ενεργή παρουσία στον κόσμο των λογοτεχνικών περιοδικών είτε από τη θέση του αρχισυντάκτη είτε από τη θέση του βασικού συνεργάτη. Πιστεύεις ότι τα περιοδικά σήμερα επιτελούν τον ίδιο ρόλο με ό,τι παλιότερα; Ή μήπως αυτός έχει αλλάξει; Και πώς βλέπεις τον εαυτό σου μέσα σε αυτόν;  

Α.Μ.: Σίγουρα έχει πεθάνει το ευρείας κυκλοφορίας έντυπο λογοτεχνικό περιοδικό, π.χ. Η Λέξη κάποτε πουλούσε μερικές χιλιάδες αντίτυπα ανά τεύχος. Έπαιζαν κάποιον ρόλο, συνδιαμόρφωναν ένα τοπίο, πριμοδοτώντας και ενίοτε αδικώντας. Ίσως παίζουν ακόμα μερικά από τα ψηφιακά περιοδικά με τις εκάστοτε συμπάθειες, τις μεροληψίες κι αναξιοκρατίες τους. Όπως και να ’χει, κάποιο από τα λίγα φροντισμένα, ευδαιμονικά κείμενα, λογοτεχνικό ή δοκιμιακό, ίσως εμπνέει ακόμα έναν άλλο δεκαεπτάχρονο ένα μεσημέρι στην κρεβατοκασέλα με μισόκλειστα παντζούρια στο σπίτι της θείας Ιωάννας. Ω ψυχή, ούτε που γνώριζες ότι θα μπεις στην αρένα της ποίησης με τόσο πάθος, αφήνοντας σταδιακά ένα-ένα τα εσωτερικά μου κοκαλάκια να τα φάνε τα λιοντάρια της ματαιότητας. Ας δείξει όμως το μέλλον… Άδηλο το λένε, αλλά δειλό δεν είναι και διορθώνει. Ο Γκαίτε σχολιάζει ότι για τον συγγραφέα αποτελεί παρήγορη προοπτική τ’ ότι καθημερινά γεννιούνται νέοι μελλοντικοί αναγνώστες.

 

Χ.Λ.: Σεμνότητα ή αυτοπεποίθηση; Ποιο είναι το ισχυρότερο ατού σου; 

Α.Μ.: Όταν ξεκινάς νωρίς, βοηθάει να έχεις θετικά σχόλια για αυτά που γράφεις ως πρωτόλειος πιτσιρίκος. Είχα μια δόση τύχης στην όψιμη εφηβεία, μία μόνο – βοήθησε να εδραιωθεί μια κάποια αυτοπεποίθηση, μια ατημέλητη ευθυμία ότι υπάρχει κάτι, εύφορο χώμα, ας πούμε. Τα υπόλοιπα είναι χρόνια και χρονάκια μόχθου, απίστευτου μόχθου στην περίπτωσή μου, ανήκουστου – στο διηνεκές. Προσθέτω, δε, ότι ακόμα και ορθή η αυτοπεποίθηση, αναφέρεται στο ποιος (νιώθεις πως) είσαι, όχι στο τι θα καταφέρεις να καταθέσεις ή να αφήσεις. Έτσι, όλοι οι εχέφρονες γραφιάδες, ακόμα και εκεί που σεμνύνονται για μια κειμενική κατόρθωση, είναι «σεμνοί», καθότι πεθαίνουν χωρίς να γνωρίζουν αν το έργο τους αξίζει, αν θα σταθεί στον άνεμο του χρόνου – όπως ομολογεί ακόμα κι ο Φλωμπέρ.

 

Χ.Λ.: Το γερμανικό σου υπόβαθρο πιστεύεις ότι έχει επηρεάσει με κάποιον τρόπο την ποιητική (και όχι μόνο) παραγωγή σου και ποιος είναι αυτός; 

Α.Μ.: Κάθε γλώσσα σού μαθαίνει πολλά – και ως ποιητή. Από τη δεύτερη μητρική μου εμπνεύστηκα κάποιες πτυχές του ρυθμού και της ροής των ποιημάτων μου, π.χ. οργάνωσης σύνθετων περιόδων με λαβυρινθώδεις δευτερεύουσες. Συνειδητοποίησα και αγάπησα την κομψότητα της μετοχής και του απαρέμφατου. Την απαράμιλλη ποιητική δύναμη της εμπνευσμένης λεξιπλασίας ως σύνθεσης λέξεων από πολύ διαφορετικά σημασιολογικά χωράφια – π.χ. «αρνησίνεκρος», για έναν κόκορα που αν και αποκεφαλισμένος συνεχίζει να φτερουγίζει, «ανεμοθλιμμένη», για την απογευματινή επιφάνεια της θάλασσας του κόλπου, κ.λπ.

Οι σπουδές στη Γερμανία μού άνοιξαν τα μάτια. Άρχισα να καταλαβαίνω το βάθος των κειμένων, τις στοχαστικές αποχρώσεις και τα διακείμενα, τη ρητορική, τους περίπλοκους έμμεσους τρόπους με τους οποίους ενορχηστρώνουν το νόημα. Μελέτησα κορυφαίους στιλίστες, που ελέγχουν πλήρως το υλικό τους, ανατοκίζοντας την έμπνευση. Στους Νίτσε, Κάφκα, Ρίλκε κ.ά. η λεκτική εξαργύρωση υπερακοντίζει σε τελειότητα την ίδια τη σύλληψη. Υπάρχει μια φράση του Χέμινγουεϊ, ότι «κανείς δεν θα με σύρει στο ρινγκ με τον Τολστόι, εκτός αν παρανοήσω εντελώς». Προκαλεί πράγματι δέος να διαβάζεις κάτι βαθύ σαν πηγάδι, έξοχα εκπεφρασμένο. Υπάρχουν στιγμές στους τρεις αυτούς γερμανόφωνους συγγραφείς, που δεν είναι γραμμένες με το φτερό της μούσας, αλλά με τη σμίλη του Θεού. Οι αγγλόφωνοι δικαίως θα αντιτείνουν τον Σαίξπηρ, οι Ιταλοί τον Δάντη, οι ισπανόφωνοι τον Μπόρχες, οι Πορτογάλοι τον Πεσσόα. Εμείς την αρχή της Δύσης: τον Όμηρο.

 

Χ.Λ.: Στις μέρες μας, η ποίηση έχει πάρει μια αυτοδιηγητική τροπή, έχει γίνει προσωπική. Σε έχει επηρεάσει αυτή η τάση; Την έχεις διαπιστώσει; Και πιστεύεις ότι αποτελεί βελτίωση ή επιδείνωση σε σχέση με το παρελθόν; 

Α.Μ.: Δεν είναι κάτι καινούργιο, έχω γράψει για αυτά στα θεωρητικά δοκίμιά μου, π.χ. https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2022/11/blog-post_20.html, είναι παλιό και εύυδρο το ποτάμι αυτό, και παίρνει διαστάσεις στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, π.χ. με τον νεαρό Γκαίτε στις όχθες του Μάιν και του Ιλμ, με την «υποκειμενική θεωρία της ποίησης» στους Ιδεαλιστές και τον μετασχηματισμό της σε «εκφραστική θεωρία» από τους Ρομαντικούς. Στην Ελλάδα παραμένουμε απόγονοι των Ρομαντικών ως προς την οπτική –ακόμα και τη θεωρητική οπτική μας– στην ποίηση. Στην προσωπική μου διαπάλη και κατάθεση υπάρχουν προσωπικές αγωνίες στοχαστικής, υπαρξιακής ή συναισθηματικής φύσεως – δεν επιδέχονται όμως αυτοβιογραφική εξαργύρωση, δηλαδή εύκολες αναγωγές-αντιστοιχίσεις σε γεγονότα ή πρόσωπα της ζωής μου.

Γενικά, η ποίηση του «αυτολυρισμού» συχνά κατηγορείται στην εν Ελλάδι λογοτεχνική συγχρονία ως ιδιώτευση, όχι μόνο λόγω άγνοιας της Ιστορίας της θεωρίας της ποίησης, αλλά και λόγω του συνήθους ευτελισμού και της ακτιβιστικής ρηχότητας με την οποία αντιμετωπίζεται η έννοια του «πολιτικού» στον λυρικό λόγο, ως ανάπτυξη ενός πολιτικού επιφωνήματος (παραφράζω τον Βαλερύ) που κινείται στην άλω της στράτευσης, της δηθενιάς ή μιας επιλεκτικά τυφλής κατά-το-δοκούν-ευαισθησίας. Προσωπικά, το έμμεσο κοινωνικό σχόλιο, ο στίχος ως καθρέφτης που βγαίνει στον δρόμο, με ενδιαφέρει στην κατάθεσή μου. Η πολιτική ποίηση είναι δύσκολο πιάτο και θέλει μαστοριά – και μέτρο. Θέλει ίγκλα στο σαμάρι η βόλτα αυτή.

 

Χ.Λ.: Υπάρχει πιστεύεις καινοτομία στην ποίηση που γράφεται σήμερα και, αν ναι, σε τι συνίσταται; Τι νέο κομίζει η εποχή μας;  

Α.Μ.: Υπάρχουν οσμώσεις, μίξεις και πειράματα διάδρασης με άλλες τέχνες – αναζωογονούν ενίοτε για λίγο παρότι δεν πολυλειτουργούν. Υπάρχει π.χ. η περφόρμανς, που σπάνιζε στα μέρη μας, αλλά είναι συχνά ερασιτεχνική στα χέρια συγγραφέων, απολαυστική μόνο για τους άμεσα εμπλεκόμενους (όπως η παντομίμα), κατά κανόνα με μια επίγευση γραφικής αυτοκατάφασης. Υπάρχουν και οι νέες τεχνολογίες, τα νέα μέσα, τα μκδ, η τεχνητή νοημοσύνη και άλλοι πονοκέφαλοι – ας μην επεκταθώ και χάσουμε την αισιοδοξία και το κέφι μας.

Προσωπικά, έχω παλέψει και εγώ με το ερώτημα της δυνατότητας ποιητικής καινοτομίας στις μέρες μας, π.χ. προτείνοντας μια νέα φιλοσοφία ή χρήση της ομοιοκαταληξίας («απελεύθερη ομοιοκαταληξία»): https://www.hartismag.gr/hartis-37/dokimio/sto-ergasthri-ths-stixopoihtikhs-toy-alexioy-maina. Υπάρχουν κι άλλες –αποτυχημένες ή όχι θα το κρίνει ο χρόνος– προσπάθειες να «κομίσω εις την Τέχνην» κάτι λίγο.

Με άλλον τρόπο ιδιαίτερη είναι η συλλογή Το ξυράφι του Όκαμ, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα νέα προσέγγιση στη σύνθεση εκεί, το εικοσιτετράωρο ενός «ποιητικού εγώ» (στην αυθεντική ορολογία της Μαργκαρέτε Ζούσμαν από το 1910), που δίνεται ως ενιαία σύνθεση, ως δίκτυο ποιημάτων, σαν μικρή σπονδυλωτή νουβέλα – αλλά ποιητικῷ, ανοικειωτικῷ τῷ τρόπῳ, με άκρα οικονομία λέξεων και σε ένστιχη μορφή.

 

Χ.Λ.: Γράφεις επίσης πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που αφορούν τη λογοτεχνική θεωρία. Ξέρω π.χ. ότι έχεις γράψει, μεταξύ άλλων, για την αποταύτιση του συγγραφέα από τον αφηγητή – είναι κάτι που προκαλεί σύγχυση σε πολλούς αναγνώστες. Ποια είναι τα βασικά ερωτήματα που σε απασχολούν; 

Α.Μ.: Έχω γράψει πολλές φορές θεωρητικά για τα ζητήματα αυτά, π.χ. https://www.kathimerini.gr/culture/563100943/arthro-a-maina-stin-k-o-syggrafeas-kai-o-afigitis-toy/ ή https://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2025/04/blog-post_945.html. Πολλές πτυχές τής αρκετά σύνθετης προβληματικής με ενδιαφέρουν στη θεωρία – και πρακτικά στη διδασκαλία Δημιουργικής Γραφής. Αναφέρω μία: Είναι σημαντικό να συνειδητοποιούμε ότι θα περιόριζε κατά πολύ το φάσμα αυτού που γράφεται λογοτεχνικά, αν η ομιλούσα φωνή στο λογοτεχνικό (σε αντίθεση με το δοκιμιακό) κείμενο, που κομίζει την ιστορία/πλοκή, τις περιγραφές ή τα σχόλια (δηλαδή ο αφηγητής στην πεζογραφία και το «ποιητικό εγώ» στην ποίηση), ήταν, απαραιτήτως και απαρεγκλίτως, ο ίδιος ο δημιουργός-συγγραφέας με τις δικές του απόψεις και τη δική του ψυχολογία.

 

Χ.Λ.: Ξέρω ότι έχεις διδάξει και σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Μπορεί στ’ αλήθεια να διδαχθεί η συγγραφή λογοτεχνίας; Δεν είναι κάτι που συνδέεται κυρίως με το ταλέντο;

Α.Μ.: Είναι ζόρικο θέμα με πολλά παρεξηγήσιμα σημεία, για να το αναπτύξω σε λίγες αράδες – δεν θα ήμουν πειστικός, όσο κι αν προσπαθούσα. Αν κάποιος έρθει στο μάθημα, στις συναντήσεις που κάνω για γράφοντες, θα με ακούσει να φωτίζω πάρα πολλά φαινόμενα και να καταδεικνύω πολλά εργαλεία κομβικά για την εξέλιξη της γραφής του, για να περάσει σε άλλο επίπεδο, αν αφιερώσει –με μια δόση πειθαρχημένου ενθουσιασμού– τον κατάλληλο χρόνο. Αλλά, ναι, χρειάζεται και η προικοδότηση, το καλό χώμα για τους σπόρους, π.χ. ένα κάποιο γλωσσικό αισθητήριο, για να φτάσει όλο αυτό σε σημείο να είναι όντως θελκτικό και για τον υποψιασμένο. Και, βέβαια, είναι ζωτική η συνεχής πολυαναγνωστική άρδευση.

 

Χ.Λ.: Αν θα μπορούσες να γίνεις πάλι 17, τι θα άλλαζες στη μέχρι τώρα παρουσία σου στα ελληνικά γράμματα; Τι θα προτιμούσες να είχε γίνει αλλιώς;

Α.Μ.: Υπάρχει ένα τεράστιο πρόβλημα στον χώρο της ποίησης εν Ελλάδι: η αναξιοκρατία. Έχει διάφορες πτυχές, οι περισσότερες σχετίζονται με απροθυμία-ανεντιμότητα στην αξιολόγηση, κάποιες επιπλέον με ανεπάρκεια αν όχι και ασχετοσύνη. Στην πιάτσα μας μετράει το όνομα, το προφίλ και όχι το ποίημα, το βιβλίο ή το ταλέντο. Έκανα τωόντι τιτάνιες προσπάθειες να θέτω και να ξαναθέτω το ζήτημα σε αυτιά που κωφεύουν, ίσως επειδή υποσυνείδητα νιώθουν απειλή από κάθε –εξυγιαντικό και μεταρσιωτικό για το καλλιτεχνικό επίπεδο– σενάριο αξιολογικής συνέπειας-αυστηρότητας απέναντι στα προβαλλόμενα. Το γεγονός της επιμονής μου στην προσπάθεια να επηρεάσω θετικά τα πράγματα σε μια πιάτσα που ασυναίσθητα ριγεί στην ιδέα της αποκαθαίρεσης, ήταν κάτι επιεικώς ουτοπικό στα μέρη μας. Πάλεψα πολύ για ένα μεγάλο τίποτα. Ίσως, πάλι, ν’ άξιζε ο ιδεαλισμός αυτός, ίσως αφήσει την ανάμνηση ενός πάθους ανωφελούς και αλυσιτελώς γενναίου. Οι ηθικές και οι αισθητικές μάχες έχουν κάτι κοινό: επί δεκαετίες μοιάζουν μάταιες.

 

Χ.Λ.: Τι προσδοκάς για το μέλλον; 

Α.Μ.: Θα ήθελα να μου δοθεί η χάρη να γράψω μερικά ακόμα αξιοπρεπή ποιήματα.

 

Περισσοτερα αρθρα