“Μιλάνε σιγανά” του Δημήτρη Πέτρου (ISBN: 9789604359219)
Χριστίνα Λιναρδάκη

Ο Δημήτρης Πέτρου επανέρχεται, μετά την εμβληματική συλλογή του Εικοστός κόσμος (2022), με τη συλλογή Μιλάνε σιγανά που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Πόλις. Με χαρά είδα ότι η ωριμότητα που χαρακτηρίζει πια τη γραφή του πήρε, σε αυτή τη νεότερη συλλογή του, την κατεύθυνση της αφαιρετικότητας και της αντίστασης στην καταδήλωση, παράγοντας έναν ποιητικό λόγο που φλερτάρει, θα έλεγα, με την ιαπωνική λιτότητα και γενικότερη κουλτούρα. Πρόκειται για μια διάχυτη εντύπωση που μου προκάλεσε η ανάγνωση της συλλογής: πολλές φορές είχα την αίσθηση ότι διαβάζω χαϊκού, μολονότι τα ποιήματα δεν έχουν ούτε στο ελάχιστο τη δομή του χαϊκού, αν και ίσως ξεγελά η μετρική κάποιων στίχων – τόσο πολύ έμοιαζε η αίσθηση της ανάγνωσής της με την εντύπωση που αφήνουν τα χαϊκού και που δεν είναι άλλη από εκείνη της στιγμιαίας αιώρησης σε έναν χώρο που δεν έχει όνομα, εκεί που όλα υπάρχουν σε μια άφατη απ(α)λότητα ανάμεσα στο είναι και το δεν είναι:

Χωράφια πράσινα σειρά

συστάδες δέντρα

οπώρες με παράξενα κλαδιά

πολλά νερά μια αμμουδιά

του ποταμού
το σιγανό

φέρετρο

Επιπλέον, έτσι όπως κρέμονται τα ποιήματα από το πάνω μέρος της σελίδας, χωρίς τίτλο, η αίσθηση της αιώρησης και της ένταξης σε έναν απροσδιόριστο χώρο όπου όλα ενυπάρχουν ενώ συγχρόνως είναι σχεδόν φασματικά γίνεται πιο απτή:

Ομίχλη
σκεπάζει φέτος

το βουνό

τον σταθμό

το σπίτι

το τρένο

Ο ποιητής αγγίζει τα πράγματα πολύ προσεκτικά, σαν για να μη σπάσουν αν τα ακουμπήσει δυνατότερα. Πρόκειται για μια παράδοξης απαλότητας διαχείριση που εγγράφεται, κατά τη γνώμη μου, σε μια ποιητική πολύ υψηλών προδιαγραφών, η οποία δημιουργεί το αίσθημα μιας παράξενης νοσταλγίας για κάτι αμυδρά γνωστό, το οποίο γνέφει στον αναγνώστη από κάποιον πρόσκαιρα λησμονημένο, μακρινό ορίζοντα. Στο μεταξύ, η υποψία για κάτι που έμεινε ανεκπλήρωτο διατρέχει τη συλλογή:

…αύριο επιστρέφω

σήμερα ένας ψυχρός άνεμος φύσηξε από μακριά

σήμερα το φεγγάρι υψώθηκε πάνω από τις γέφυρες

μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο

δεν βρήκα τρόπο να το δω

Το φεγγάρι, ένα ουράνιο σώμα σε κοινή θέα που δεσπόζει στον ουρανό, μένει αθέατο λόγω της προσωπικής συνθήκης του ποιητικού υποκειμένου που φαίνεται εξαναγκασμένο να παραμένει στο σκοτάδι ενός δωματίου (ή ενός νου;) χωρίς παράθυρα. Αν το δωμάτιο είναι σκοτεινό επειδή το ίδιο το στοιχειώνουν λυπητερές αναμνήσεις, είναι κάτι που δεν ομολογείται:

…Στην άκρη

του δρόμου

παλιό
ξεχασμένο

παιχνίδι

επίμονη

βροχή

ξεπλένει

ωστόσο γίνεται αισθητό, άρα αποκτά υλικότητα. Το ποιητικό υποκείμενο είναι ολοφάνερα λυπημένο, στοιχειωμένο από αναμνήσεις και ορφανεμένο. Κατονομάζεται ένας πατέρας που έφυγε νωρίς, όμως η ορφάνια δεν παράγεται τόσο από τη συγκεκριμένη απώλεια όσο από ένα γενικότερο κλίμα που παράγουν τα φευγαλέα εκείνα πράγματα που είναι αδύνατο να συγκρατηθούν. Είναι σαν να τα φυσά ολοένα ένας αέρας και να τα παίρνει μακριά, αφήνοντας μόνο το σχήμα τους στη μνήμη, σαν άλλο όνειρο:

ο άνεμος
που τώρα κατεβαίνει

απ’ το βουνό

γνωρίζει ελάχιστα
για τις ιστορίες που λέγονται

στον κάμπο

Η παιδική ηλικία, την οποία συχνά ανακαλεί το ποιητικό υποκείμενο, γίνεται ο τόπος εκείνος της πρώτης πληγής και ταυτόχρονα τόπος νοσταλγίας – για τον τότε εαυτό, για την τότε πατρίδα με τα τοπία της. Η ανάκληση του παιδιού που υπήρξε το ποιητικό υποκείμενο είναι επαναλαμβανόμενη στα ποιήματα: «Πηγαίνει το παιδί/ ως την άκρη της πόλης/ κάτω από τα δέντρα//  κάτω από πυκνά δέντρα/ πηγαίνει τώρα το παιδί», «σαν αλητάκι/ που ξαπλώνει στα κλαδιά/ ανθισμένης μηλιάς», «μικρέ ψιθύρισε κάποιος δίπλα μου», «παιδί της μελανής πηγής», «το παιδί έτρεξε», «κοιμάται τώρα το παιδί/ το παιδί στο δέντρο» και αντιπαραβάλλεται προς έναν ενήλικο εαυτό που επίσης μιλά στους στίχους. Καίτοι ενήλικος, παραμένει «το παιδί στο δέντρο» που μεγάλωσε και έγινε «ένας άλλος τώρα», κάποιος σχεδόν άγνωστος («ποιος είν’ αυτός/ που ανεβαίνει το βουνό;»). Το παιδί μεγάλωσε, όμως έχει διασωθεί μέσα στον ενήλικα και ταυτίζεται πολλές φορές μαζί του, συχνά ατενίζοντας τον κόσμο με τα παιδικά του μάτια – ή την ανάμνηση εκείνων των ματιών. Δημιουργείται έτσι η αίσθηση της αξεδιάλυτης συνέχειας του εαυτού και της αδιάκοπης επανεγγραφής της εμπειρίας σε έναν κόσμο μεταβαλλόμενο, όπου τα δεδομένα διαρκώς αλλάζουν. Άλλωστε και το ποιητικό υποκείμενο αλλάζει, κρατά όμως ακέραιο τον πυρήνα του, όσο κι αν οι αλλαγές το κάνουν να αμφιβάλλει ακόμη και για το ποιος είναι. Αποτέλεσμα να ρωτά το κοτσύφι, που εδώ εμφανίζεται σαν alter ego:

Κοτσύφι

έξω απ’ το παράθυρό μου

τι θυμάσαι

τι ξέρεις για μένα

Η βαθιά σύνδεση με τη φύση, που επίσης απηχεί την ιαπωνική κουλτούρα, την αναγάγει σε δομικό στοιχείο της προσωπικότητας του ποιητικού υποκειμένου. Το τελευταίο δεν υπάρχει απλώς μέσα στο τοπίο, ταυτίζεται μαζί του, έτσι που να το αντανακλά. Kι εκείνο όμως, με τη σειρά του, αντανακλά το ποιητικό υποκείμενο. Η ταύτιση αυτή ή η αντανάκλαση του ενός μέσα στο άλλο γίνεται απαλά και χαμηλόφωνα, sotto voce, εξ ού και ο τίτλος της συλλογής. Κανένα από τα συστατικά αυτής της συλλογής δεν φωνάζει, όλα μιλάνε σιγανά, αναγάγοντας την  απαλότητα σε ικανή και αναγκαία συνθήκη.

Σε μια εποχή που ο βερμπαλισμός έχει πάρει τα ηνία, ενδεχομένως λόγω της καταγγελτικής φύσης μεγάλης μερίδας της ποίησης που γράφεται, είναι πραγματική ανακούφιση να διαβάζει κανείς μια τέτοια αφαιρετική και υπόκωφη ποιητική συλλογή που ανεβάζει την ποιητική έκφραση σε άλλο επίπεδο και την καθιστά συνώνυμη με την ευγένεια.

Περισσοτερα αρθρα