Πραγματικά στενοχωριέμαι, και κάποτε εκνευρίζομαι, που κάποια πολύ καλά βιβλία διαλανθάνουν τον φακό της κριτικής – ή ίσως των κριτικών. Ενδεχομένως επειδή μπαίνουν κάτω από ταμπέλες που τα στενεύουν σημαντικά και τα λιγοστεύουν σε μία κατηγορία, χωρίς να είναι καν κυρίαρχη, αφού τα ίδια εκτείνονται σε πολλές περισσότερες θεματικές.
Οι Μαζιμόνες (εκδόσεις Θράκα, 2024) δεν με βρήκαν επειδή η ποιήτρια ή οι εκδότες της μού έστειλαν το βιβλίο της. Τις βρήκα εγώ επειδή το μικρό όνομα της ποιήτριας είναι η γοητευτική σύζευξη του δικού μου και εκείνου της μητέρας μου – κυριολεκτικά δηλαδή από τύχη. Ήταν όμως τύχη μενετή γιατί πρόκειται για ένα πραγματικά σπουδαίο βιβλίο που η κατηγοριοποίησή του κάτω από το κουήρ το αδικεί κατάφωρα – μολονότι, από μια άποψη, κατανοώ την αναγκαιότητά της. Το βιβλίο όμως δεν είναι σχεδόν καθόλου κουήρ, υπό την έννοια ότι η ποιήτρια δεν εστιάζει ιδιαίτερα σε αυτό το θέμα, μολονότι γίνονται κάποιες σκόρπιες αναφορές – επομένως το ποίημα που επιλέχτηκε για το οπισθόφυλλο θεωρώ πως είναι παραπλανητικό και τεντώνει ένα επιχείρημα που δεν υποστηρίζεται από το ίδιο το υλικό που απλώνει με επιμέλεια η ποιήτρια στο βιβλίο.
Όχι, το βιβλίο αυτό είναι πρωτίστως υπαρξιακό, αλλά με απροσδόκητους τρόπους. Αγγίζει ζητήματα της βαθιάς μοναχικότητας των γυναικών, των ανδρών και όλων των πλασμάτων ανάμεσα (ας διαβάσει κάποιος π.χ. το συγκινητικό ποίημα «πατ πατ με σόλα στο κενό» για έναν άνδρα μοναχικό που βρίσκει καταφύγιο στο αλκοόλ ώσπου να λιποθυμήσει και από τις τσέπες του να πέσουν πράγματα όπως ο αναπτήρας, η ταμπακιέρα ή οι τρεις του γιοι. Ας διαβάσει κάποιος ακόμη για τον θλιμμένο, όμορφο άνδρα στο ποίημα «το παπί» και όχι μόνο). Πρόκειται για μια μοναχικότητα που επιτρέπει την παρατήρηση πραγμάτων τα οποία είναι πρόθυμα να αποκαλυφθούν μόνο αν τα σκεφτεί κανείς πολύ και μόνο αν τα συνδυάσει με απρόσμενα πράγματα που εξηγούν με τον καλύτερο τρόπο τη βαθύτερη φύση τους:
Τα δέντρα πώς αντέχουν μόνα;
Δεν κινούνται, μακραίνουν
τόσο
ώσπου να πουν έφτασα
Αυτή
είναι μια διαδικασία που κρατάει χρόνια
Ονομάζεται διασκέδαση
Να είσαι συνεχόμενη
ενώ έχεις ξεχωριστά κλαδιά
είσαι ένα όμορφο αστέρι
μπορείς να το κοιτάξεις
κρυφά
από τη γωνία ενός μεσημεριού
ενός χωμάτινου δρόμου
ενός προσώπου
(από το ποίημα «στο βουνό»)
Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής συνθέτουν αυτοτελείς σκηνές που με έναν μαγικό τρόπο δεν εξαντλούνται στον εαυτό τους, έτσι όπως συνδέουν ετερόκλητα στοιχεία με θαυμαστή αρμονία και ησυχία, εδραιώνοντας μια ιδιότυπη τάξη. Στο ποίημα «ο απορροφητήρας», για παράδειγμα, μια γυναίκα «βάζει το μωρό της/ κάτω από τον απορροφητήρα της κουζίνας/ για να μην κλαίει». Το μωρό σταματά, τα δάκρυά του εξατμίζονται την ίδια στιγμή που «μικροσκοπικές αλυκές σχηματίζονται» στα μάτια της κουζίνας και της μάνας του: «μέσα τους/ ετοιμάζονται/ όλα τα φαγητά/ που θα φάει το παιδί στα είκοσι, στα τριάντα, στα σαράντα». Βρίσκω πολύ ποιητική τη σύνδεση του κλάματος του παιδιού με το φαγητό και τον απορροφητήρα. Παρότι είναι αναμενόμενο ένα μωρό που κλαίει να θέλει να φάει, εδώ το θέμα πλαισιώνεται διαφορετικά, με τον απορροφητήρα να μη χρησιμοποιείται για την προετοιμασία του φαγητού του αλλά για την απορρόφηση του κλάματός του, την ίδια στιγμή που τα δάκρυα της μάνας γίνονται το υλικό για όλα τα παροντικά και τα μελλοντικά φαγητά του παιδιού.
Το ποίημα «μαλακές λύσεις στα προβλήματά μας» συνομίλησε αναπάντεχα με το καταληκτικό της δικής μου συλλογής ΣΚΠ (επίσης του 2024) «A beacon in the darkest hours», με το ποιητικό υποκείμενο πάνω στο πλοίο να βλέπει «μαύρο μόνο» (στο δικό μου ποίημα «πηχτό σκοτάδι») και πέρα «ένα μάλλον νησί/ που πάνω του είχε/ πολλά φώτα/ που αναβόσβηναν» (στο δικό μου «ένα φως αδύναμο/ κάπου μακριά»). Τα μάτια του ποιητικού υποκειμένου «άρχισαν να κλείνουν αργά/ σαν/ για να καταλάβ[ει] πιο πολλά […] Πολλά φωτάκια μέσα στο κεφάλι [τ]ου/ σχημάτισαν/ προϊστορικά ζώα/ (μαλακές λύσεις στα προβλήματά μας)// Έπειτα προσαράξαμε». Η τραγική κατάληξη είναι συχνή στα ποιήματα της Γαρμπή και τους χαρίζει το στοιχείο της δραματικότητας, το οποίο η ποιήτρια βλέπει να υπογραμμίζει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη.
Δραματικότητα, ματαιότητα, αλλά και χαρά και γέλιο (π.χ. ποίημα «γοργόνα»). Τα χρήματα που ποτέ δεν φτάνουν, οι διπλές βάρδιες για να πληρωθούν οι λογαριασμοί, το καταφύγιο ενός απλού σπιτικού που γίνεται τέτοιο λόγω των μικρών στιγμών μέσα στις οποίες φωλιάζει η οικειότητα:
Στριμώχτηκα ανάμεσα στα ποιήματα και την πολυθρόνα που
έφτιαξες με τα χέρια σου
Πέρασα τη μέρα εκεί
Ξέρεις σκέφτομαι πολλά πράγματα
κι έτσι περνούν οι μήνες
(από το ποίημα «ο κίτρινος χειμώνας»)
Μαζί και μόνες προχωρούν όλες οι γυναίκες στα ποιήματα, όλοι οι άνθρωποι στα ποιήματα που διασχίζουν τα ίδια συναισθήματα, που χωράνε στα ίδια τοπία, που «οργανώνου[ν] αυτοεξορίες» (ποίημα «μαζιμόνες») και που πορεύονται κοιτώντας κατάματα τα πράγματα, μαθαίνοντας από αυτά:
Τι μας διδάσκει μια ήρεμη λωρίδα γης / ο ευθύς ήλιος / τα δέντρα κατσαρά και πυκνά στο μπράτσο της μοναχικής αμμουδιάς / μια γάτα που αφήνει τις αδελφές της και εγκαθίσταται στο δάσος / οι γλάροι που χορεύουν στον αέρα κι έπειτα κρύβονται μέσα στη σπηλιά / μια σπηλιά που όλο πέφτει
Τι μας διδάσκουν
Τα βρεγμένα βότσαλα / οι σπασμένες πέτρες / τα νερά
που καμιά φορά θυμώνουν με τόση ευτυχία /
Τι μας διδάσκουν
εννοώ
πώς μας τρυπάνε το δέρμα;
Γιατί βέβαια η γνώση δεν είναι ακίνδυνη ούτε ανώδυνη. Η γνώση των πραγμάτων μπαίνει από τις τρύπες στο δέρμα και ριζώνει εκεί. Τα όνειρα τσιμπάνε το κεφάλι (ποίημα «χίλινγκ») παρότι κάποιος «ινδός στο λάπτοπ» διακηρύσσει πως «suffering is an illusion». Εξαρτάται από το πώς ερμηνεύεις και προσλαμβάνεις το suffering, πόσο το ενσωματώνεις στη ζωή σου και το αντιλαμβάνεσαι σαν αναπόσπαστο μέρος της. Το ποιητικό υποκείμενο της Γαρμπή το κάνει οπωσδήποτε. Το suffering, τα βάσανα δηλαδή και η ταλαιπωρία που φέρνουν, είναι η ρωγμή που καθορίζει μεγάλο μέρος της καθημερινότητας αλλά και της ύπαρξής του: μια πληγή στα πλευρά που δεν επουλώνεται, που επιτρέπει την επίγνωση της ματαιότητας των πραγμάτων και την αποδοχή της – ακόμη και όταν οδηγείται στην απόγνωση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθεί να μην ακουμπά ό,τι πονάει ή δεν προσπαθεί για κάτι καλύτερο – για κάτι πιο ελεύθερο και λιγότερο περιοριστικό: «Κοιτάζω μία άνθρωπο/ που όλο ταξιδεύει κι όλο γράφει// Δεν είναι σίγουρη για τίποτα// Βρίσκεται συνεχώς σε νέα μέρη// Μοιάζει με παιδί// Όλο σκέφτεται λες και μήπως/ κι έτσι αντί για μάτια έχει δύο σύννεφα// Τα μαλλιά της ένας ουρανός που όλο αλλάζει χρώμα// Δεν έχει σκοπό/ μόνο τρόπο// Τα βήματά της αφήνουν πίσω μικρά δέντρα// Κάθε μήνα κανονίζω ότι θα φύγω/ ότι θα γίνω σαν εκείνη».
Εντέλει, μάλλον τα καταφέρνει:
– Τι επαγγέλεστε;
– Είμαι νερό. Εσείς;
(ποίημα «το σημαντικότερο»)
Και κάπως έτσι, με το νερό που δεν έχει σχήμα, που δεν περιορίζεται, που δεν ξέρει φραγμούς, που σμιλεύει γρανιτένιους βράχους, που σηκώνει θύελλες και τσουνάμι ή που είναι γαλήνιο, γουργουριστό και θεραπευτικό, που είναι τελικά σαν τη ζωή την ίδια, «το τώρα […] είναι πιο πολύ» (ποίημα «μαλακές λύσεις στα προβλήματά μας»). Και αυτό είναι το μόνο που έχει σημασία τελικά, γιατί η ζωή συμβαίνει στο τώρα. Μας το βεβαιώνει μια καλή και σοφή ποιήτρια.

