Η ματαίωση
Πήρες μαζί σου
ό,τι θεώρησα παντοτινό.
Με άφησες χωρίς Θεό, πατέρα.
Αντώνης Τσόκος, “Με άφησες χωρίς Θεό, πατέρα”
Σπούδαζα ψυχιατρική
για να στηρίξω τους ευάλωτους ανθρώπους
τοκ τοκ τοκ
περάστε, παρακαλώ
ενήλικος άντρας – ετών 28 –
στο φάσμα του αυτισμού,
μη λεκτική επικοινωνία,
υψηλής ανάγκης για φροντίδα και υποστήριξη καθημερινά
συνοδεύεται από τη μητέρα του – ετών 50 –
γυναίκα ημιθανής,
με εκδορές σε όλο της το σώμα,
ελλιπούς υγιεινής,
βαστάζουσα κλασέρ εξετάσεων
και του γιου της
το παιδί πηγαίνει καλά
– έτσι δεν είναι, Αντρέα; –
ο Αντρέας χαμογελά αμήχανα κοιτώντας το ταβάνι
η μητέρα με κοιτά με βουρκωμένα μάτια
κι έπειτα κοιτάει μ’ όση δύναμη μένει στα σωθικά της το παιδί
περήφανη
που ο Αντρέας έφτασε στο ιατρειο
χωρίς να ενοχληθεί απ’ την πεντάλεπτη αναμονή στην είσοδο
ο Αντρέας τα καταφέρνει
ο Αντρέας τα πηγαίνει καλά
κοιτώ εκείνη
φροντίστρια στα όρια
χωρίς κανένα αίτημα για βοήθεια και υποστήριξη
ακροβατεί σε μια κλωστή
επιβιώνει για του παιδιού τη χάρη
δεν έχει πια ζωή
δεν έχει σύντροφο ή συντρόφισσα
η μόνη προσμονή της το φιλικό πατ πατ στην πλάτη
σας περιμένω σε δυο βδομάδες ξανά,τα πάμε καλά
για να επιτρέψει στον εαυτό της
να καταρρεύσει το βράδυ στο κρεβάτι
και να βαφτίσει
τη λιποθυμία
ύπνο.


