«Είμαι αυτό που είμαι» τιτλοφορείται η νέα συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά (Εκδόσεις Μετρονόμος, 2026). Αν στο προηγούμενο βιβλίο της, με τίτλο «Είμαι», υπήρχε ένα υπαινικτικό ερωτηματικό για το ανθρώπινο γίγνεσθαι, ο νέος τίτλος δηλώνει κατάφαση και συμφιλίωση με τον εαυτό μας. Η συλλογή περιλαμβάνει είκοσι διηγήματα, καθένα από τα οποία μοιάζει με εξομολόγηση αυτογνωσίας. Ωστόσο, η συγγραφέας επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές, μετακινώντας τα όρια ανάμεσα στο επίπλαστο και το πραγματικό.
Η Φανή Κεχαγιά αναζητά και αναδεικνύει τους αντιήρωες της καθημερινότητας, οι οποίοι φωτίζονται από τον συγγραφικό φακό και αποκτούν φωνή και πρόσωπο. Μιλούν ανοιχτά για τις αδυναμίες τους, τις ματαιώσεις, τα λάθη, τις ενοχές με μία πρωτόγνωρη ειλικρίνεια που συχνά σοκάρει τον αναγνώστη. Οι χαρακτήρες του βιβλίου αντιστέκονται στην κοινωνική υποκρισία, ξεγυμνώνονται, αυτοσαρκάζονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Άκης, πρωταγωνιστής στο διήγημα Ο Θρύλος. Ο ήρωας καταπιέζεται από στερεότυπα και πατριαρχικές συμπεριφορές από την παιδική του ηλικία. Μεγαλώνοντας κλείνει το μάτι κοροϊδευτικά στην κοινωνία, υιοθετώντας την εικόνα που έχτισαν οι άλλοι για εκείνον, προκειμένου να υπάρξει, να ανήκει κάπου.
«Από παιδί όλοι για πούστη με είχαν. Ο –άκης ο ντιγκιντάγκας. Ε, άμα αυτό ήθελαν να βλέπουν, αυτό έγινα. Θρύλος. Ένας κουνιστός με σπασμένο σασμάν και φωνή καμπάνα, τάκα τούκα τ’ ασημιά τακούνια και χοντρές πλάκες του δρόμου και του μικροφώνου. Μια δροσερή ψυχή πρόσχαρη και λελουδιαστή. Το καλλιέργησα, το φωταγώγησα, το μοσχοπούλησα. Θρύλος!» Θρύλος (σελ. 25).
«Είναι ανίκανος να ανήκει αλλά ικανός να είναι αυτός που είναι» φράση, την οποία άκουγε από μικρό παιδί ο ήρωας στο Αετόπουλο για τον πατέρα του. Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που τον όπλισε με υπευθυνότητα απέναντι στους άλλους, θάβοντας, όμως, τις επιθυμίες και τα όνειρα του από φόβο και ενοχές. Ώσπου «ερωτεύτηκε τη ζωή από την αρχή» όταν αποδέχτηκε ότι είναι αυτός που είναι.
«Η μαμά τον έλεγε δειλό, αλλά ακόμη κι ένα παιδί δημοτικού γνωρίζει πως οι μεγάλες φυγές προς το όνειρο και οι αγώνες για ελευθερία απαιτούν περίσσιο θάρρος. Ο μπαμπάς ήταν αγρίμι των ανοιχτών ουρανών» Αετόπουλο (σελ. 18).
Στα διηγήματα πρωταγωνιστούν και γυναικείες προσωπικότητες, όπως η Αντιγόνη, η Ασπασία και η Άννα, που θα μπορούσαν να είναι κορίτσια της διπλανής πόρτας, αν δεν είχαν ξεχωρίσει ως εμβληματικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ιστορίας. Παρόλα αυτά, αποποιούνται τους ρόλους τους, γυρίζουν την πλάτη στις ταμπέλες που τους φόρεσαν και γυμνές αναγεννιούνται μέσα από τα προσωπικά τους όνειρα και προσδοκίες με ολοκαίνουργιες, γνήσιες ταυτότητες. Στον αντίποδα, η πρωταγωνίστρια στη Βέβαιη υποταγμένη στις μητρικές, ψυχικές εμμονές και πεποιθήσεις, δεν τολμά να αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο και γερνάει ψυχικά και σωματικά χωρίς να έχει αγγίξει τις χαρές της ζωής.
«Ούτε να πενθήσω τα όνειρά μου δεν μ’ άφησες, μάνα. Τα ρούφηξες με το μακρύ κοντάρι της σκούπας. Τάξη και καθαριότητα. Αποστείρωση ονείρων. Σαν να λέμε, απεντόμωση κτηρίων» Βέβαιη (Σελ. 83).
Στο ίδιο κλίμα υπαρξιακής ματαίωσης αλλά με βίαιες αντιδράσεις κινείται και η Καλλιτέχνιδα. Παραγκωνισμένη από την οικογένεια και τον κοινωνικό περίγυρο εγκληματεί βαφτίζοντας τον εαυτό της καλλιτέχνιδα. Μέσα από τον πόνο που προκαλεί, προσπαθεί να επουλώσει τα ατομικά τραύματα, τα οποία γίνονται βαθύτερα.
«Η βιτρίνα μου αδιάφορη. Δεν παραπονιέμαι. Έχω πολύτιμο εμπόρευμα στο βάθος. Η ψυχή μου είναι λαμπίκος. Μέχρι τώρα βέβαια δεν την έχει ανακαλύψει κανείς. Ούτε στη δουλειά, ούτε πουθενά. Και, προφανώς, ούτε θα την ανακαλύψει. Τι να κάνουμε χρυσό μου. Το ‘χουν αυτό οι άνθρωποι. Να κοιτάνε τη βιτρίνα. Εξάλλου σ’ το είπα. Η ανυπαρξία είναι κάτι που συνηθίζεται» Καλλιτέχνιδα (Σελ. 74).
Γυναίκες και άντρες εγκλωβίζονται στο βιολογικό τους φύλο, διασχίζουν τον προσωπικό τους Γολγοθά ώσπου να αποτινάξουν στερεότυπα, κοινωνικούς διδακτισμούς, μοντέλα περιφρουρημένης ηθικής και να κατακτήσουν το πολυπόθητο είμαι αυτό που είμαι. Η συνειδητή επιλογή του ουδέτερου «αυτό» στον τίτλο οδηγεί σε μία πιο ανθρώπινη, καθολική ταυτότητα.
Παράλληλοι είναι και οι βίοι των ζευγαριών όπου τα δύο μέρη αναπνέουν, δρουν και συμπεριφέρονται σαν ένα. Ποια είναι τα όρια της ελευθερίας τους; Σε ποια χρονική στιγμή καταπίνει ο ένας τον άλλον και τον ευνουχίζει; Η συνύπαρξη δύο ανθρώπων πότε μετουσιώνεται σε μίσος και αργό θάνατο; Πότε χάνεται η προσωπικότητα και απορροφάται από τη δυαδικότητα, πότε το εμείς γίνεται ένα «μονοδυακό όλον»;
«Είμαι πλέον ένας άνθρωπος, είμαι ένα ον, τα δύο μισά συγχωνεύτηκαν στο Ένα, έπαψε, εξαϋλώθηκε αυτό που για χρόνια ίσχυε, δηλαδή το ένα μισό να ενέχει το άλλο αμφίδρομα, μια που το κάθε μισό πλέον εμφωλεύει στο ακέραιο Ένα, στο μονοδυακό όλον» Ζευγάρι (Σελ.120).
Το χιούμορ και ο σαρκασμός αποτελούν πανίσχυρα εργαλεία στη λογοτεχνία και η Κεχαγιά τα αξιοποιεί στα κείμενα της με μαεστρία, θυμίζοντας το αιχμηρό χιούμορ του Γιώργου Σκούρτη. Όπως ο Σκούρτης, έτσι και η Κεχαγιά χρησιμοποιούν τον σαρκασμό όχι μόνο ως μέσο κωμικότητας, αλλά και ως μηχανισμό παρατήρησης και καταγραφής της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η συγγραφέας πετυχαίνει τον στόχο της, να αναδείξει την αλήθεια της φωνής των χαρακτήρων της, χρησιμοποιώντας αρκετά συχνά την αργκό, γλώσσα λαϊκή και ρεαλιστική. Η τεχνική της προφορικότητας διανθίζεται με λογοπαίγνια, επαναλήψεις, λεξιλόγιο καθημερινής γλώσσας και ύφος αυθόρμητο και φυσικό. Οι χαρακτήρες της ευάλωτοι, ανθρώπινοι μιλάνε όπως σκέφτονται χωρίς υποκρισία και δόλο. Μοιάζουν με εκείνους τους φίλους, που χαιρόμαστε να τους ακούμε να μας διηγούνται τις ιστορίες τους μέχρι το ξημέρωμα και δεν μας κάνει καρδιά να τους αποχωριστούμε.
Παράλληλα, και το εξώφυλλο του βιβλίου προοικονομεί το ύφος των κειμένων. Μία κατακόκκινη πολυθρόνα, μέρος ενός θεατρικού σκηνικού, μισοκρυμμένη πίσω από την αυλαία, υποβάλλει τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρα μυστηρίου της επερχόμενης παράστασης. Τα κείμενα της Κεχαγιά χαρακτηρίζονται από έντονη θεατρικότητα αφού κάθε ηρωίδα και ήρωας του βιβλίου ξετυλίγει την ιστορία του σαν να συνομιλεί με κάποιον αόρατο ακροατή. Ένας αυθεντικός μονόλογος με εγγύτητα, τρυφερότητα και αυθορμητισμό χαρακτηρίζει όλα τα κείμενα. Το χαρτί ζωντανεύει ως σκηνή και οι λέξεις ξεπηδούν πηγαίες, κατακτώντας και τον πιο απαιτητικό θεατή. Η εξομολογητική τεχνική της Κεχαγιά παραπέμπει στη γραφή του Θανάση Βαλτινού, όπου η αφήγηση παίρνει τη μορφή προσωπικής μαρτυρίας και εσωτερικού μονόλογου.
Οι χαρακτήρες στο βιβλίο «Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά δεν αναζητούν την τελειότητα, αλλά το θάρρος να υπάρξουν χωρίς προσωπεία. Η δύναμη και το πάθος με τα οποία υπερασπίζονται το δικαίωμά τους να είναι γνήσιοι, γοητεύουν τον αναγνώστη. Αποδεικνύεται, έτσι, πως η ευτυχία είναι ζυμωμένη με απλά υλικά: χιούμορ, ειλικρίνεια, ενσυναίσθηση και η συγγραφέας φαίνεται να έχει το ταλέντο να μετατρέπει αυτά τα υλικά σε καλή λογοτεχνία.


