Σε κάθε ποιητική συλλογή, η συνάντηση της ποίησης με το παρόν του ποιητή ή της ποιήτριας είναι αυτή που αφήνει και το στίγμα ύφους κατά τη διάρκεια και στο τέλος της ανάγνωσης. Στο Punctum αυτή η συνάντηση πραγματοποιείται και έχει ολοκληρωμένο χαρακτήρα, ώστε να είναι ένα ποιητικό βιβλίο με άποψη και έποψη για τα πράγματα, τις λέξεις.
Η ιδέα της πλούσιας συλλογής Punctum της Μαρίας Καντ (Καντωνίδου) από τις εκδόσεις Gutenberg (Αθήνα, 2025), με τα σημεία εκείνα της μετανεωτερικής αλληγορίας που συνθέτουν και αποκρυσταλλώνουν την εσωτερική εμπειρία της ποιήτριας σε κοινή επιστροφή και κάλεσμα στον μύχιο κόσμο, περιγράφεται ενδεχομένως στην εξής πρόταση: η αποθέωση του ρήματος οδηγεί στη μεταθέαση του ονόματος.
Και σημειώνω ενδεχομένως, διότι αυτή η γραφή-κατάθεση αφήνει τα ενδεχόμενα ανοιχτά, κινείται στην γραμμή του ορίζοντά τους και διατυπώνει τον πυρετό των όσων φεύγουν προς τους βυθούς μας, εάν δεν περάσουν από το ταμείο της γραπτής έκφρασης. Διόλου τυχαίο ότι στα γραπτά κατάστιχα της Μαρίας Καντ εμφανίζεται ο Μπέκετ, κύριος εκπρόσωπος του θεάτρου του Παραλόγου και της γραφής που αρνείται να γίνει σώμα κατανάλωσης, αλλά μαρτυρεί τις εγκοπές, τις τομές και τα «καινά» των κενών της.
Ειδικότερα, ενώ η χρήση των επιθέτων είναι πιο μετρημένη, εν αντιθέσει με την ποίηση της Μαντώς Αραβαντινού, όπου τα επίθετα καταλαμβάνουν έναν καίριο ρόλο ουσίας σε κάποιες από τις Γραφές της, στο Punctum της Μαρίας Καντ παρατηρείται πως κάθε ρήμα είναι και μια ενότητα αλλά και ένας χάρτης για τα αχαρτογράφητα αόρατα, τα συναισθηματικά μας κατάλοιπα. Η ποιήτρια τα αναγνωρίζει, έρχεται να τα διαλευκάνει και τα οργανώνει σε ένα «ταξείδι» σκέψης και μεταβολής.
(Ας σημειωθεί ότι η πρώτη ρίζα της σημερινής λέξης «ταξίδι» προέρχεται από τη γενική της «τάξεως», γεγονός που εννοιολογικά ισχύει για αρκετές γλώσσες, στις οποίες οι «προμήθειες» έδωσαν το στίγμα τους στην ονοματοποιία της λέξης).
Ο τίτλος της συλλογής, τώρα, με το λατινικό όνομα, ιδιαίτερα εύστοχο για την οπτική της Μαρίας Καντ, με γυρίζει στο ποίημα «Παντούμ» του Γιώργου Σεφέρη, όπου εκεί συμβαίνει ο δεύτερος και τέταρτος στίχος της πρώτης στροφής να εμφανίζονται στον πρώτο και τρίτο της δεύτερης αντίστοιχα.
Είναι, πράγματι, οι γλωσσικές πραγματικότητες της ποιήτριας οργανωμένα τοπία, όπου το τυχαίο είναι το απόλυτα αναγκαίο. Φαίνεται πως η (δι)ερευνητική ματιά της Μαρίας Καντ έχει συγκεράσει ή οξύνει αναλόγως τα σημεία ένα προς ένα, Punctum προς Punctum, ώστε να μας αποδώσει τις αναγκαίες αναχωρήσεις μετά την τελεία.
Μετά την τελεία κάθε θραύσματος-ποιήματος, έχουμε την ελευθερία να εξετάσουμε εξωκειμενικά το δικό μας (συμ)πέρασμα από τα πεζά ποιήματα που ενέχουν την διανοητική υπόσχεση, το όλον να υπακούει στη μοναδική αξία του σημείου και να μη χάνει σε δύναμη ούτε σε συμπύκνωση.
Ενδεχομένως αυτός ο τελευταίος να είναι και ο λόγος που δεν κρίνω λειτουργικό να ξεχωρίσω στίχους, σημεία από τη συλλογή. Διότι το όλον εξυπηρετείται ως κατάσταση και κανόνας σε αυτό το ποιητικό βιβλίο που σμίγει τον κόσμο του φωτός και της παρουσίασης της λέξης-πράγματος στο προσκήνιο με εκείνον της σκιάς, όπου από το φάσμα της δεν ξεχωρίζουν τα στοιχεία του εγκιβωτισμού, ενόσω συνομιλούν με την αρτιότητα της κατάστασης.
Ωστόσο, ίχνη και Puncta αυτής της άρτιας κατάστασης με συγκινούν ιδαίτερα:
Στο μεταξύ
Στο μέσα σπίτι μου ψητό ψωμί και terra cotta
Και από τη Σπουδή για λευκή νιφάδα που πέφτει:
Τη θεωρείς αρτιμελή. Συντυγχάνετε.
Και από το Με λένε Μέδουσα τάδε και:
Τον κομμωτή μου τον λένε Περσέα. Το ίδιο και τον εραστή μου.
Αυτά τα ίχνη έμπνευσης και μίξης συγκείμενων έρχονται να επαληθεύσουν ότι η Μαρία Καντ έχει στηριχτεί στους μύθους και στην Ιστορία των ιστοριών, ώστε να εννοιοποιεί χωρίς να χάνει την προσωπική της στιγμή μέσα σε αυτό το κληροδότημα αξιών και παραδόσεων. Δεν μένει στο κατώφλι μιας μνημόνευσης ή στείρας επανάληψης, αλλά παρεμβαίνει δημιουργικά, για να αποτυπώσει τα «τρυφερά ενδεχόμενα» – δική της συνδυαστική διατύπωση- ως βλαστούς φωτοσκίασης και φροντίδας για τις λέξεις.
Εν κατακλείδι, αυτή η φροντίδα για τις λέξεις που συγκροτούν πράγματα της προσωπικότητας ακουμπά στην επιθυμία για σκέψη-επιστήμη, στη libido sciendi της Μαρίας Καντ που προσωπικά, με εμπνέει και άρα, είναι το δώρο της προς τους αναγνώστες, τις αναγνώστριες των εκδόσεων Gutenberg.
Από το Για σένα:
Και θα σε πω κεντρί και μελίσσι και ρούχο. Και θα σε πω βελούδο και χασέ αδιάβροχο.
Και θα σε πω περβάζι και παράθυρο. Και θα σε πω ιστό υποδόριο και παρουσία.
Είπε Ανίσχυρη η σιωπή μου
μπρος στο για Σ έ ν α.
Επειδή, όταν εκτιμάς, προτείνεις, ευχής έργο θα ήταν μια βραδιά ποίησης Punctum μετά μουσικής που θα ταιριάζει στη φωνή της Μαρίας Καντ και πιο ατμοσφαιρικό θα ήταν -ναι- στη Μικρή Επίδαυρο. Διότι, για να επιστρέψω στην αρχή, οι λέξεις της Μαρίας Καντ ενέχουν την Αρχή της Συνάντησης. Δεν είναι μόνο σύνολα διανοητικής έκφρασης, αλλά δυνάμεις χάους και αλήθειας, ρήξης και επανεύρεσης, κρίσης και αντιμετώπισης. Κάθε Punctum είναι και μια ιστορία που με γυρίζει και στο άλλο βιβλίο των εκδόσεων Τυπωθήτω Τρυφερά Κουμπιά (Αντικείμενα – Φαγητά – Δωμάτια) της Γερτρούδης Στάιν σε μτφρ. και επίμετρο της Ελισάβετ Αρσενίου. Το συναίσθημα που είχα τελειώνοντάς το, συμπίπτει χρόνια μετά με το συναίσθημα που έχω από το Punctum. Χωρίς να κλέψω δόξα, ένα μικρό δείγμα από τη Στάιν:
Ένα καφέ.
Ένα καφέ όχι υγρό μέχρι εκεί είναι χαλαρό και είναι πάντως αλλαγή, νέα πρωτόκολλα είναι επείγοντα.
Συμπέρασμά μου είναι ότι η αλληγορία της Καντ έρχεται να συνεχίσει την αλληγορία της Στάιν. Στο Punctum τα σημεία των καιρών είναι ρωγμές ενός γέλιου που «συναντάς σε νεκρούς που είναι να πεθάνουν» από έναν «χρόνο κοινόχρηστο που κάποιος θέλουμε να τον σβήσει», για να γυρίσω στη φωνή της ποιήτριας και να αφήσω τη γλωσσική της τόσο βιωματική όσο και ιστορίζουσα ιστορία να βάλει τελεία ή Punctum.

