Πώς ένας θυρωρός παρατηρεί τον κόσμο και τη θέση του μέσα σε αυτόν; Πώς ένας θυρωρός υμνεί τον έρωτα και την τρυφερότητα; Και πώς αξιοποιεί τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου, προκειμένου να μιλήσει για την ανθρώπινη ύπαρξη, τον θάνατο, την απώλεια, τον χρόνο και τη μνήμη; Στο ανήλιαγο και μικροσκοπικό του δωμάτιο βλέπουμε τον θυρωρό, εκείνον που συχνά προσπερνάμε εξαιτίας της ταχύτητας της εποχής. Εκείνος, όμως, βγαλμένος από μια άλλη εποχή, παγώνει για λίγο τον χρόνο και συλλαμβάνει μικρά και ετερόκλητα ενσταντανέ, τα οποία συνδυάζει σε ένα ενιαίο ψηφιδωτό νομιμοποιούμενο από τον συνυποδηλωτικό λόγο και την αισθαντικότητα των εικόνων. Ο Αντώνης Τσόκος, στον Συνεταιρισμό θυρωρών (εκδ. Κίχλη, 2024), μάς προσκαλεί να εισέλθουμε για λίγο στο θυρωρείο και να ζήσουμε, να αισθανθούμε και να συλλογιστούμε, όσα και ο θυρωρός σε μια ηλιόλουστη ή μια βροχερή μέρα. Γίνεται ο ίδιος θυρωρός και μάς ξεναγεί στους κοινόχρηστους χώρους του κτηρίου της ύπαρξης.
Την ανθρώπινη ύπαρξη οριοθετούν και προσδιορίζουν οι γραμμές του θανάτου. Ο θάνατος (και η απώλεια) επανέρχονται σταθερά εννοηματώνοντας τον υπαρξιακό στοχασμό του ποιητή. Έναν στοχασμό που παίζει με τον θάνατο και διαλέγεται μαζί του άλλοτε με τρυφερή ειλικρίνεια και άλλοτε με διακριτική ειρωνεία. Ένας στοχασμός που καλλιεργείται τα βράδια, οπότε η σιωπή αποδιώχνει τα όνειρα και υποσκάπτει τον ύπνο του ποιητή. Είναι πάντα νύκτα όταν η απουσία μεγεθύνεται και το βάρος της σιωπής αυξάνεται. Τότε ο ποιητής ψάχνει τρόπους να καθησυχάσει τη θλίψη και να κατανοήσει τη σιωπή που τον τυλίγει. Η λεπτή ειρωνεία συμβάλλει στην προσπάθεια αυτή του ποιητή μιας και κανείς δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς νεκρός, εφόσον το όνομά του εξακολουθεί να εμφανίζεται στον τηλεφωνικό κατάλογο («Καταραμένη πόλη», σ. 11) και η εταιρεία ηλεκτρισμού συνεχίζει να στέλνει τον λογαριασμό στο όνομά του («Με άφησες χωρίς Θεό, πατέρα», σ. 13). Ο σκωπτικός λόγος αφενός διασκεδάζει την αγριότητα του θανάτου αφήνοντας να διαγραφεί στα χείλη του αναγνώστη ένα ελαφρύ μειδίαμα («Οι καλλίγραμμες γάμπες της κυρίας Κ.», σ. 32) και αφετέρου ανοίγει τη μεταφυσική συζήτηση περί Θεού («Θ’ απολογηθεί κανείς για το σταφύλι;», σ. 34). Ή καλύτερα τη συζήτηση για το αν ο Θεός είναι, πράγματι, αγαθός και φιλεύσπλαχνος, όπως τον φαντάζονται οι άνθρωποι. Πάντως, σε ό,τι έχει να κάνει με τη φύση του θανάτου, ο ποιητής στέκει με θάρρος απέναντι στο βιολογικό τέλος απορρίπτοντας έμμεσα, δια του σχήματος της υποφοράς, το ενδεχόμενο αυτοχειρίας («Εποχή αυτοχειρίας», σ. 39). Δε φλερτάρει με τον θάνατο, αλλά επιχειρεί να τον κατανοήσει.
Τα όρια ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο διασαλεύονται σαν να μην είναι απόλυτα ή τελεσίδικα. Και ο φόβος για το επικείμενο τέλος ξορκίζεται από την τέχνη και τη συγκίνηση που η ίδια προσφέρει, τόσο που θεωρείται προτιμότερο να είναι κανείς ξύπνιος, για να δει κατάματα τον θάνατο. Στο ποίημα «Άυπνος κληρονόμος» (σ. 16), ο ποιητής απευθυνόμενος στον Αμερικανό συγγραφέα Ρίτσαρντ Μπρόντιγκαν γράφει: Αν φύγω στον ύπνο μου, Ρίτσαρντ/ θα ʼναι σαν να ακυρώνω τις αϋπνίες ετών./ Σου τ’ ορκίζομαι/ πως έχω χρόνια να σβήσω την καρδιά μου./ Εσύ που ξέρεις ότι δεν αρκεί το κλείσιμο των ματιών/ για να ξεπηδήσει το άκαρδο σκυλί του ύπνου/ καταλαβαίνεις πόσο άδικο θα ʼναι/ να με βρει κοιμώμενο ο θάνατος. Η οπτική του ύπνου είναι ενδιαφέρουσα, καθώς ο ποιητής δεν αντιλαμβάνεται τον ύπνο ως έναν μηχανισμό ανάπαυσης του σώματος αλλά μάλλον ως χαμένο χρόνο. Μπορεί να υποφέρει από αϋπνίες αλλά ταυτόχρονα αυτές οι ίδιες αϋπνίες μπολιάζουν την ποίησή του. Γι’ αυτό και πριν ξαπλώσει, προσπαθώντας να κοιμηθεί, μετράει με απόλυτη αλφαβητική σειρά ποιητές που αγαπά. Κάποιους ξεχνά άθελά του, κάποιους προσποιείται ότι δεν τους θυμάται. Και συνεχίζει το μέτρημα, ώσπου να αποφασίσει να αλλάξει παιχνίδι και να παίξει τώρα με τον χρόνο. Γράφει: Όταν βαρεθώ το μέτρημα/ παίζω με την ησυχία του δωματίου/ αφαιρώ τους χτύπους του ρολογιού/ από τον χρόνο/ με τον ίδιο τρόπο που η γιαγιά Ελένη/ καθάριζε τη φακή από τις πέτρες. («Κομψή θλίψη», σ. 18) Άραγε, προσπαθεί να εξαγνίσει τον χρόνο ή να τον απαλλάξει από οτιδήποτε τον ορίζει; Τεχνουργεί ένα περιβάλλον αχρονικό; Ή δημιουργεί ένα περιβάλλον, όπου μονάδα μέτρησης δε θα είναι η ώρα αλλά η ποίηση – δια στόματος ποιητών, φυσικά – και η σιωπή (τους);
Στην ίδια συλλογιστική μπορούμε να κινηθούμε και σε ό,τι αφορά στην αλήθεια. Γιατί στην ποίηση του Αντώνη Τσόκου τα όρια της αλήθειας τίθενται υπό διερεύνηση και εξέταση. Όταν βρέχει, ποιος λέει την αλήθεια; Αυτός που κρατά ομπρέλα ή αυτός που δεν κρατά, διερωτάται στο ποίημα «Δύο δια δύο» (σ. 10), ενώ η όραση στα ποιήματα «Χρόνε, τρόμαξα να σε γνωρίσω» (σ. 19) και «Το φως των δακτύλων» (σ. 20), δε φωτίζουν τόσο την αλήθεια, όσο μια συνθήκη ισορροπίας στον άξονα του χρόνου, κυρίως στο παρελθόν και το παρόν. Μετά τον θάνατο, λοιπόν, ο χρόνος είναι το αμέσως επόμενο δομικό υλικό της ποίησης του Αντώνη Τσόκου, συχνά συνυφασμένο με την ερωτική επιθυμία. Το αγαπημένο πρόσωπο αποδίδεται εξιδανικευμένα ως κάτι το άπιαστο, το αχειροποίητο, ενώ η ερωτική προσμονή καταλύει τις τυπικές συμβάσεις του χρόνου και μεταμορφώνει το ποιητικό εγώ. Το λουλούδι του έρωτα ανθίζει ή μαραίνεται προκαλώντας συγκίνηση ή οδύνη. Ο έρωτας άλλοτε επιτρέπει στο ποιητικό εγώ να μυρίσει τον ανθό του και άλλοτε το πληγώνει με τα αγκάθια του. Ο έρωτας είναι πόλεμος και κανείς δε βγαίνει αλώβητος από τον πόλεμο. Ο ποιητής, ενίοτε, χυτεύει το ερωτισμό του στο πλαίσιο μιας διακειμενικής συνομιλίας με αγαπημένους του ποιητές, όπως λ.χ. συμβαίνει στα ποιήματα «Τον δικό μου Γκίνσμπεργκ τον φωνάζουν Άλεν» (σ. 42) και «Διαβάζοντας Ζακ Πρεβέρ» (σ. 51).
Η αναπόληση των ερωτικών στιγμών του παρελθόντος τροφοδοτούν τον λόγο, εντούτοις δεν εγκλωβίζουν τον ποιητή αφήνοντάς του το περιθώριο να ξεφύγει από το ατομικό και να μεταφερθεί στη συλλογική εμπειρία. Ο Αντώνης Τσόκος ακροβατεί μεταξύ ιδιωτικού και κοινωνικού σχοινιού, ιχνογραφώντας με λέξεις, εικόνες λυρικές, τρυφερές και λυπημένες λόγω της απουσίας ή της διάψευσης του έρωτα, αλλά και εικόνες που αποδίδουν την αγριότητα και την αίσθηση της αποσύνθεσης του κόσμου, που καταδεικνύουν την κοινωνική του ευαισθησία και την πολιτική του σκέψη.
Παραθέτω το ποίημα «Βιολογικές καλλιέργειες» (σ. 44).
Όσο κι αν προσπαθήσαμε
δεν βρήκαμε
πιο αποδοτική καλλιέργεια
από τη φτώχεια.
Η φτώχεια ή πενία
είναι αναρριχητικό φυτό με δυνατές ρίζες
αντέχει στις δύσκολες καιρικές συνθήκες
μεταφυτεύεται εύκολα
και ο καρπός της βοηθά στην καλοζωία.
Καταλληλότερα εδάφη για σπορά
θεωρούνται τα εργοστάσια,
οι φαρμακοβιομηχανίες, τα ναυπηγεία,
οι πολυεθνικές και τα πολυκαταστήματα.
Μελέτες καλλιεργητών έδειξαν
πως ο εμπλουτισμός του εδάφους
με οργανικές ουσίες
όπως οι οικονομικές επιστήμες
βοηθούν στον διπλασιασμό
της παραγωγής.
Ο υπέρμετρος εγωισμός και η αδυσώπητη ιδιοτέλεια που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις δεν αφήνουν, εύλογα, ανεπηρέαστες και τις διαπροσωπικές σχέσεις του ποιητή, ο οποίος βρίσκει παρηγοριά στην ανυπόκριτη αγάπη των ζώων. Η αναφορά στη γάτα, αγαπημένο ζώο του ποιητή, είναι ιδιαίτερα συχνή και πολύσημη.
Θέλω να ολοκληρώσω αυτή τη σύντομη αναφορά στον Συνεταιρισμό θυρωρών του Αντώνη Τσόκου με μια ειδική μνεία στο ποίημα της σελίδας 33, «Στον τρυγητή με τις τιράντες», αφιερωμένο στη μνήμη του εκδότη Σάμη Γαβριηλίδη. Σ’ αυτό το ποίημα ανιχνεύουμε, μεταξύ άλλων, την αντίληψη του ποιητή για τη λειτουργία της λογοτεχνίας σε μια παρομοίωση του εκδότη με τον αμπελουργό. Εκδότης και αμπελουργός έχουν κοινό σκοπό να στηρίξουν την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου, αντίστοιχα.
Η ποιητική συλλογή Συνεταιρισμός θυρωρών δημιουργεί κλιμακωτά μεταβάσεις, σαν να ανεβαίνουμε τους ορόφους ενός κτηρίου και να συναντάμε τους ενοικιαστές του. Κάνοντας στάση σε κάθε όροφο μεταβαίνουμε από την ύλη στο πνεύμα, από το εγώ στο εμείς, από το παρελθόν στο παρόν και το μέλλον, από τον υπαρξιακό στοχασμό στην ποιητική εξεικόνιση τόσο του εσωτερικού κόσμου του Αντώνη Τσόκου όσο του τρόπου με τον οποίο ο ίδιος παρατηρεί τον έξω κόσμο και τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε αυτόν με την ιδιότητα του θυρωρού στο κτήριο, όπου ενοικούν η ζωή και ο έρωτας, ο θάνατος και η απώλεια, η ομορφιά και η ποίηση.
*Ο Δημήτρης Κ. Μπαλτάς είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδ. Μετρονόμος, 2025).

