Disability: “Μπουμπού” του Δημήτρη Μητσοτάκη (απόσπασμα)
Δημήτρης Μητσοτάκης

Μια μέρα ήρθε ο Δημητρός μου και με βλέπει στο κρεβάτι και μου λέει: “Μα γιατί, καλέ μαμά, κοιμάσαι τόσες ώρες; Άρρωστη είσαι; Ο μπαμπάς έφυγε, δεν ξαναγυρνά”. Ε, αυτό ήταν! Είπα μέσα μου, έχασα τον άντρα μου, δεν θα χάσω και τα παιδιά μου, και σηκώθηκα.

Εσηκώθηκα, μα δεν ήμουν η ίδια. Είχα μεγαλώσει απότομα, θαρρείς. Στην ταυτότητά μου έγραφε ετών είκοσι εννιά, μα έβλεπες μπροστά σου μια μεγάλη γυναίκα, με χέρια και πόδια τσακισμένα από το βάρος ενός παράλυτου κορμιού που το σήκωνε κάθε μέρα, πέντε ολάκερα χρόνια [Σημ.: ο άντρας της είχε πάθει πλάγια μυατροφική σκλήρυνση ή ALS]. Νύχτα μέρα, ακόμα και στον ύπνο μου, ήμουν το στήριγμά του, για να μη γείρει ο καλός μου μπρούμυτα και μου πνιγεί. Με είχαν γεράσει πρόωρα το παράπονο της ψυχής μου, που δεν εχόρτασε τον έρωτα και την ξενοιασιά της νιότης, και το άδικο που έπεσε στο στεφάνι μου και το μαύρισε και το ‘καμε κάρβουνο, και το ράγισμα της καρδιάς μου, που ήτανε ακόμα πολύ τρυφερή για να την ατσαλώσει ο πόνος.

[…]

Αφού πέρασαν τρεις μήνες ήρθε ο Άγγελος ο Ιταλός, μοσχομυριστός όπως πάντα, και μου ‘φερε ένα γράμμα. “Αυτό είναι δικό σου, μάτια μου”, μου είπε και δεν κάθισε ούτε για ένα ποτήρι νερό. Τον σταύρωσα, μα έγινε καπνός. “Ποιος μου στέλνει επιστολή και μάλιστα με τον Άγγελο;”. Παραξενεύτηκα. Ανοίγω τον φάκελο και βλέπω ένα σημείωμα, υπογεγραμμένο από τον Λευτέρη μου! Μα ο άντρας μου δεν ήξερε να γράφει, του τα πήρε τα γράμματα ο πόλεμος όταν ήτανε παιδί και η βιοπάλη αργότερα. Ένιωσα να φεύγει το αίμα απ’ το κεφάλι μου και κάθισα σε μια καρέκλα για να μη σωριαστώ. Δεν μπορούσα να καταλάβω. Πολλά χρόνια μετά έμαθα ότι τα λόγια εκείνα τα είχε συλλαβίσει με τη βραχνή του τη φωνή, λέξη λέξη στον φίλο του, ένα απόγεμα που έλειπα για ψώνια. Ώστε δεν ήμουν η μόνη, μπορούσε να τον καταλάβει και ο Άγγελός του…

Γυναίκα της ζωής μου,

το γράμμα αυτό θα σου το δώσει ο Ιταλός μας, μόλις καταλαγιάσει το κλάμα σου. Ο Θεός, του οποίου το γούστο έτσι κι αλλιώς δεν εμπιστευόμουν συχνά, με ήθελε κοντά του. Απορώ, τι θα με κάνει; Φαίνεται θα του σφύριξαν πως είμαι μερακλής και πεθύμησε παρέα για κάνα κρασάκι. Δεν τον έχω για πολύ γλεντζέ, μα τι να κάνω; Θεός είναι αυτός, μπορείςνα του πεις όχι; Σε ευχαριστώ, γυναίκα μου, για όσα έκανες για μένα και σου ζητώ να με συγχωρέσεις που σε κατάντησα νοσοκόμα στα καλύτερά σου χρόνια. Αν δεν ήσουν εσύ, θα είχα “φύγει” από καιρό. Σ’ αγάπησα με όλη μου την ψυχή και θαρρώ το ξέρεις καλά. Αν αυτό που έβλεπα μέσα στα μάτια σου κάθε βράδυ που μ’ αγκάλιαζες, κάθε φορά που με χτένιζες και μ’ έλουζες και με τάιζες και με πότιζες, αν εκείνη η ατόφια και δυνατή αγάπη υπάρχει ακόμα μέσα σου, τώρα που ξεκουράστηκα, θέλω να σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη: Να πετάξεις από πάνω σου τα μαύρα μια ώρα αρχύτερα. Δεν ταιριάζουνε τα μαύρα ρούχα στα δροσάτα σου χρόνια, εκτός κι αν σε καλέσουν σε κανέναν χορό και βάλεις εκείνο το μακρύ, το επίσημο σκούρο φόρεμα που τόσο μου άρεσε. Ε, ρε, θα κάνεις μια χήρα εσύ! Όλους θα τους κολάσεις, γυναικάρα μου. Λοιπόν, κοίταξε να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου, που είναι ακόμα στην αρχή της. Να μη γυρνάς πίσω. Ό,τι ζήσαμε ζήσαμε και πέρασε πια. Κοίτα μπροστά, ίσια, ντουγρού στον ορίζοντα. Εγώ θα σε βλέπω μέσα από τα μάτια του Δημητρού μας και του μικρού μας του Γιώργου. Εκεί μέσα θα είμαι όποποτε με θες. Μα μη λυπάσαι για μένα. Όταν περάσουνε τα χρόνια και γίνω κι εγώ κυπαρίσσι, θα χορτάσω το αεράκι που στερήθηκα, μα αγαπούσα τόσο πολύ να με φυσά…

Παντοτινά δικός σου,

Λευτέρης

 

Δημήτρης Μητσοτάκης
απόσπασμα από τη νουβέλα του Μπουμπού

εκδόσεις Κέδρος, 2025

Περισσοτερα αρθρα