“Το κόκκινο και το φαιό” του Maurice Attia

ημερομηνια

Γεννημένος στο Αλγέρι, ο Μωρίς Αττιά είναι ένας σύγχρονος συγγραφέας, από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους  του γαλλικού νουάρ, που παράλληλα εργάζεται ως ψυχίατρος – ψυχαναλυτής. Στα προηγούμενα βιβλία του, Μαύρο Αλγέρι, Κόκκινη Μασσαλία, Παρίσι Μπλουζ και Λευκή Καραϊβική, πρωταγωνιστής ήταν ο Πάκο Μαρτίνεθ.

Και σε αυτό κεντρικός ήρωας είναι πάλι ο Πάκο, που εργάζεται, πλέον, όμως, ως δημοσιογράφος και όχι ως αστυνομικός.

Το κόκκινο και το φαιό είναι ένα μυθιστόρημα με καλοδουλεμένη πλοκή που μεταφέρει τους κεντρικούς ήρωές του στο 1978. Η υπόθεση εκτυλίσσεται γύρω από ένα ιστορικό γεγονός και έχει ως βασικό πυρήνα την απαγωγή του Αλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Με μεγάλη επιδεξιότητα ο συγγραφέας βουτά στην εποχή που περιγράφει και φτιάχνει ολοζώντανους και πειστικούς χαρακτήρες. Ο πολιτικός, ο κοινωνικός και ο ιστορικός πυρήνας δημιουργούν ένα ισχυρό πλέγμα σχέσεων ανάμεσα στην εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα και τους ήρωες που λειτουργούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρασυρμένοι περισσότερο όμως από τις δικές τους αναζητήσεις και επιθυμίες.

Ο Πάκο, καθόλου επαναπαυμένος και επαρκής με τη ζωή που κάνει, δράττεται της ευκαιρίας της απαγωγής του Μόρο και ζητά από την εφημερίδα του να τον στείλει στη Ρώμη για να καλύψει δημοσιογραφικά το γεγονός. Και όλα αρχίζουν εκεί. Γνωρίζει την ελκυστική δημοσιογράφο Λέα Τρότσκι, γοητεύεται μαζί της και μια ερωτική ιστορία δημιουργείται ανάμεσά τους, μέχρι που εκείνη παθαίνει ένα ατύχημα. Έπειτα, τα γεγονότα αλλάζουν τροπή, και η υπόθεση αποκτά άλλο ενδιαφέρον, καθώς ο Πάκο ξαναβρίσκει για άλλη μια φορά το αστυνομικό του δαιμόνιο. Στο μεταξύ η γυναίκα του βρίσκει τυχαία ένα χειρόγραφο του πατέρα της που αναφέρεται σε μια αστυνομική επιχείρηση που στήθηκε το 1899 κατά της αντισημιτικής οργάνωσης «Η Μεγάλη Δύση της Γαλλίας» και τότε αρχίζει να αναπτύσσεται μια άλλη ιστορία με διαφορετικά πρόσωπα.

Πώς θα ενωθούν δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες που εκτυλίσσονται σε διαφορετικές εποχές; Ουσιαστικά το βιβλίο καταφέρνει να αφηγηθεί επαρκώς και τις δύο: αυτήν της εποχής του 1978, το κόκκινο, και την παλιότερη του 1899, η οποία, αν και καταλαμβάνει ένα ολόκληρο μέρος του βιβλίου του, το φαιό, ουσιαστικά είναι εγκιβωτισμένη μέσα στο μυθιστόρημα. Καθώς η Ιρέν διαβάζει, αρχίζει να τρέχει παράλληλα και η παλιά ιστορία.

Πρώτα απ΄ όλα, στο κόκκινο, η γνωστή ιστορία της απαγωγής. Ο Αλντο Μόρο ήταν πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών, πρώην πρωθυπουργός της χώρας του που συνεργάστηκε με τον Μπερλιγκουέρ, τον αρχηγό του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος, προκειμένου να σχηματιστεί μια κυβέρνηση εθνικής αλληλεγγύης. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες τον απήγαγαν ζητώντας ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, αντίστοιχα, την απελευθέρωση όλων των ιδρυτικών μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Το τέλος του Μόρο είναι γνωστό. Στο βιβλίο παρεμβάλλονται αποσπάσματα του ημερολογίου και των επιστολών του, που έγραφε κατά τη διάρκεια της κράτησής του που ενισχύουν την ιστορικότητα του κειμένου και αναδεικνύουν την ατομική και συναισθηματική πλευρά των γεγονότων. Ωστόσο, φαίνεται πως η εξέλιξη της πορείας του ήταν προδιαγεγραμμένη, καθώς η κυβέρνηση δεν είχε σκοπό να διαπραγματευτεί με τους τρομοκράτες. Η τότε κυβέρνηση του Αντρεότι δεν είχε καμία διάθεση να δείξει επιείκεια στα φυλακισμένα μέλη των Ταξιαρχιών.

Έπειτα, στο φαιό, επιστρέφοντας στο απώτερο παρελθόν, ο συγγραφέας βρίσκει αφορμή να μιλήσει για την αντισημιτική οργάνωση «η Μεγάλη Δύση της Γαλλίας» που εξέδιδε την εφημερίδα Αντιεβραίος. Ιδρυτής της ήταν ο Ζυλ Γκεράν και εναντίον αυτού και των συνεργατών του είχε στηθεί ολόκληρη αστυνομική επιχείρηση το 1899. Μέσα από το δεύτερο στέρεο ιστορικό περίβλημα ο συγγραφέας χτίζει τη μυθοπλαστική βάση του που θα τον οδηγήσει σε οικογενειακά μυστικά που θα ανακαλύψει η γυναίκα του Πάκο, Ιρέν, και αφορούν τη δικό της παρελθόν που ξεκινά από την ιστορία του παππού της και φτάνει στην προσωπική ιστορία του αυτόχειρα πατέρα της, φέρνοντας στο φως τη σαφή και διχαστική πολιτική αντιπαλότητα που είχε με τον αδερφό του.

 Ο ιστορικός πυρήνας των δύο εποχών πατά στην ίδια βάση, μοιάζει να είναι εμποτισμένος με τρομοκρατική εμμονή, σκληρότητα και έλλειψη ανοχής, χαρακτηριστικά σαφώς εμφανή και στη σύγχρονη εποχή. Ο αέναος κύκλος της βίας, του διχασμού και της τρομοκρατίας φαίνεται πως αλλάζει χρόνο και οπτική, παραμένει όμως πάντα ένα από τα βασικά προβλήματα του κόσμου μας. Αυτό δίνει την ευκαιρία στο συγγραφέα να ασχοληθεί με τη γένεση, την εξέλιξη, το ρόλο και τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη δυναμική τέτοιου είδους φαινομένων. Οι ιδεολογικές ακρότητες είναι κοινές και στις δύο εποχές και ο ρόλος της εξουσίας ως καταλύτης αυτών των φαινομένων έχει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο. «Σιχάθηκα την τρομοκρατία. Αυτό τον τρόμο που τον συμμερίζονται όλοι. Μήπως παντρεύονται το κόκκινο και το φαιό;».

Ωστόσο, πέρα από το άψογο ιστορικό πάτημά του, συνενώνει και σε μυθιστορηματικό επίπεδο τις ιστορίες του. Καθώς η γυναίκα του Πάκο διαβάζει το παλιό χειρόγραφο και ανακαλύπτει τις κρυμμένες πτυχές της οικογενειακής της ιστορίας, οι συλλογικές ιστορίες, εύκολα περνούν στο ατομικό, και μέσα από την εξέλιξη της δράσης αναμετρώνται τελικά περισσότερο οι προσωπικές σχέσεις των ηρώων, η ανθεκτικότητά τους στο χρόνο, η φθορά τους και η ευθραυστότητα που προκύπτει πάντα από απρόσμενες αιτίες ή αφορμές. Ας μην ξεχνάμε πως οι προσωπικές ιστορίες γράφονται από μια διεισδυτική πένα που από τη μια πλευρά της πατά στην ψυχανάλυση.

Από την ιστορία δεν λείπουν, βέβαια, τα χαρακτηριστικά του αρρενωπού αστυνομικού που καπνίζει με πάθος, γοητεύει και γοητεύεται από τις γυναίκες σε ένα ατέρμονο παιχνίδι της συνέχισης ενός κλασικού κινηματογραφικού ήρωα, που, ενώ περιστοιχίζεται από αγάπες και έρωτες, ουσιαστικά παραμένει ένας ανικανοποίητος και μοναχικός αναζητητής της δράσης. «Ήμουν παντρεμένος, είχα μια ζηλιάρα σύζυγο και μια ζηλιάρα ερωμένη. Και κάθε μέλος αυτού του τριγώνου έβρισκε ανυπόφορη την κατάσταση. Ήμουν άχρηστος, το ήξερα, κι ωστόσο ήθελα να έχω και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο- όπως επίσης και το μεγαλύτερό του εχθρό χορτάτο. Χωρίς να δαπανήσω ούτε μια ουγκιά αισθήματος ενοχής».

Πάνω απ΄ όλα, τελικά, το Κόκκινο και το φαιό παραμένει ένα γνήσια νουάρ μυθιστόρημα, που δένει πρόσωπα και καταστάσεις γύρω από μυστήρια που ο ίδιος ο συγγραφέας γεννά. Γι΄ αυτό, παρά τις κάθε είδους παρεμβολές, ο συγγραφέας φροντίζει να μας υπενθυμίζει διαρκώς πως παίζει κατεξοχήν στο επίπεδο της αστυνομικής λογοτεχνίας. Έτσι, χρησιμοποιώντας το σχήμα του κύκλου, σχεδόν προς το τέλος του βιβλίου, επαναφέρει την ιστορία στην αρχή, έτσι όπως ξεκινούν οι πρώτες σελίδες του βιβλίου.

«Βγήκα από το εστιατόριο μέσα στη νύχτα που μόνο κάποιοι κουρασμένοι φανοστάτες τη φώτιζαν, χωρίς ιδιαίτερο κίνητρο. Βλαστημώντας, κατευθύνθηκα προς το παλιό δημόσιο πλυσταριό με τις τρεις παραστάδες κάτω από μουσαμάδες, που το είχα ανακαλύψει δέκα χρόνια νωρίτερα, για να καπνίσω το Gitanes μου καθισμένος σε ένα παγκάκι εκεί κοντά. Σε μια παλιά πινακίδα στερεωμένη πάνω από το φρεάτιο, διάβαζες ακόμη «Απαγορεύεται να κάνετε ή να αφήνετε σκουπίδια. Αυτή τη φορά, όμως, μέσα στο νερό βρισκόταν το σώμα ενός άντρα. Νεκρού».

Ποιος ήταν αυτός ο άντρας και πώς ο αστυνόμος κατέληξε να ασχολείται με μια άλλη υπόθεση, τη στιγμή που το ενδιαφέρον του επικεντρωνόταν αποκλειστικά στην απαγωγή;

Μάλλον ο Πάκο πρωταγωνιστεί και πάλι σε μια ενδιαφέρουσα από πολλές πλευρές ιστορία.

Ήλια Λούτα

Περισσοτερα αρθρα