“Χ” της Μαριάννας Πλιάκου

ημερομηνια

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ SATIE[1]

Δύο ώρες με το καράβι,

άλλες δυόμιση με το αυτοκίνητο,

και φτάνεις στην κοπεγχαγική Honfleur,

όπου γεννήθηκε ο Satie.

Στο λιτό ομώνυμο μουσείο

ακούς τις Γυμνοπαιδίες, τις Gnossiennes.

Ο επαναληπτικός,

μινιμαλιστικός τους ήχος

γρήγορα συντονίζεται

στους καρδιακούς κτύπους,

για να τους εκβιάσει τελικά

στη δική του αφήγηση.

Μουσική-ρητορική,

που παραμένει

γοητευτική και αιχμηρή.

Σαν

τις μνήμες

που επιμένουν,

ο ήχος τους να δυναμώνει

με το χρόνο,

έως ότου

γίνει κυρίαρχη

μουσική

στα

αυτιά μας.

Ισορροπία. Μια παρτιτούρα όπου δεν ξεφεύγει ούτε ανάσα. Αυτές είναι οι πρώτες σκέψεις που έκανα καθώς διάβαζα την συλλογή της Μαριάννας Πλιάκου, και δεν διαψεύστηκαν μέχρι το τελευταίο ποίημα, που είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο, παρεμπιπτόντως.
Ήδη από την αρχή θα εδραιωθεί μια ξεκάθαρα απεικονιστική ποίηση, με συγκεκριμένο και αυστηρά οριοθετημένο περίγραμμα, με αρχή και τέλος, με όλους τους δρόμους εξαρχής χαρτογραφημένους. Το δίπολο «φύση στην αιωνιότητα – άνθρωπος ο Περαστικός» είναι ίσως το leitmotiv της συλλογής και δεν θα προσφέρει ξάφνιασμα στον αναγνώστη, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον. Γιατί καθώς η σκέψη της Πλιάκου στοιχειοθετείται και ξεδιπλώνεται, τα πράγματα αλλάζουν. Κάθε ποίημα αποδεικνύεται ένας ολοκληρωμένος πίνακας ζωγραφικής σχεδόν με την κυριολεκτική έννοια, οι περιγραφές του τοπίου, του χώρου, του χρόνου και της ανάμνησης, της ιστορίας του τόπου τελικά, γίνονται με τις ελαφριές και ανεπαίσθητες πινελιές μιας ακουαρέλας. Και με όλη την απαιτούμενη λεπτομέρεια επίσης. Υπάρχουν οι πρώτες εικόνες που δίνουν το στίγμα, οι οποίες στην συνέχεια μετατρέπονται σε εφαλτήρια σκέψεων για όσα συμβαίνουν μέσα μας, για τις σιωπές και τους χαμηλούς ήχους, για ό,τι περνάει και χάνεται στο βάθος.
Δεν υπάρχει ανθρώπινη φωνή, σχεδόν ούτε ανθρώπινη σκέψη, υπάρχει μόνο ανθρώπινη παρουσία, άηχη, σκιτσαρισμένη στο βάθος του πίνακα. Η συγκίνηση προέρχεται από την καταλυτικά προσωπική και φευγαλέα σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο τοπίο και την ύπαρξη, μια σχέση σύντομη και ανεπαίσθητη, θεμελιώδης όμως για ό,τι καθορίζει και οριοθετεί τα εσωτερικά περιγράμματα του καθενός μας. Η Μαριάννα Πλιάκου δεν εστιάζει στην γλαφυρότητα, παρόλο που θα μπορούσε. Όλες οι ισορροπίες παίζονται στην ελάχιστη στάση του χρόνου, στην πιο μικρή ανάμνηση, στην βαθιά κρυμμένη σκέψη. Στα ποιήματα του Χ ο αυτοπροσδιορισμός είναι μια διαδικασία που ξετυλίγεται όχι μόνο στον χρόνο αλλά και στον τόπο, στις εικόνες, στην επανάληψη.
Τα ποιήματα αποτελούν συχνά αναλαμπές της ιστορίας, με τον πόνο αμείωτο, σταθερά παρών στο πέρασμα του χρόνου. Παρών στη μνήμη, στο ποίημα, στον πίνακα:

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ[2]

 

Λίγες μέρες πριν την Κατοχή,
οι γονείς έπρεπε να αποφασίσουν αν
θα έστελναν τα παιδιά τους
για ασφάλεια
σε οικογένειες στη Βρετανία
ή θα τα κρατούσαν στο νησί.
Σε ελάχιστες μέρες
φυγαδεύτηκαν χιλιάδες.
Όμως ο χρόνος
ξεφλουδίζει τη μνήμη,
και πολλά, μετά τον πόλεμο,
κάναν το ταξίδι της επιστροφής για
να βρουν στα πρόσωπα των φυσικών τους γονιών
μορφές που τους ήταν πια ξένες.
Κάποια δεν γύρισαν ποτέ.Παιδιά που
γλίστρησαν στις χαραμάδες,
για να βρουν τον Μινώταυρο
στην άλλη πλευρά.Γονείς που
μείναν σ’ έναν λαβύρινθο
να τα ψάχνουν.
Οι λέξεις είναι διαλεγμένες και ακουμπισμένες στους στίχους σαν αποτυπώματα στην άμμο, παροδικές και πανίσχυρες, απεικονίζοντας το εξωτερικό περιβάλλον όσο και το εσωτερικό, τις εικόνες αλλά και τις άρρητες σκέψεις, ό,τι μπορεί κανείς να δει και ό,τι χρειάζεται να αφουγκραστεί και να ψηλαφήσει. Η όλη δύναμη βρίσκεται στις πραγματικές διαστάσεις των ανθρώπων και των εικόνων, η όποια μαγεία βρίσκεται εκεί που μπορεί να φτάσει και να αγγίξει το ανθρώπινο βλέμμα: δεν υπάρχουν υπερβολές επειδή δεν υφίσταται η ανάγκη, η ισορροπία είναι μια έννοια αυτόφωτη και τελικά αυτάρκης. Και παρόλο που στο δίπτυχο «φύση-άνθρωπος» ο άνθρωπος δεν παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο όπως ενδεχομένως να έχει συνηθίσει, έχει την ευκαιρία να βρει τη θέση του, να συμπορευτεί, να είναι μέρος ενός όλου που να τον περιλαμβάνει και να τον ξεπερνάει.
Η Μαριάννα Πλιάκου αναγνωρίζει ότι η ευθραυστότητα θα βρίσκεται αμετάκλητα στην πλευρά του ανθρώπου, από εκεί πηγάζει ενδεχομένως και η αγωνία για το τι θα μείνει μετά την αποχώρηση, τον θάνατο. Μέσω του καθρέφτη της ποίησης, αντικρύζει αυτό το τίποτα με συγκαλυμμένο τρόμο. Η γραφή της είναι ταυτόχρονα προσωπική και αποστασιοποιημένη όχι ατομική όμως, κάθε άλλο. Το Εγώ παραμένει ήσυχα ορατό όχι όμως ως αυτοπεριγραφή, αλλά για να δείξει τι υπάρχει εκτός του. Έχει μια οικουμενικότητα που την φυσά ο αέρας και την ταξιδεύει, και προσωπικά παραμένω έκπληκτη για το πώς χωράνε τόσα ανεπαίσθητα σε μια τόσο λιτή γραφή.
Παρόλο που θα μπορούσα να επιλέξω οποιοδήποτε, θα αναφέρω το τελευταίο ποίημα για την γεύση δημοτικού τραγουδιού που αφήνει, γεύση νοσταλγίας σε ό,τι με αφορά, και κυρίως για το ειλικρινές χαμόγελο που περιμένει τον αναγνώστη στην αποφώνηση.
Τελευταία πινελιά, το δίχως άλλο.

ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ[3]

Για ιδές το θάμα που έγινε σ’ αυτήν εδώ τη φύση,
ο Νότος βρήκε το Βορρά κ’ η Ανατολή τη Δύση.
Ποιος είδε μέρος σαν κι αυτό, ποιος είδε τέτοια χάρη,
όλος ο κόσμος να χωρά σ’ αυτό εδώ το χνάρι.

Κι όπου πατείς εδώ πατρίς, όπου πατείς ποτάμι
γεμάτο απ’ όλα τα νερά, τις θάλασσες, τις λίμνες,
τους ουρανούς και τα πουλιά, τις γλύκες και τις πίκρες.
Όπου πατείς εδώ πατρίς, όπου πατείς χωράφι,
γεμάτο απ’ όλους τους καρπούς, τα δέντρα και τα στάχυα,
τα βότσαλα, τα όστρακα που σφίγγονται στα βράχια.

Κι αν με ρωτάς για το εδώ, πού θα το βρεις, πού είναι,
κοίτα καλά τριγύρω σου, δες με ανοιχτά τα μάτια.
Δεν είν’ επίπεδη η γη αυτή που κατοικούμε,
μον’ είναι σφαίρα που γυρνά, που κέντρο της δεν έχει,
κι όποιος ξέρει ν’ αγαπά γρήγορα το κατέχει.

Κι αν είσαι φίλος διάβαινε, αν είσαι φίλος δέξου,
το εδώ, το πάντα, το παντού, όπου όλοι μας χωράμε,
που μέσα του ανήκουμε, και μέσα μας κρατάμε.

Κρις Λιβανίου

[1] Μαριάννα Πλιάκου, Χ, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα, 2021, σελ. 23.
[2] σελ. 16.
[3] σελ. 30.

Περισσοτερα αρθρα