Η Ελένη Πριοβόλου στο τελευταίο της μυθιστόρημα Η Βίβλος της Ιώβ φέρνει στο προσκήνιο, με ιδιαίτερη γλωσσική δύναμη, μια γυναίκα-σίφουνα για την εποχή της, μαχητική, διεκδικητική και ανεξάρτητη, την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (1867-1996), συγγράφισσα και δασκάλα, υποστηρίκτρια της δημοτικής γλώσσας που την παρακολουθούμε να αφηγείται τη ζωή και τους αγώνες της στην Γεωργία Σάνδη καθηλωμένη στο κρεβάτι του πόνου. Το ακούραστο πνεύμα της, οι απόψεις της για τη θέση της γυναίκας, η ακατάπαυστη δύναμή και η διαρκής κίνησή της καθώς και οι γνωριμία της με σημαντικούς ανθρώπους της εποχής της, συνεπαίρνουν τους αναγνώστες μέχρι το τέλος του βιβλίου. Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου βιώνει την εποχή της με πάθος αλλά χωρίς καθόλου φόβο και μάχεται για τα πιστεύω της και για την θέση της ως γυναίκα.
Η Ελένη Πριοβόλου καταφέρνει να συνθέσει τον πολύπλευρο και ενδιαφέροντα χαρακτήρα της Α.Π. τόσο ζωντανά και άρτια που μια συνέντευξη μαζί της ήταν πρόκληση, έτσι ώστε να μας διαφωτίσει περαιτέρω για τους λόγους που την οδήγησαν να ασχοληθεί με την συγκεκριμένη προσωπικότητα, την ενδεχομένως ξεχασμένη από πολλούς:
Μαρία Ψωμά-Πετρίδου: Ελένη, στο τελευταίο σου βιβλίο «Η Βίβλος της Ιώβ» γιατί επέλεξες να φέρεις στο προσκήνιο την συγγράφισσα Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου;
Ελένη Πριοβόλου: Η ιδέα να γράψω αυτό το βιβλίο ξεκίνησε από το προσωνύμιο Σατανίσκη με το οποίο υπέγραφε τα πρώτα της κείμενα η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. «Σατανίσκη», γυναίκα στα τέλη του 19ου αιώνα, στην Πόλη, με τον Φαναριωτισμό ως κυρίαρχη ιδεολογία και την Εκκλησία παντεπόπτη τηρητή των ειωθότων, αποτέλεσε για μένα μια πρόκληση. Στο προηγούμενο βιβλίο «βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή», ασχολήθηκα επίσης με έναν συγκρουσιακό ήρωα, δάσκαλο του λεγόμενου Νέου Ελληνικού Διαφωτισμού τον Χριστόδουλο Παμπλέκη, το αποκαλούμενο από τους διώκτες του «υιό του σατανά». Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου επηρεασμένη από τις διδαχές του διαφωτισμού, έφερε επανάσταση στην παιδαγωγία ως δασκάλα αλλά και διηγηματογράφος. Είναι ας πούμε «η βίβλος της Ιώβ» μια άτυπη συνέχεια του προηγούμενου βιβλίου.
Πόσο δύσκολο ήταν να συνθέσεις, με βάσει τα ιστορικά στοιχεία, την προσωπικότητά της;
Θα έλεγα πως ήταν κοπιαστικό περισσότερο από όσο δύσκολο. Μελέτησα τον βίο της από πλήθος πηγές, Στάθηκα περισσότερο στις επιστολές της Αλεξάνδρας, που έστελνε στους φίλους της. Από τις επιστολές αυτές μπόρεσα να δομήσω μια σημαντική πτυχή του χαρακτήρα της. Όπως το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό της, τις κοινωνικές της ανησυχίες, την αγάπη για τις μαθήτριές της, τις αγωνίες της για τη γλώσσα και την εθνική ταυτότητα,
Πώς θα την χαρακτήριζες μετά από τόση έρευνα και μελέτη γύρω από το πρόσωπό της;
Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου ήταν γυναίκα-σίφουνας. Μαχητική, διεκδικητική ανεξάρτητη, δοτική, φίλη, αδελφή. Όμως τραυματιζόταν βαθειά από τις διαψεύσεις. Δεν φανέρωνε ποτέ ωστόσο τα τραύματά της. Εξωτερικά έδειχνε πάντα προσηνής και χαρούμενη. Η μαχητικότητά της δεν έμενε μόνο στην ρητορική, στο λόγο ή στα γραπτά της. Επειδή σήμερα ακούμε διανοούμενους να υποστηρίζουν πως ό, τι έχουν να πουν το λένε μέσα από το έργο τους. Η Παπαδοπούλου μαχόταν για τα πιστεύω της στο πεδίο και έπεφτε στη φωτιά χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες.
Πού η μυθοπλασία και πού η πραγματικότητα στο βιβλίο σου;
Σε ό,τι αφορά το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, τις χρονολογίες, τους χάρτες, τις πορείες, τα ταξίδια στηρίζονται στην έρευνα. Η μυθοπλασία είναι αυτή που εισχωρεί στην ψυχοσύνθεση της ηρωϊδας, η συνομιλία με την Γεωργία Σάνδη, και γενικά οι σκέψεις, τα συναισθήματα και ο Γολγοθάς προς τον θάνατο. Το ζήτημα είναι να ομογενοποιηθούν μύθος και ιστορία ώστε να μην υπερτερεί ο δοκιμιακός λόγος και τα πραγματολογικά στοιχεία. Δεν ξεχνάμε ποτέ πως πρόκειται για μυθιστόρημα. Όσον με αφορά εγκαθίσταμαι στην εποχή και ζω εκεί όσο χρόνο χρειαστεί για να ολοκληρωθεί το έργο.
Μέσα από τη ζωή και το έργο της Α. Παπαδοπούλου (1867-1906 )επανέρχεται στο φως μια ολόκληρη ταραγμένη εποχή ανακατατάξεων όπου η ίδια δείχνει να ήταν πρωτοπόρος με την στήριξή της δημώδους ελληνικής, τον εναλλακτικό τρόπο διδασκαλίας της αλλά και με τη συγγραφή διηγημάτων στρατευμένου σκοπού όπως η προσπάθεια αποτροπής της επικράτησης του πανσλαβισμού. Τι μας λέει όλος αυτός ο αγώνας της σήμερα, ένας αγώνας που γινότανε ακόμη πιο δύσκολος εξαιτίας και του φύλου της;
Οι εποχές είναι πάντοτε ταραγμένες και θα είναι, επειδή ο άνθρωπος είναι το ταραχοποιό στοιχείο της φύσης και τα οικονομικά συμφέροντα δεν θα πάψουν να ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Κάθε όμως ιστορική περίοδος έχει τα δικά της χαρακτηριστικά. Την εποχή που η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου μπήκε στον αγώνα δημιουργούνταν τα Εθνικά Κράτη, μετά την διάλυση των Αυτοκρατοριών και τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σύμφωνα με τα συμφέροντά τους και τις σφαίρες επιρροής τους. Λαοί που μέχρι τότε ήταν φίλοι και αδελφοί με την προπαγάνδα, την ανακατασκευή της ιστορίας, την διάχυση του μίσους από τις κυρίαρχες τάσεις, έγιναν εχθροί και άρχισαν να αλληλοσκοτώνονται. Για να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει σήμερα π.χ στη Μέση Ανατολή, πρέπει να καταλάβουμε με ποιο τρόπο οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες δημιούργησαν τα Εθνικά κράτη, τραβώντας γραμμές χωρίς να ερωτηθούν οι λαοί ή να ληφθούν υπόψη οι κοινωνιολογικοί παράγοντες και το εθιμικό δίκαιο της κάθε περιοχής. Καταλαβαίνουμε λοιπόν, πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος μιας μαχόμενης δασκάλας-και πλήθος ακόμα εκπαιδευτικών, ανδρών και γυναικών, ώστε να μην χαθεί η γλώσσα την εποχή της θεωρίας του Πανσλαβισμού. Η γλώσσα και το θρήσκευμα ήταν αυτά που συνέδεαν ομοιογενείς πληθυσμούς, Επίσης πόση δύναμη χρειάζεται μια γυναίκα να υπερβεί το φύλο της, να υπομείνει τις διώξεις και την κατακραυγή, και να ριχτεί στη μάχη. Όπως και να έχει η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου ήταν για μένα μια σπουδαία γυναίκα που έδρασε και δεν έζησε ανώφελα σε μια μεταβατική εποχή γεμάτη τριγμούς.
Το βιβλίο σου πείθει τις αναγνώστριες και τις συνεπαίρνει εξαιτίας και της γλώσσας του η οποία είναι εναρμονισμένη με τον τρόπο έκφρασης των ανθρώπων από την Πόλη αλλά και με την γλαφυρότητα της εποχής της Αλεξάνδρας. Έχεις προσωπικά βιώματα από το περιβάλλον σου ή είναι θέμα συγγραφικής δεινότητας;
Μεγάλωσα σε περιβάλλον με ποικίλα γλωσσικά ακούσματα. Από την ντοπιολαλιά στις αφηγήσεις των γιαγιάδων, το δημοτικό τραγούδι, τη Βυζαντινή Υμνολογία, και την υπέροχη διάλεκτο των προσφύγων που ήρθαν από την Μικρά Ασία και εγκαταστάθηκαν στο χωριό μου. Στο πανηγύρι του χωριού- Αγγελόκαστρο Μεσολογγίου- έφταναν οι Καραγκούνηδες και οι Βλάχοι, που κατασκήνωναν γύρω από την Μονή Παντοκράτορος. Κάτι με έδενε με τη γλώσσα, γι’ αυτό ίσως ρουφούσα τις κουβέντες τους αντί να παίζω με τις συνομήλικές μου. Εκτός βέβαια των βιωμάτων είναι και η αγάπη μου για τη γλώσσα και τα παιχνίδια μαζί της. Δεν διστάζω να αναμειγνύω στοιχεία απλής καθαρεύουσας, δημοτικής, ακόμα και ιδιωματισμούς προκειμένου να πετύχω την αρμονία του λόγου.
Όλη η αφήγηση της ετοιμοθάνατης Αλεξάνδρας από το νοσοκομείο όπου βρίσκεται, με τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και την εξιστόρηση της ζωής της, απευθύνεται στην περίφημη και ατρόμητη Γεωργία Σάνδη που δηλώνει ότι την θαυμάζει. Γιατί χρησιμοποιείς αυτό το τέχνασμα;
Για να βάλω σε διάλογο τη Δύση με την Ανατολή. Και οι δυο γυναίκες ήταν επηρεασμένες από τα διδάγματα του Διαφωτισμού. Αλλά διαφορετικά ο Διαφωτισμός επέδρασσε στην Ευρώπη, διαφορετικά στην Ανατολή. Όπως και υπήρχαν διαφορές στον τρόπο που μια γυναίκα στην Ευρώπη κατακτούσε την ελευθερία της, όριζε το σώμα της, απολάμβανε τον έρωτα ανεξαρτήτως αν ήταν ομόφυλος ή ετερόφυλος. Η γυναίκα στην Ανατολή δεν μπορούσε να μιλήσει ούτε στον εαυτό της για την γυναικεία εμπειρία. Και τέλος η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου απελευθερώνεται ως μυθιστορηματική πλέον ηρωϊδα μέσα από τη ζωή της Γεωργίας Σάνδη.
Ολόκληρο το μυθιστόρημα για την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου μου φέρνει στο νου, σχετικά με τις πρωτοπόρες συγγράφισσες και φεμινίστριες του παρελθόντος, το δίστιχο του Ντ. Χριστιανόπουλου «και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος». Αυτές οι γυναίκες βάλανε τον σπόρο. Σήμερα, εμείς, τι κάνουμε, πώς προχωράμε;
Εμείς. Αυτή νομίζω είναι η λέξη κλειδί. Το πολιτικό σύστημα έχει πετύχει να δημιουργήσει ατομικότητες οι οποίες είναι δύσκολο να μπουν στη συλλογικότητα και να δρουν σαν σύνολο και όχι σαν άτομα. Θαρρώ πως η κοινωνίες οφείλουν να επανοηματοδοτηθούν. Να αλλάξει από τη ρίζα ο τρόπος παιδείας. Όχι εκπαίδευσης απλά. Να αλλάξει ριζικά ο τρόπος που μεγαλώνουν όλα τα φύλα. Απλά και συμπεριληπτικά όπως σε όλη τη φύση. Με έναν λόγο να ξαναγεννηθεί το ανθρώπινο πλάσμα. Και επειδή τούτο φαντάζει ουτοπία, κάνουμε ό,τι μπορούμε καλύτερο από το μετερίζι μας ο καθένας και η κάθε μια, που θα μας πάει ψηλότερα.
Ευχαριστώ πολύ, Μαρία. Σε φιλώ.


