Η νεότητα ως ποιητικό χειρόγραφο (για το βιβλίο “Τα χειρόγραφα της Βιέννης” του Βάλτερ Πούλχνερ, ISBN: 9789606563539)
Λίλια Τσούβα

Στα «Χειρόγραφα της Βιέννης», ο ομότιμος καθηγητής της Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ και ποιητής Βάλτερ Πούχνερ επιστρέφει στον ποιητικό του εαυτό της νεότητας και συγκεντρώνει ποιήματα που γράφτηκαν σε μια διαφορετική εποχή της ζωής του. Όπως ενημερώνει στον πρόλογο του βιβλίου, (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σταμούλη, 2026), πρόκειται για ποιήματα που γράφτηκαν κατά το χρονικό διάστημα 1966-1972 στα γερμανικά και τα οποία ο ίδιος μετέφρασε πρόσφατα στα ελληνικά. Είναι η εποχή των φοιτητικών του χρόνων στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, όπως και της πρώτης πολύμηνης παραμονής του στην Ελλάδα. Τα ποιήματα βρέθηκαν σε ντοσιέ φίλης με τίτλο «Solo-Gesänge» (Μονωδίες). Εκδίδοντας τα ποιήματα αυτά, ο ποιητής διασώζει όχι μόνο ένα corpus πρώιμης ποιητικής γραφής αλλά, κατά κάποιον τρόπο, ένα προσωπικό αρχείο αισθημάτων, αγωνιών, ερωτικών αναζητήσεων και υπαρξιακών ερωτημάτων.

Ο τίτλος της συλλογής αποκτά, επομένως, μια ιδιαίτερη σημασία, εφόσον τα ποιήματα λειτουργούν σαν χειρόγραφα ενός παλαιότερου εαυτού, τα οποία ωστόσο επιστρέφουν στο παρόν όχι ως μουσειακά τεκμήρια αλλά ως ζωντανές μαρτυρίες μιας νεανικής συνείδησης. Η συλλογή είναι πολυθεματική και κινείται ανάμεσα στον έρωτα και την αγάπη, τη βία και τους πολέμους. Ωστόσο, πίσω από αυτή την ποικιλία διακρίνεται ένας σταθερός πυρήνας: η ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου να τοποθετηθεί απέναντι στον κόσμο και, ταυτόχρονα, να αναμετρηθεί με τον ίδιο του τον εαυτό. Η ποίηση γίνεται έτσι ένας χώρος αυτογνωσίας, αλλά και αντίστασης.

Ιδιαίτερα έντονος είναι ο προσωπικός και αυτοαναφορικός χαρακτήρας των ποιημάτων. Το «εγώ» δεν παραμένει μια αφηρημένη ποιητική φωνή, αλλά θυμάται, ερωτεύεται, αμφιβάλλει, στοχάζεται και συχνά μοιάζει να παρακολουθεί τον εαυτό του από απόσταση. Η αυτοαναφορικότητα δεν αποτελεί απλώς ένα μορφολογικό γνώρισμα, αλλά έναν τρόπο με τον οποίο ο ποιητής διερευνά τη σχέση ανάμεσα στη ζωή και στη γραφή και παρουσιάζεται ως πρόσωπο που γράφει, αισθάνεται και αναζητά τη θέση του μέσα στον κόσμο.

Το ποιητικό σώμα συνοδεύει η ένταση και η προσδοκία, μια χειμαρρώδης γλώσσα που διέπεται από την ορμητικότητα της νεότητας. Ο νεαρός ποιητής Βάλτερ Πούχνερ δεν φοβάται την υπερβολή και δεν αποφεύγει το συναίσθημα, αλλά επιτρέπει στον στίχο να φορτιστεί. Η συναισθηματική ένταση αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά που προσδίδουν στα ποιήματα την αίσθηση της άμεσης, σχεδόν εξομολογητικής καταγραφής.

Παράλληλα, το ποιητικό υποκείμενο δεν κλείνεται στον ιδιωτικό του κόσμο. Η κοινωνία εισβάλλει στα ποιήματα, άλλοτε άμεσα και άλλοτε μέσα από υπαινιγμούς, και δημιουργεί ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης. Η προσωπική αγωνία συναντά την κοινωνική δυσφορία· το ατομικό «εγώ» βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν κόσμο που δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στις προσδοκίες του. Έτσι, ο προσωπικός και ο κοινωνικός τόνος δεν λειτουργούν ως δύο ανεξάρτητες περιοχές, αλλά αλληλοδιαπλέκονται. Τα κοινωνικά αλλά και οντολογικά ζητήματα θα απασχολήσουν ιδιαίτερα τον ποιητή και στις κατοπινές ποιητικές του συλλογές.

Σε επίπεδο ύφους, αρκετά ποιήματα φέρουν έντονα τα ίχνη μιας εξπρεσιονιστικής ευαισθησίας. Η εικόνα συχνά δεν ενδιαφέρεται τόσο να αναπαραστήσει πιστά την εξωτερική πραγματικότητα όσο να αποδώσει την εσωτερική της παραμόρφωση μέσα από το βλέμμα του ποιητικού υποκειμένου. Οι αντιθέσεις, οι αιφνίδιες εικόνες, η ένταση, η δραματικότητα και η συναισθηματική φόρτιση μεταμορφώνουν την πραγματικότητα σε ψυχικό τοπίο. Δεν έχουμε, επομένως, απλώς μια ποίηση που περιγράφει το συναίσθημα· έχουμε μια ποίηση που επιχειρεί να το καταστήσει ορατό.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ουσιαστικές αρετές της συλλογής. Ο ώριμος Πούχνερ δεν φαίνεται να παρεμβαίνει στα ποιήματα για να διορθώσει τον νεότερο εαυτό του. Αντίθετα, επιλέγει να τον επαναφέρει στο φως, μαζί με τις αναζητήσεις, τις ευαισθησίες και τις αβεβαιότητες της ηλικίας και της εποχής. Η συγκέντρωση αυτών των ποιημάτων αποκτά έτσι σχεδόν αυτοβιογραφική διάσταση. Υπό αυτή την έννοια, τα «Χειρόγραφα της Βιέννης» μπορούν να διαβαστούν ως ένας διάλογος του παρόντος με το παρελθόν: ο σημερινός ποιητής συναντά τον νέο άνθρωπο που υπήρξε, ενώ ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας αυτής της συνάντησης.

Υπάρχει, επομένως, κάτι βαθιά ανθρώπινο στην επιστροφή αυτή. Γιατί κάθε παλιό χειρόγραφο δεν διασώζει μόνο λέξεις· διασώζει έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο. Και τα ποιήματα του Πούχνερ, επιστρέφοντας από τη Βιέννη της νεότητας στο παρόν, διατηρούν ακριβώς αυτή τη δύναμη: μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη γέννηση μιας ποιητικής φωνής πριν ακόμη αποκτήσει την απόσταση και την αυτοσυνειδησία της ωριμότητας.

Τα «Χειρόγραφα της Βιέννης» δεν είναι απλώς, κατά συνέπεια, μια συλλογή νεανικών ποιημάτων. Είναι ένα ποιητικό παλίμψηστο, πάνω στο οποίο η νεότητα, ο έρωτας, η κοινωνία και η προσωπική αγωνία έχουν αφήσει τα ίχνη τους. Και η επιστροφή σε αυτά τα ίχνη δεν λειτουργεί μόνο ως νοσταλγία. Είναι, περισσότερο, μια μορφή αναμέτρησης με τον χρόνο και με εκείνο το πρώτο ποιητικό «εγώ» που, ακόμη και ύστερα από δεκαετίες, εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στις λέξεις.

Τα ποιήματα είναι άτιτλα και ξεχωρίζουν μέσω της αρίθμησής τους. Από τη συλλογή παραθέτουμε ως δείγμα το ποίημα XLVI. Στο ποίημα αυτό, ο έρωτας δεν εκφράζεται από την αρχή, αλλά αποκαλύπτεται σταδιακά μέσα από μια φύση κοινωνό και φορέα του αισθήματος. Ο άνεμος, τα κυπαρίσσια, τα ψάρια, ο ήλιος, η σελήνη, τα πουλιά, η θάλασσα και οι πηγές συνθέτουν ένα ολόκληρο φυσικό σύμπαν που μοιάζει να γνωρίζει το μυστικό και να το μεταδίδει. Η διαδοχή των ερωτημάτων δημιουργεί μια κλιμάκωση, η οποία οδηγεί στην τελική, απλή και απόλυτη δήλωση «σ’ αγαπώ». Έτσι, το προσωπικό συναίσθημα διευρύνεται και αποκτά σχεδόν κοσμική διάσταση: ο έρωτας δεν είναι μόνο μια ιδιωτική εξομολόγηση, αλλά μια εμπειρία που μοιάζει να διαπερνά ολόκληρο τον κόσμο.

XLVI

νιώθεις αυτή την πνοή
που χωρίζει τον καύσωνα
και δροσερά ποτίζει το δέρμα
σαν τα αφρίζοντα νερά των ορέων;
αισθάνεσαι το απαλό φύσημα
που σε θωπεύει
όταν γυρίσεις το πρόσωπο προς τον βορρά;
ακούς τον αναστεναγμό στα κυπαρίσσια
που σκύβουν σκοτεινά πάνω σου
για να σου πουν ψιθυριστά το μυστικό;
δεν σου το μαρτυρήσανε τα ψάρια
όταν μόνος σου ήσουν ξαπλωμένος
σε βάρκα μακριά από την ακτή;
δεν ήτανε γραμμένο στον κόκκινο ήλιο
όταν βύθισε τις φωτιές του στη θάλασσα
τελειώνοντας το φωτεινό μονοπάτι της ημέρας;
δεν είδες τα ασημένια νήματα
της κλαίουσας σελήνης στον ουρανό;
αφουγκράσου καλά όλους τους θορύβους
όλους τους ήχους τις φωνές γύρω σου:
το τραγουδούν τα πουλιά, το βουίζει η θάλασσα
ο φλοίσβος το φωνάζει, ο βράχος το αποσιωπά
στην άμμο σταλάζει, οι πηγές το μουρμουρίζουν
οι άνθρωποι το βλέπουν, το ξέρουν οι θεοί
η μέρα το φωτίζει, η νύχτα το κρύβει
εσύ το νιώθεις κι εδώ είναι γραμμένο:

σ΄ αγαπώ.

 

Περισσοτερα αρθρα