Ο Γιώργος Κατραούρας, στην τρίτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «τρέμω στο υπερώο» (εκδόσεις Περισπωμένη, 2024), μορφοποιεί το υψηλό της ποίησης ως ψυχική δόνηση που τον σείει συθέμελα, καθώς ο υπαρξιακός τρόμος διυλίζεται από σωματικές εντάσεις. Το υπερώο -ο εξώστης σε χώρους θεάματος ή θρησκευτικής λατρείας- αποτελεί πεδίο θέασης των γεγονότων ή, εν προκειμένω, του ανθρώπινου δράματος, τοποθετώντας έτσι τον ομιλητή σε μια θέση ύψους, ιλίγγου και μετεωρισμού. Στο ποίημα «Στη Σειρά», το υπερώο «είναι το υπεράνω του αέρα», αυτό το οποίο στήνεται πάνω σε θεμέλια που δεν στερεώθηκαν «απ’ του κόκορα το αίμα» (σ. 8) . Τοποθετημένος εκεί, ο ομιλητής τρέμει «κατάστηθα, συθέμελα» καθώς διαπερνάται από το ρίγος της ποίησης και, μαζί, από τον τρόμο της αναμέτρησης με τα συμβάντα της ζωής και με τον θάνατο.
Παρότι το ύψος αυτό ομολογείται ως εκ βαθέων μοναχικό, ο ποιητής δεν στέκεται πάντοτε μόνος στο υπερώο, αφού διευθετεί στίχους που λειτουργούν ως δείκτες διακειμενικότητας. Στο «Σήμερα Όπως» (σ.10) συνδιαλέγεται με τον Καρυωτάκη και την Dickinson («ποιος εμένα θα δικάσει/ ποιος θα με καλέσει πίσω»).[1] Στο «Είπε» (σ. 24) συναντά στο υπερώο την Αλεξάνδρα Πλαστήρα («τους ξεπέρασες όλους/ γι’ αυτό με κοιτάζεις στο Υπερώο»), παραθέτοντας τρεις στίχους της από το «Φως του Θανάτου» («δεν μένει τίποτα/ απ’ το σώμα/ που αγαπάμε»).[2] Τα ποιήματα «Δύο Γράμματα» (σ. 14) και «Αχ και ο Πένα» (σ. 15) έχουν ως παραλήπτες τον Λεοντάρη («Αγαπητέ Βύρωνα») και τον Penna («Αγαπητέ Σάντρο») αντίστοιχα. Μέσα στον χωροχρόνο του κήπου το παρόν συμπλέκεται με το παρελθόν, καθώς ο ποιητής θάβει «δίπλα στον ιβίσκο τον εφιάλτη/ που σκάρων[ε] το βράδυ» (σ. 22) συνθέτοντας έτσι έναν τόπο «από άλλο παραμύθι» όπου ακούγεται η φωνή της Δαράκη. Αλλού, ένας ήρωας της Σιδέρη γίνεται «ανθρώπινο τέρμα» και «βγαίνει από τον τοίχο» υλοποιώντας το αδύνατο εντός του λόγου (σ. 28). Η μητέρα και ο πατέρας παραστέκονται στον ομιλητή ως φορείς μνήμης και ανάκλησης καίριων ζητημάτων που εγείρονται από την παιδική ηλικία: «μαμά, γιατί υπάρχει παρελθόν;» (σ. 9 ), «μπαμπά/ στο υπερώο μην είσαι παιδί» (σ. 16). Η μνήμη -όπως και το σώμα- πάσχει και πασχίζει να συγκρατήσει τις διαφεύγουσες εικόνες του παρελθόντος που συγχωνεύονται στο παρόν: («θυμάται κρατάει επιστρέφει/ οι εικόνες μου πού είναι;/ ποιο παρόν τις χώνεψε;»). Μόνο η αφή τις συγκρατεί στιγμιαία.
Η εν λόγω πυκνωτική λειτουργία της αφής που περισώζει ψήγματα της ρευστοποιημένης μνήμης, αλλά και η ευρύτερη αισθητηριακή πρόσληψη της πραγματικότητας, συνιστούν δείκτες σωματικότητας στην ποιητική του Κατραούρα. Στο ποίημα «Μπλε Indigo», για παράδειγμα, το σώμα -θραυσματικό- διψάει να σχηματοποιηθεί, να προσλάβει αισθητηριακά ερεθίσματα, αλλά «δεν είναι εαυτός/ δεν είναι καν εγώ». Είναι, δηλαδή, ένα σώμα που αναγνωρίζεται ως αλλότριο και, ακριβώς για αυτό, επιθυμεί να συγκροτήσει την ταυτότητά του μέσα από το πλησίασμα της ετερότητας, του άλλου σώματος, καθώς δονείται εσωτερικά από το σινιάλο «για τη στοργή που δικαιού[ται]» (σ. 11). Οι αισθητηριακές εντάσεις που εμφιλοχωρούν στην ποιητική του Κατραούρα -ή τα σινιάλα, όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος- αναζητούν να κατονομαστούν εντός της ποίησης, να εξέλθουν από την αοριστία τους ώστε να καταστήσουν τον ποιητή αγωγό τους: «αόριστα γίνομαι αγωγός/ μιας αίσθησης που δεν τολμά/ να ξεπεράσει το είναι της» (σ. 30). Μέσα στην ασαφή τους νοηματική επικράτεια, εντούτοις, τα σινιάλα αυτά μορφοποιούνται ως σωματικές αισθήσεις: άλλοτε ως «χέρια που επιστρέφουν/ στην άμμο/ όποιος είναι ευτυχισμένος εκεί επιστρέφει/ όχι στο χώμα» (σ. 16), υποδηλώνοντας μια παιδικότητα που ανθίσταται στον θάνατο και οδηγεί στην επίγνωση ότι «το σώμα δεν θέλει να πεθάνει/ μόνον ο χρόνος το συντρίβει» (σ. 48). Άλλοτε, πάλι, σκιαγραφούνται ως «κρύο [που] ξεκινάει απ’ τα πόδια» (σ. 14), ως υπαρξιακός τρόμος που, προκειμένου να κατευνασθεί, συνομιλεί με τους αγαπημένους νεκρούς και ορίζει, συνεπώς, μια διαπραγμάτευση με τον θάνατο.
Ωστόσο, εντός της ποιητικής επικράτειας η αμορφοποίητη σκιά, η θλίψη και το άρρητο πένθος για όποιον και ό,τι έχει οριστικά παρέλθει, βρίσκει τον χώρο να μεταπλασθεί δημιουργικά, αφού «πέρα απ’ τις λέξεις, η δική μου σκιά/ δεν βρίσκει άλλον δρόμο» (σ. 26). Έτσι, παρά την οντολογική μοναξιά που ενίοτε καθομολογείται από τον ποιητή («κι εγώ μόνος όπως το τίποτα», σ. 50), η σκιά του «δεδικαίωται ζωντανή/ πάνω απ’ το άπειρο» της ποίησης (σ. 50). Με τη μετάπλαση των σωματικών αισθήσεων σε ποιητική ύλη και μέσω της καταφυγής στη γραφή, ο Κατραούρας πραγματεύεται το ζήτημα του διασπασμένου εαυτού και την απειλή μιας τέτοιας διάλυσης, ως εξής: «Και όταν αρνούμαι/ το ένα το άλλο τα κομμάτια μου/ με φυγαδεύουν/ Ένας με κοίταξε∙ κοίταξα κι εγώ/ ό,τι έρχεται και φοβήθηκα/ νιώθοντας∙ μόνο νιώθοντας/ κύματα πως πλησίαζαν» (σ.52). Τότε, ό,τι αρνείται «ένα σώμα-πληγή» (σ. 53) αναζητά παρηγοριά στον ποιητικό λόγο («γι’ αυτό ομορφαίνουν οι λέξεις», ό.π.) αλλά, εν τέλει, ακόμη και ο ίδιος αυτός λόγος καθίσταται αμφίσημος, εφόσον υποφέρει από την μνημονική επιστροφή των αρνήσεων που τον αρθρώνουν ως σώμα (ή στόμα)-πληγή: «Ποιος είναι αυτός που ζήτησε να βγει/ απ’ το στόμα του αλώβητος;». Και αλλού, το σώμα που μένει ανέγγιχτο («κι ούτε μας άγγιξε κανένας») καθίσταται προσπελάσιμο και αγαπητό μόνο μέσα στην ποίηση («απ’ τα ποιήματα μάς φίλησαν […] το μόνο σώμα/ ο ύπνος το χορτάριασε/ πνοή μαρτύρησες», σ. 46) ενώ, ακόμη και οι απαρηγόρητοι ζωντανοί τους οποίους «καμιά κληρονομιά δεν ησύχασε» (σ. 36), δικαιώνουν την ύπαρξή τους μέσα στην παραφορά της ποίησης.
Στο επιλογικό ποίημα με τίτλο «Απόληξη», οι άλλοι, ή μάλλον, το έτερον του ποιητικού εαυτού που ανακαλύπτεται εντός της ποίησης, επιχειρεί να εγγράψει ό,τι ο ομιλητής δεν μπόρεσε να κατονομάσει, να «διαβάσει», δηλαδή το ανέκφραστο: το «πώς ξημερώνουν τα λουλούδια/ πώς ξημερώνει ένα πρόσωπο/ πώς χτικιάζει ένα άλλο/ πώς ξημερώνει μία πόρτα/ μία πόρτα που δεν άνοιγε/ για χρόνια/ αλλά στο τέλος άνοιξε» (σ. 60). Έτσι, το σώμα-πληγή, το σώμα-σπίτι επανέρχεται ως τόπος που θεμελιώνει το ποιητικό οικοδόμημα ακριβώς επειδή το τοποθετεί εντός και εκτός του λόγου, στον χώρο του φαντασιακού που δεν χρειάζεται εξωτερικά ερείσματα για να στηριχθεί, καθώς συστήνεται ως τόπος του ρίγους: «τώρα που περιγράψαμε το σπίτι/ ας μείνει αστήριχτο το Υπερώο» (σ. 59).
Παραπομπές:
[1] Πρόκειται για παράφραση των καρυωτακικών στίχων «Α! κύριε, κύριε Μαλακάση, / ποιός θά βρεθεῖ νά μᾶς δικάσει/ μικρόν ἐμέ κι ἐσᾶς μεγάλο,/ ἴδια τόν ἕνα καί τόν ἄλλο;». Βλ. Κώστας Καρυωτάκης, «Μικρή Ασυμφωνία εις Α μείζον», Σάτιρες, στο: Ελεγεία και Σάτιρες, Α.Ι. Ράλλης & Σία, Αθήνα 1927, σ. 73.
[2] Αλεξάνδρα Πλαστήρα, «Φως του Θανάτου», Το Φως που Βλέπουμε Τώρα, Στιγμή, Αθήνα 1986, σ. 44.

