[άτιτλο]
η σαλο-τραπεζαρία
βρισκόταν στο καινούριο κτίριο και
υπέφωσκε
4.30 χαράματα
στο βάθος μία σκοτεινή μοντέρνα κουζίνα, με ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στη μαύρη θάλασσα. την έρημη και καιωμένη.
οι γυναίκες φορούσαν λευκά, λινά φορέματα. οι άντρες φορούσαν λευκά, λινά κοστούμια. έπαιζε τζαζ μουσική.
κάποιος σκούπιζε το στόμα του από λίγο αίμα, σαν αν είχε μόλις φιληθεί από ένα έτερο διψασμένο. κάποιος άλλος σκεπτόταν πως ο θάνατος, αν έλθει ανώδυνα και γρήγορα μπορεί να, είναι ως και ωραίος.
στο τραπέζι υπήρχε ένα ςδίσκος με υπερμεγέθη γλυκά πορτοκάλια. παγωμένα.
οι τοίχοι κυμάτιζαν σαν να ήσαν από μεταξωτό, έρμαια του αέρα. έτσι και ο γδούπος από ένα βιολί που έπεσε στο πάτωμα.
και η πτώση ενός κρυστάλλινου ποτηριού.
κάποιος κτύπησε το κουδούνι, μπορεί και ο σπιτονοικοκύρης, ήθελε, λέγει, να επανέλθει στα βασανιστήρια των ονείρων.
οι τρόφιμοι όχι. παρά μόνο στην ευτυχία της αϋπνίας. στην ευκαρπία της.
στα φυλλώματα, δύο οπωροφάγα. το ένα από τα δύο καταδιώκει και μικρά τρωκτικά. κοιτιούνται. νυχτερίδα και κουκουβάγια. κίτρινα μάτια, κίτρινες φωνές:
– γούου γούου γούου γού…
– τίτι τίτιτί τίτ…
Ισμήνη Λιόση
από το βιβλίο της Στη λυσιτέλεια του ψυχιατρείου
εκδόσεις Ερατώ, 2026
* Ο πίνακας της προμετωπίδας είναι του Heinrich Ehmsen “Im Irrenhaus” (Στο τρελοκομείο, 1925) και φυλάσσεται στη Νέα Εθνική Πινακοθήκη του Βερολίνου.

