«Άλφα 49» της Ισμήνης Κωνσταντοπούλου (ISBN 978-960-597-420-6)
Μαρία Παρ. Σταθέα, φιλόλογος-συγγραφέας

Η Ισμήνη Κωνσταντοπούλου με το πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο της με τίτλο «Άλφα 49 – Ένα βιβλίο για μικρούς και μεγάλους», εκδ. Λεξίτυπον, πραγματοποιεί για δεύτερη φορά την είσοδό της στον εκδοτικό χώρο.

Στο παρόν έργο χρησιμοποιεί τον πεζό λόγο, με επιτυχία, αφού έχει κατά καιρούς ασκηθεί κάνοντας θεατρικές διασκευές σε πολλά έργα γνωστών συγγραφέων, ενώ έχει συγγράψει και δικούς της θεατρικούς μονολόγους και διηγήματα, τα οποία μέχρι στιγμής παραμένουν ανέκδοτα.

Το βιβλίο «Άλφα 49» αποτελεί μια προσεγμένη έκδοση από τον γνωστό εκδοτικό οίκο Λεξίτυπον, ενώ πλαισιώνεται και κοσμείται από εικονογραφικό υλικό, στο εξώφυλλο και στο εσωτερικό του, με εύστοχα σκίτσα της Ναυσικάς Πέππα-Τριαντάρη, που υποστηρίζουν την υπόθεση της αφήγησης ‘συνομιλώντας’ ουσιαστικά με το κείμενο και εναρμονισμένα άριστα με το θέμα.

Με μια ‘στρωτή’, κατανοητή για τον αναγνώστη γλώσσα, χωρίς υπερβολές, αλλά με φυσικότητα και σαφήνεια, η Ι.Κ. πραγματεύεται τις διάφορες ενότητες και πτυχές του περιεχομένου του βιβλίου.

Η υπόθεση διαδραματίζεται σε δύο μακρινές χρονολογικά περιόδους της ζωής των ηρώων. Στην πρώτη, τα πρόσωπα βρίσκονται στην παιδική ηλικία, η οποία με την αφέλεια, την δροσιά της αθωότητας, αλλά και με την ευστροφία και τον ενθουσιασμό που χαρακτηρίζουν τα νιάτα, προσεγγίζει ευχάριστα και προσελκύει το αναγνωστικό κοινό. Του προκαλεί την περιέργεια και το ενδιαφέρον. Το γοητεύει με την τρυφερότητα των περιγραφών και την ευρηματικότητα που παρουσιάζει η αφήγηση.

Εδώ περνούν με φυσικό και απλό τρόπο αξιόλογα ζητήματα που αφορούν το παιδί, προτρέποντας τον κάθε μικρόν αναγνώστη/στρια σε θετικές συμπεριφορές χωρίς όμως τον κουραστικό και βαρετό διδακτισμό. Γράφει:

Ξαφνικά το ενδιαφέρον του Άλφα 49 τράβηξαν τα ράφια με τα βιβλία. – Τι είναι αυτά; Ρώτησε με αυξημένη περιέργεια. – Βιβλία. Δεν τα αναγνωρίζεις; – Δεν τα βλέπουμε έτσι στο ολόγραμμα, απάντησε ο Άλφα 49 και ζήτησε να αγγίξει ένα.

Ο Άλφα 49 προσπάθησε στη συνέχεια «να ανοίξει το βιβλίο σέρνοντας το δάχτυλό του από κάτω προς τα πάνω, όπως κάνουμε με τα κινητά» και τα παιδιά γέλασαν, (σ.26).

Οι συνήθεις και οι καθημερινές γνώσεις, όλη η φύση αποτελούν ζητήματα που δημιουργούν περιέργεια και έκπληξη στον Άλφα 49. Η απορία και η άγνοια δημιουργούν αμηχανία και στις δύο πλευρές. Κάποιες στιγμές καταρρέουν και οι πεποιθήσεις των παιδιών και καταλήγουν σε αμήχανη αντίδραση μπροστά στις αφελείς κατά την γνώμη τους ερωτήσεις, αντιδράσεις και κινήσεις του Άλφα 49, με αυτό να ισχύει πια και αντιστρόφως. Επιπλέον, οι διάλογοι και οι εξηγήσεις κινούνται σε μια λογική ουσιαστικά ανεξήγητη και αλλόκοτη, όμως ταυτόχρονα -λόγω της παιδικότητας των προσώπων- και χαριτωμένη.

Στο δεύτερο χρονολογικά επίπεδο, το κείμενο δεν έχει να κάνει με παιδιά. Οι ήρωες έχουν πλέον ενηλικιωθεί, έχει περάσει γι’ αυτούς η εποχή του ρομαντισμού και των αναζητήσεων, έχουν βρει τον δρόμο τους και ακολουθούν μιαν επιτυχημένη εν πολλοίς επαγγελματική πορεία ζωής. Όμως είναι πλήρεις και από βιώματα γοητευτικά, που χρονολογούνται στην χρυσή εποχή της παιδικής ηλικίας και που ακόμα κι αν ήθελαν να τα ξεχάσουν, αυτά δεν λένε να σβήσουν από τον καμβά της μνήμης τους και ‘ξεμυτίζουν’ σε δεδομένες στιγμές.

Σε αυτό το επίπεδο συμβαίνουν πάλι κάποιες απρόοπτες καταστάσεις που ξαφνιάζουν, που τους κάνουν να προβληματίζονται, να μην ξέρουν τι να σκεφθούν και πώς να τις ερμηνεύσουν. Όμως ούτε ο αναγνώστης/στρια  ούτε κανένας μας μπορεί να απαντήσει σε ζητήματα μεταφυσικά ή έστω φανταστικά.

Αξιοσημείωτη και χαρακτηριστική είναι σε όλη την αφήγηση  η υποσυνείδητη χρήση στοιχείων που λειτουργούν σαν σύμβολα. Το δέντρο του κήπου με τις ρίζες στη γη ατενίζει με τα κλαδιά του τον ουρανό, ενώ τα παιδιά φτιάχνουν πάνω του το δενδρόσπιτο-καταφύγιό τους ανάμεσα γης και ουρανού, έναν δικό τους κόσμο, γέφυρα ανάμεσα στους άλλους δύο. Η θάλασσα με τα κινούμενα νερά της λειτουργεί σαν μεταβατικό στοιχείο ανάμεσα σε γη και αιθέρα, κατ’ αναλογία προς τη ζωή και τον θάνατο. Τέλος η μουσική, ξεπερνώντας το χαρακτηριστικό τής ηχητικής δημιουργίας και απόλαυσης, γίνεται το κρίσιμο στοιχείο  σύνδεσης και επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους και όντα. Με τη μελωδία να σχηματίζει εικόνα φυσικής και εναρμονισμένης σχέσης μεταξύ όλων των υπάρξεων του έργου, δημιουργούνται από κοινού συναισθήματα τέρψης και εμψύχωσης. Μην ξεχνάμε πως ανέκαθεν η μουσική, (μαζί με την φωτιά και τον καπνό) χρησίμευε από τα αρχαία χρόνια για την πραγματοποίηση συνεννοήσεων ή ιεροτελεστιών, ενώ στον παρόντα χρόνο τού έργου βοηθά στην εξέλιξη του μύθου μέσα από τον κόσμο της φαντασίας.

Η φαντασία όμως στην τωρινή αφήγηση ξεπερνά τα καθημερινά κατανοητά δεδομένα και τα ζητήματα της κοινής λογικής. Το περιεχόμενο του βιβλίου περνά με επιδεξιότητα γραφής από τον ρεαλισμό στο φαντασιακό και μεταφυσικό πεδίο και αντίστροφα, στην αινιγματική ροή των καταστάσεων. όπου εκεί τα πράγματα και οι άνθρωποι περιγράφονται και λειτουργούν διαφορετικά. Η Ισμήνη Κωνσταντοπούλου, πριν γνωρίσουμε την ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη και την εμφάνιση της πρόσφατης τεχνητής νοημοσύνης, που ακόμα δεν έχουμε συνηθίσει και σε άλλους καιρούς θα φαινόταν τέλεια παραδοξότητα, επινοεί με το βιβλίο αυτό μιαν ιστορία που πάει πιο μπροστά από την εποχή μας.

Μας εκπλήσσει με την ωριμότητα αλλά και με την λαγαρή, σχεδόν μικρού παιδιού, φαντασία της καθώς και με την ζωηρότητα του κειμένου της. Κι αυτό βέβαια έχει να κάνει με την αλλοτινή διαρκή επικοινωνία της με παιδιά, αφού η επαγγελματική της ενασχόληση ήταν καθηγήτρια αγγλικής γλώσσας. Το βιβλίο είναι η φαντασία ενός ενήλικα, που όμως απευθύνεται και σε παιδιά και τα εμπλέκει στην ιστορία του. Είναι θέμα και των προσωπικών της αναζητήσεων και προβληματισμών η διήγηση αυτή, που δεν παραμένει μόνο στο επίπεδο ενός απλώς χαριτωμένου παιδικού αφηγήματος, αλλά ‘φλερτάρει’ και με υπαρξιακά ζητήματα, με το επέκεινα και τον προβληματισμό σχετικά με αυτά. Εξάλλου, και η διαδικασία της γραφής γενικότερα έχει αφετηρία και ξεκινά από την ανάγκη κατανόησης του κόσμου και ίσως την επιθυμία για έναν καλύτερο δυνατό κόσμο. Έτσι εξηγείται και η ανάμειξη των παιδιών, της αφέλειας και της αθωότητάς τους στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, διαφορετικά θα ήταν καθαρά ένα ανάγνωσμα για ενήλικες μόνο.

Στο περιεχόμενό του περιγράφεται ένας κόσμος ανάμεσα στην πραγματικότητα του ξέγνοιαστου παιδόκοσμου και μιας παράξενης και εν πολλοίς ακατανόητης φαντασιακής κατάστασης με υπαρξιακές προεκτάσεις και με χρονική συνέχεια. Η φαντασία για τους αρχαίους φιλοσόφους (Παρμενίδης) είναι η ικανότητα του νου να κοιτάζει πράγματα απόντα σαν να είναι παρόντα. Ο/η αναγνώστης/στρια μεταφέρεται στην ατμόσφαιρα ενός περιβάλλοντος εκλεπτυσμένου και ανώτερου πολιτισμικού επιπέδου, στο οποίο οι ήρωες του βιβλίου, χάρη στην ενασχόληση, στον σεβασμό και την αγάπη τους για τις Καλές Τέχνες και συγκεκριμένα για την Μουσική, έχουν μια τυχαία (τυχαία;) συνάντηση με ανεξήγητο νόημα.

Σ’ όλη την διάρκεια της αφήγησης αναφύονται ερωτήματα για τον θάνατο, για το επέκεινα, για την ανυπαρξία ή μη της ψυχής και της ζωής μετά θάνατο, για το ανεξήγητο ‘μετά’, το πέρα από την γήινη θνητή ζωή μας. Ο ρεαλισμός της επίγειας ζωής συμπλέκεται με το αδιευκρίνιστο και αμφίβολο της ζωής υπερκόσμιων υπάρξεων, απόμακρων και άγνωστων στους επίγειους, που κινούνται σε διαφορετικά πεδία και λογική και που η δική μας ύπαρξη και η θνητότητά μας είναι και σε αυτούς άγνωστη και αδιάφορη. Θραύσματα αληθειών του δικού μας κόσμου εμπλέκονται στη λογική άγνωστων όντων, καθώς τα ανθρώπινα γήινα βιώματα και οι απορίες, οι αισθήσεις και τα συναισθήματά μας είναι άγνωστα στην άλλη πλευρά, (αν υπάρχει), πρωτόφαντα και παράδοξα ή και αδιάφορα και χωρίς σημασία, δεν συγκινούν και μόνον η μουσική καταφέρνει επιλεκτικά να αγγίξει κάποιον.

Γεννάται, επομένως, εύλογα το ερώτημα: «Με συναισθήματα ή χωρίς αυτά αξίζει η ζωή;». Η Ι.Κ. φαίνεται πως προκρίνει το πρώτο, αφού και σε μιαν άλλη φανταστική (;) διάσταση περιγράφει τον ήρωά της, τον προερχόμενο από εκεί, να περιεργεί, να απορεί, να συγκινείται και να δακρύζει.

Το τέλος της αφήγησης λειτουργεί σαν γρίφος που θα παραμείνει άλυτος και θα δημιουργήσει πολλά ερωτηματικά. Και, εν τέλει, μένει στους αναγνώστες/στριες η βαθειά απορία για το τι συμβαίνει με το πέρασμα «απέναντι» μετά θάνατον, αν υπάρχει ποτέ επικοινωνία των ζώντων με το πνεύμα ή την ψυχή των κεκοιμημένων. Και η απορία αυτή δεν κυριαρχεί μόνο μέσα στο βιβλίο σε σχέση με τους ήρωές του και τις δράσεις τους, αλλά αποτελεί αναπάντητο ερώτημα για την ίδια την Ισμήνη Κωνσταντοπούλου, για την γράφουσα και για όλη την ανθρωπότητα. Είναι μια λεπτή γραμμή εκεί, όπου ο καθένας μας -όσο τού είναι δυνατόν- ισορροπεί την σκέψη του σχετικά την πίστη για την ζωή εδώ και τη ζωή στο επέκεινα. Κι αυτό είναι και το μεγαλύτερο εύρημα στο βιβλίο, με βάση το οποίο πλέκεται η όλη αφήγηση και οι χαριτωμένοι του διάλογοι. Έτσι, η Ι.Κ. παίζει ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και στη λογική των μεγάλων, ανάμεσα στο σοβαρό ρεαλιστικό και στο παιγνιώδες, στο υπερρεαλιστικό και ακατανόητο.

Προβληματισμένη επίσης είναι η γράφουσα  σχετικά με την ηλικία των αναγνωστών, στην οποία απευθύνεται το περιεχόμενο του βιβλίου, καθώς δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί το κείμενο καθαρά και μόνο παιδικό ανάγνωσμα, αν και μιλά και για παιδιά. Επίσης, αμιγώς ανάγνωσμα μυστηρίου μεταφυσικών αναζητήσεων για μεγάλους πάλι δεν θα χαρακτηριζόταν, αφού η υπόθεσή του δεν μένει απόλυτα προσκολλημένη σε μεταφυσικά ζητήματα, απλώς τα υπονοεί και προβληματίζει σχετικά με αυτά χωρίς να τα εκφράζει λεπτομερειακά και ξεκάθαρα. Στην ευχέρεια του κάθε αναγνώστη/στριας παραμένει το να διαβάσει το βιβλίο, να το χαρεί, να το κρίνει και να αφεθεί σε δικές του σκέψεις, ερμηνείες και χαρακτηρισμούς.

Καταλήγοντας, επιθυμώ να τονίσω πως, διαβάζοντας το έργο της Ι.Κ., με χαρά ασχολήθηκα με την φιλολογική του επιμέλεια και με την κριτική παρουσίασή του.

Περισσοτερα αρθρα