Κάθε φιλολογική μελέτη καλείται να επιτελέσει μια διπλή λειτουργία: αφενός να επαναπροσδιορίσει το έργο του δημιουργού υπό το φως νέων ερμηνευτικών εργαλείων και αφετέρου να συνομιλήσει δημιουργικά με την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία, διευρύνοντας τα όρια της φιλολογικής έρευνας και προτείνοντας νέες αναγνωστικές προοπτικές. Η μελέτη της Αντωνίας Παυλάκου, Αλέξανδρος Ίσαρης ˑεπιστρέφοντας φωτεινός (24γράμματα, 2026), ανταποκρίνεται με αξιοσημείωτη επάρκεια σε αυτή τη διττή πρόκληση. Η συγγραφέας δεν περιορίζεται στη συστηματική καταγραφή της εργοβιογραφίας ενός πολυσχιδούς δημιουργού· αντιθέτως, προτείνει μια συνεκτική ερμηνευτική ανάγνωση της αισθητικής του φυσιογνωμίας, αναδεικνύοντας τις βαθύτερες σχέσεις που συνδέουν την ποίηση, την πεζογραφία, τη ζωγραφική, τη μεταφραστική δημιουργία και τη μουσική ευαισθησία του Αλέξανδρου Ίσαρη σε ένα ενιαίο καλλιτεχνικό και πνευματικό σύμπαν. Με αφετηρία τη διακαλλιτεχνική θεώρηση του έργου του, η Αντωνία Παυλάκου αντιμετωπίζει τις επιμέρους δημιουργικές του εκφάνσεις ως αλληλοσυμπληρούμενες μορφές έκφρασης μιας κοινής αισθητικής και υπαρξιακής κοσμοθεωρίας. Έτσι, η μελέτη της υπερβαίνει τα όρια μιας συμβατικής εργογραφικής προσέγγισης και εξελίσσεται σε μια ουσιαστική συμβολή στη μελέτη του Ίσαρη, προτείνοντας μια ολιστική ανάγνωση της δημιουργικής του ταυτότητας.
Ήδη από το εξώφυλλο, η έκδοση προδιαθέτει τον αναγνώστη για την εικαστική και ποιητική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο. Σε φόντο σκούρου μπλε, χρώμα, που συμβολίζει το υπαρξιακό βάθος και την εσωτερικότητα, κεντρική θέση έχει ο πίνακας «Ο ποιητής» (2004) του ίδιου του Αλέξανδρου Ίσαρη, με φωτεινές αντιθέσεις, υπογραμμίζοντας αμέσως τη διπλή ιδιότητα του δημιουργού ως λογοτέχνη και ζωγράφου. Το εξώφυλλο λειτουργεί, επομένως, ως προοίμιο της ανάγνωσης, εισάγοντας ήδη από την πρώτη οπτική επαφή τον αναγνώστη στη δημιουργική όσμωση λόγου και εικόνας που χαρακτηρίζει το έργο του δημιουργού . Παράλληλα, υποδηλώνει τη μεταμορφωτική δύναμη της τέχνης, η οποία μεταπλάθει την υπαρξιακή αγωνία σε αισθητική εμπειρία και δημιουργική αυτογνωσία. Το εικαστικό αυτό θέμα λειτουργεί ως οπτική μεταφορά για τον ίδιο τον τίτλο σχετικά με την κατάδυση στο σκότος της υπαρξιακής αγωνίας που καταλήγει στην ανάδυση του φωτός μέσω της τέχνης.
Ήδη από το προλογικό σημείωμα της Ελένας Κουτριάνου διαφαίνεται ο βασικός προσανατολισμός της έκδοσης, ο οποίος είναι η ανάγνωση του Ίσαρη όχι ως «ενός ζωγράφου, ποιητή, πεζογράφου, αλλά και φωτογράφου, σχεδιαστή εκδόσεων και πολυβραβευμένου μεταφραστή […], στο έργο του οποίου οι τέχνες -η λογοτεχνία, η μουσική, η ζωγραφική, το θέατρο- επικοινωνούν και συνδιαλέγονται». (σ. 13) «Αυτόν ακριβώς τον στόχο θέτει η μελέτη, δηλαδή την παράλληλη εξέταση εικαστικής και λογοτεχνικής αισθητικής, προκειμένου όπως σημειώνει η συγγραφέας, να ανιχνευθούν και να αναδειχθούν οι οντολογικές και υπαρξιακές αναζητήσεις του Ίσαρη». (σ. 15) Η επιλογή αυτή αποτελεί και μία από τις σημαντικότερες αρετές της μελέτης, καθώς προτείνει μια συνθετική ερμηνευτική οπτική.
Το βιβλίο οργανώνεται σε δύο μέρη, τα οποία ακολουθούν μια λογική πορεία από τη γενική θεώρηση του έργου προς στη βάθος ερμηνευτική διερεύνηση επιμέρους θεματικών. Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στην ποιητική, την πεζογραφική και την εικαστική παραγωγή του δημιουργού, διερευνώντας τις αισθητικές αρχές, τις διακειμενικές συνομιλίες και τις διακαλλιτεχνικές σχέσεις που συγκροτούν την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του έργου του. Αντίθετα, το δεύτερο μέρος εστιάζει σε έναν από τους πλέον κομβικούς άξονες, τη λειτουργία του ονείρου και τις πολλαπλές αναπαραστάσεις του θανάτου στο πεζογραφικό του έργο, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτές θεματικές συναρθρώνονται με τη μνήμη, το ασυνείδητο και την υπαρξιακή αγωνία, συγκροτώντας έναν από τους σταθερότερους μηχανισμούς παραγωγής νοήματος στη συγγραφική του κοσμοθεωρία.
Το πρώτο κεφάλαιο, αφιερωμένο στην εργοβιογραφία του Αλέξανδρου Ίσαρη, υπερβαίνει τα όρια μιας απλής βιογραφικής και εργογραφικής καταγραφής και λειτουργεί ως αναγκαίο ερμηνευτικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη της προβληματικής της μονογραφίας. Η Α. Παυλάκου αποτυπώνει με συστηματικότητα την πολυσχιδή παρουσία του δημιουργού στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, αναδεικνύοντας τη στενή αλληλεπίδραση ανάμεσα στις επιμέρους δημιουργικές του ιδιότητες. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στο εκτενές μεταφραστικό του έργο, το οποίο περιλαμβάνει μεταφράσεις κορυφαίων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, όπως ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, ο Τόμας Μπέρνχαρντ, ο Αντόν Τσέχοφ και η Βιρτζίνια Γουλφ, καθώς και μεταφράσεις ορατορίων και λιμπρέτων όπερας, στοιχείο που μαρτυρεί όχι μόνο τη βαθιά μουσική του παιδεία αλλά και την ουσιαστική του εξοικείωση με διαφορετικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Η συγγραφέας αναγνωρίζει τη μεταφραστική δραστηριότητα του Ίσαρη ως καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της αισθητικής και της θεματολογίας του. Όπως εύστοχα επισημαίνει, «ο Ίσαρης, επηρεασμένος και από το μεταφραστικό έργο του, περιλαμβάνει στο λογοτεχνικό, και σε αρκετές περιπτώσεις και στο ζωγραφικό, θέματά τους, σχετικά με τον πόνο του αδιέξοδου έρωτα, την προδοσία των φίλων, τη μοναξιά, τη φθορά του σώματος και τον θάνατο» (σσ. 52–53). Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αναδεικνύει τη μετάφραση ως δημιουργική πράξη πρόσληψης και αφομοίωσης, μέσω της οποίας ο Ίσαρης ενσωματώνει στον προσωπικό του ποιητικό και εικαστικό κόσμο θεματικές και υπαρξιακές αναζητήσεις της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης, μετασχηματίζοντάς τες σε οργανικά στοιχεία της δικής του καλλιτεχνικής ταυτότητας.
Ιδιαίτερο φιλολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το δεύτερο κεφάλαιο, στο οποίο η Α. Παυλάκου εξετάζει τη θέση του Αλέξανδρου Ίσαρη στο πλαίσιο της ποιητικής Γενιάς του ’70, προσεγγίζοντας το ζήτημα ως αντικείμενο αισθητικής και ερμηνευτικής διερεύνησης. Μέσα από την κριτική αποτίμηση των αισθητικών και ιδεολογικών συγκλίσεων και αποκλίσεων του δημιουργού σε σχέση με τους ομοτέχνους του, καταλήγει εύστοχα στη διαπίστωση ότι «ο Ίσαρης παρουσιάζει αρκετές αποκλίσεις, αν και γραμματολογικά ανήκει στον χώρο της [γενιάς του ’70]» (σ. 72). Η θέση αυτή αποτελεί τον άξονα της επιχειρηματολογίας της, καθώς της επιτρέπει να αναδείξει τη διακριτή δημιουργική φυσιογνωμία του Ίσαρη, ενός ποιητή που, ενώ συνομιλεί με τις λογοτεχνικές αναζητήσεις της δεκαετίας του 1970, διαμορφώνει μια βαθιά προσωπική ποιητική, στην οποία κυριαρχούν η υπαρξιακή αγωνία, η σωματικότητα και η διακαλλιτεχνική έκφραση. Στο πλαίσιο αυτό, η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο Ίσαρης «είναι ο πιο σωματικός ποιητής της γενιάς του ’70, γιατί εκφράζεται αποκλειστικά με το σώμα» (σ. 81), μια διαπίστωση που φωτίζει έναν από τους κεντρικούς άξονες της ποιητικής του. Παράλληλα, επισημαίνει ότι «η υπαρξιακή διάσταση του λογοτεχνικού έργου του περνάει και στη ζωγραφική του, αποτελώντας μια ιδιαίτερη περίπτωση μελέτης ως δημιουργού με κοινά στοιχεία στη διπλή έκφρασή του» (σ. 81). Με την παρατήρηση αυτή, η Α. Παυλάκου προτείνει μια ολιστική ανάγνωση του Ίσαρη, στην οποία η ποίηση και η ζωγραφική δεν αποτελούν παράλληλες δημιουργικές δραστηριότητες, αλλά αλληλένδετες εκφάνσεις της ίδιας αισθητικής και υπαρξιακής κοσμοθεώρησης.
Το τρίτο κεφάλαιο αποτελεί έναν από τους πλέον ουσιαστικούς θεωρητικούς άξονες της μονογραφίας, καθώς εστιάζει στη διερεύνηση των αισθητικών καταβολών και των ποιητικών μηχανισμών που διαμορφώνουν τη γραφή του Αλέξανδρου Ίσαρη. Η μελετήτρια εξετάζει τις σχέσεις του έργου του με τον μοντερνισμό, τον μεταμοντερνισμό και τον υπερρεαλισμό, προσεγγίζοντας τις συγκεκριμένες καλλιτεχνικές τάσεις ως δυναμικά πεδία επιρροών και δημιουργικών μετασχηματισμών, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο Ίσαρης αφομοιώνει επιλεκτικά τις νεωτερικές και μετανεοτερικές αναζητήσεις, μεταπλάθοντάς τες σε μια απολύτως προσωπική ποιητική έκφραση.
Στο τέταρτο κεφάλαιο διερευνάται η οργανική σχέση λογοτεχνίας και ζωγραφικής ως θεμελιώδης άξονας της δημιουργικής φυσιογνωμίας του Αλέξανδρου Ίσαρη. Η συγγραφέας τεκμηριώνει ότι οι δύο μορφές έκφρασης δεν συνυπάρχουν απλώς στο έργο του Ίσαρη, αλλά βρίσκονται σε διαρκή δημιουργική αλληλεπίδραση, συγκροτώντας ένα ενιαίο αισθητικό σύστημα. Η διάκριση της δημιουργικής του πορείας σε δύο περιόδους (1966–1983 και 1984–2020) επιτρέπει την παρακολούθηση της εξέλιξης των αισθητικών του επιλογών και καθιστά εμφανή τη σταδιακή διαμόρφωση μιας ώριμης, ενιαίας καλλιτεχνικής ταυτότητας, αναδεικνύοντας το πώς η ζωγραφική του εικονογραφεί την ποίησή του και η ποίησή του «ζωγραφίζει» με λέξεις. Η συγγραφέας αποδεικνύει, έτσι, ότι η διπλή καλλιτεχνική ιδιότητα του Ίσαρη δεν συνιστά απλή συνύπαρξη δύο μορφών έκφρασης, αλλά την εκδήλωση μιας ενιαίας αισθητικής αντίληψης, στην οποία εικόνα και λόγος συγκροτούν ένα αδιαίρετο πεδίο δημιουργίας.
Το δεύτερο μέρος της μονογραφίας η Α. Παυλάκου στρέφει το ενδιαφέρον της στη λειτουργία του ονείρου ως βασικού μηχανισμού παραγωγής νοήματος. Αξιοποιώντας έννοιες της ψυχαναλυτικής θεωρίας, εξετάζει τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο όνειρο, τη μνήμη, το ασυνείδητο και τον θάνατο. Το όνειρο προσεγγίζεται ως δημιουργικός τόπος όπου ανασυντίθενται οι εμπειρίες του υποκειμένου, ενώ ο θάνατος αναδεικνύεται όχι ως καταληκτικό γεγονός αλλά ως διαρκής υπαρξιακή παρουσία που οργανώνει τη λογοτεχνική αφήγηση. Εύστοχα η συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο ονειρικός κόσμος του Αλέξανδρου Ίσαρη αποτυπώνει τον κόσμο της ζωής, των πολλαπλών εκφάνσεων της τέχνης του, της οντολογίας και των υπαρξιακών αναζητήσεών του» (σ. 189). Η διαπίστωση αυτή συμπυκνώνει τον κεντρικό ερμηνευτικό άξονα της μονογραφίας, καθώς αναδεικνύει το όνειρο όχι απλώς ως επαναλαμβανόμενο θεματικό μοτίβο, αλλά ως τον κατεξοχήν τόπο συνάντησης της αισθητικής, της μνήμης και της υπαρξιακής αυτογνωσίας, μέσα από τον οποίο αποκαλύπτεται η βαθύτερη ποιητική και κοσμοθεωρητική ενότητα του έργου του Ίσαρη.
Η μονογραφία ολοκληρώνεται με ένα ιδιαίτερα επιμελημένο και λειτουργικό παράρτημα, το οποίο διευρύνει τους ερμηνευτικούς της ορίζοντες και ενισχύει τον επιστημονικό της χαρακτήρα. Η εκτενής και άρτια οργανωμένη βιβλιογραφία, ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση, μαρτυρεί τη συστηματική ερευνητική εργασία της συγγραφέως και προσδίδει στη μελέτη επιστημονική αξιοπιστία, καθιστώντας την πολύτιμο εργαλείο για μελλοντικές φιλολογικές και διακαλλιτεχνικές προσεγγίσεις του έργου του Αλέξανδρου Ίσαρη. Παράλληλα, το πλούσιο εικαστικό υλικό, με έγχρωμες αναπαραγωγές έργων του Ίσαρη, ενσωματώνεται οργανικά στη συνολική επιχειρηματολογία της μελέτης, επιτρέποντας στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τη δημιουργική συνομιλία ανάμεσα στον ποιητικό και τον εικαστικό του λόγο. Αντίστοιχα, η συνέντευξη της Σοφίας Περδίκη στην Αντωνία Παυλάκου προσφέρει πολύτιμες μαρτυρίες για την προσωπικότητα και την καλλιτεχνική διαδρομή του δημιουργού, εμπλουτίζοντας τη φιλολογική προσέγγιση με βιωματικές και αυτοαναφορικές διαστάσεις. Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει, τέλος, το αφιερωματικό ποίημα της συγγραφέως, «Επιστρέφοντας φωτεινός», από το οποίο αντλείται και ο τίτλος της μελέτης. Το ποίημα λειτουργεί ως ένας διακριτικός αλλά ουσιαστικός επίλογος της μελέτης, μετατοπίζοντας τον λόγο από την αυστηρή επιστημονική τεκμηρίωση σε μια προσωπική πράξη μνήμης και φόρου τιμής προς τον Αλέξανδρο Ίσαρη, υπενθυμίζοντας ότι η φιλολογική έρευνα μπορεί να συνδυάζει την ακαδημαϊκή εγκυρότητα με την αισθητική ευαισθησία και την ανθρώπινη συγκίνηση.
Η μονογραφία της Αντωνίας Παυλάκου δεν περιορίζεται στην αποτίμηση του έργου ενός σημαντικού δημιουργού, αλλά επιχειρεί να αποκαταστήσει την ενότητα ενός καλλιτεχνικού σύμπαντος που συχνά προσεγγίστηκε αποσπασματικά. Ποίηση, πεζογραφία, ζωγραφική, μετάφραση και μουσική συντίθενται εδώ σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό πεδίο, στο οποίο κάθε μορφή τέχνης φωτίζει τις άλλες και όλες μαζί συγκροτούν την ιδιαίτερη αισθητική και υπαρξιακή φυσιογνωμία του Αλέξανδρου Ίσαρη. Με θεωρητική επάρκεια, φιλολογική ακρίβεια και ερμηνευτική ευαισθησία, η συγγραφέας προτείνει μια ανάγνωση που υπερβαίνει τη γραμματολογική καταγραφή και μετατρέπεται σε ουσιαστικό διάλογο με το έργο του δημιουργού. Η συμβολή της δεν έγκειται μόνο στην πληρότητα της τεκμηρίωσης ή στη συστηματική αξιοποίηση της βιβλιογραφίας, αλλά κυρίως στην ικανότητά της να αναδείξει τις αθέατες συνδέσεις ανάμεσα στην εικόνα, τον λόγο, τη μνήμη, το όνειρο και την υπαρξιακή εμπειρία. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη επιτυχία της μελέτης να βρίσκεται στο ότι δικαιώνει τον ίδιο τον τίτλο της. Ο αναγνώστης ολοκληρώνει την ανάγνωση έχοντας την αίσθηση πως ο Αλέξανδρος Ίσαρης «επιστρέφει φωτεινός» όχι μόνο ως ποιητής ή ζωγράφος, αλλά ως μια σύνθετη δημιουργική προσωπικότητα, της οποίας το έργο εξακολουθεί να συνομιλεί γόνιμα με τα θεμελιώδη ερωτήματα της τέχνης και της ανθρώπινης ύπαρξης.

