«Σκοτεινοί έρωτες» της Καίτης Βασιλάκου

ημερομηνια

Το νέο βιβλίο της Καίτης Βασιλάκου περιέχει δύο νουβέλες που πραγματεύονται δύο από τις κλασικότερες σκοτεινές όψεις του έρωτα.

Η πρώτη νουβέλα, Γιόα, μιλά για έναν άνθρωπο του υπόκοσμου που στη νουβέλα αποκαλύπτεται ως ένας ήρεμος χαρακτήρας. Ο όμορφος Γιόα, παντρεμένος και με δύο κόρες, συναντά την Κάτια, μια γυναίκα μέτριας εμφάνισης και 15 χρόνια μεγαλύτερή του, και γίνεται εραστής της. Αυτό που τον έλκει σε αυτήν και τον κάνει ολοένα να την αποζητά και να επιστρέφει κοντά της είναι κάτι δυνατό που δεν μπορεί να το εξηγήσει με λόγια, σχετίζεται όμως με αυτό που λέει στην Κάτια σε έναν από τους σύντομους μεταξύ τους διαλόγους:

«Γιατί δεν έκανες παιδί» με ρώτησε ξαφνικά.

«Δεν ήθελα», είπα.

Έσβησε το τσιγάρο του και γύρισε προς το μέρος μου:

«Τα παιδιά είναι ευτυχία», είπε.

«Δεν με ενδιαφέρει αυτή η ευτυχία».

Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι κι έκανε μερικές βόλτες πάνω κάτω.

«Ούτε τη μάνα μου την ενδιέφερε αυτή η ευτυχία», είπε. «Το ξέρεις ότι μεγάλωσα σε ιδρύματα;».

Πάγωσα.

Πήγαινε πάνω κάτω σαν υπνωτισμένος. Έπειτα, απότομα, ξαναβρήκε τον εαυτό του. Γύρισε στο κρεβάτι και μ’ αγκάλιασε.

«Κάνε με γιο σου» είπε.

Κατά τα λοιπά, οι εκμυστηρεύσεις εκλείπουν. Τα πράγματα μεταξύ του Γιόα και της Κάτιας κινούνται σε μια γραμμικότητα επιφανειακή, όπου τίποτα δεν αποκαλύπτεται και τίποτα δεν μοιράζεται. Επίσης κινούνται μέσα σε άκρα μυστικότητα, αφού οτιδήποτε διαμείβεται μεταξύ τους λαμβάνει χώρα στο σπίτι εκείνης, τον «κόσμο τους», ποτέ έξω από εκεί. Ο Γιόα έρχεται και φεύγει, συχνά χάνεται για μέρες, κάποτε και για μήνες. Αυτό που χαρκτηρίζει τη σχέση τους είναι κάτι τόσο φευγαλέο όσο η αίσθηση: η αίσθηση του Γιόα, όπως αποκαλύπτουν τα παραμιλητά του όταν μπαίνει βίαια μέσα στην Κάτια ή η αίσθηση που αφήνει αυτός ο παροξυσμός του σε κείνη. Προφανώς πίσω από όλη αυτή την αίσθηση και την ένταση κρύβεται ένα οιδιπόδειο σύμπλεγμα του Γιόα με την εν πολλοίς άγνωστη σε μας αλλά και στον ίδιο μητέρα του, στο βάθρο της οποίας έχει βάλει με έναν τρόπο την Κάτια, γι’ αυτό και η σεξουαλική πράξη μαζί της ισοδυναμεί με επιστροφή στη μήτρα. Βέβαια, η αφήγηση γίνεται από τη σκοπιά της Κάτιας και τη ματιά της στα γεγονότα, γι’ αυτό η εστίαση είναι περισσότερο στη σχέση μιας ώριμης γυναίκας με έναν άνθρωπο του υποκόσμου, παρά το ανάποδο.

Και, όπως είναι φυσικό, η ιστορία δεν έχει καλό τέλος. Αλλά έχει τέλος. Μετά από το οποίο, η Κάτια μένει να αναρωτιέται αν όντως συνέβησαν όλα όσα έζησε, αφού δεν υπήρχε τίποτε του έξω κόσμου που να το αποδεικνύει – εκτός από τη φίλη της τη Λία στην οποία είχε μιλήσει για την ιστορία με τον Γιόα και της οποίας η ανησυχία για την Κάτια σκίζει το πέπλο του Αλτσχάιμερ που έχει καλύψει τον νου της. Και εκτός από ένα τσιγάρο που ο Γιόα είχε καπνίσει στο σπίτι της ως τη μέση και η Κάτια φύλαξε έκτοτε σαν κόρη οφθαλμού.

Η δεύτερη νουβέλα, Κέβιν, αφορά την άλλη όψη του νομίσματος, αν θέλουμε να δούμε το βιβλίο σε τέτοιους όρους – το ιοκάστειο σύμπλεγμα του πατέρα και της κόρης. Ο Κέβιν είναι ο πατέρας και η Κέητ η κόρη. Δεν καταλαβαίνουμε εξαρχής ότι πρόκειται για πατέρα και κόρη, είναι μια πληροφορία που αποκαλύπτεται όταν έχουμε φτάσει περίπου στα μισά της νουβέλας. Μέχρι τότε έχουμε μείνει με εκκρεμή, αναπάντητα ερωτήματα για τις συμπεριφορές που βλέπουμε να εκφράζουν μια καταφανώς ερωτευμένη Κέητ και ένας Κέβιν που υποψιαζόμαστε ότι είναι επίσης ερωτευμένος μαζί της, αλλά κάνει ό,τι μπορεί για να αγνοήσει – αν όχι αποδιώξει – αυτό το συναίσθημα.

Όταν η καίρια αυτή πληροφορία αποκτάται, ο αναγνώστης αισθάνεται ανακούφιση και μόνο με το γεγονός ότι ο Κέβιν δεν είναι πραγματικός πατέρας, αλλά πατριός της Κέητ που τη μεγάλωσε από 3 χρονών – απ’ όταν δηλαδή η μητέρα της τους εγκατέλειψε. Φυσικά, ακόμα κι αυτό δεν δικαιολογεί ό,τι νιώθουν ο ένας για τον άλλον. Όντας μεγαλύτερος (55), άρα με περισσότερη επίγνωση των πραγμάτων, ο Κέβιν προειδοποιεί την 17χρονη Κέητ:

«…θα μας πουν έκφυλους και διεστραμμένους, θα μας γυρίσουν την πλάτη, θα γίνουμε αποδιοπομπαίοι στην κοινωνία μας».

Ωστόσο, αυτό που νιώθουν ο ένας για τον άλλον είναι τόσο βίαιο που οδηγεί πότε στην αυτοκαταστροφή (ο Κέβιν κοντεύει να γίνει αλκοολικός όταν η Κέητ βγαίνει με άλλους άντρες) και πότε στη γενικότερη καταστροφή (η Κέητ σχεδόν μαχαιρώνει μια από τις γυναίκες με τις οποίες επιχειρεί να συνάψει σχέση ο Κέβιν). Οπότε, η τελική επιλογή μοιάζει ουσιαστικά με μονόδρομο. Εδώ θα μπορούσαν να τίθενται και άλλα θέματα, όπως η θεμιτότητα της σύναψης ερωτικής σχέσης από έναν μεσήλικα άντρα με μία ανήλικη κοπέλα – αν δεν επισκιάζονταν όλα από το ενδεχόμενο της αιμομιξίας.

Προτού ολοκληρώσουν τη σχέση τους, ο Κέβιν και η Κέητ φροντίζουν να κάνουν τεστ πατρότητας για να διακριβώσουν ότι όντως η Κέητ δεν είναι κόρη του Κέβιν. Μόνο που αμελούν να διαβάσουν το αποτέλεσμα (εσκεμμένη τυφλότητα) προτού προβούν στην περιπόθητη ολοκλήρωση της σχέσης τους. Το διαβάζουν την επόμενη μέρα, οπότε και «κοιτάχτηκαν στα μάτια βουβοί». Με αυτή την αμφισημία, που μάλλον κλίνει προς την εκδοχή ότι η Κέητ ήταν τελικά όντως κόρη του Κέβιν, κλείνει η δεύτερη νουβέλα.

Το βιβλίο της Βασιλάκου πέρα από τη διερεύνηση ερωτικών ιστοριών που κινούνται στο περιθώριο αυτού που αποκαλούμε «κανονικό» και «σύνηθες», αποτελεί και μια διερεύνηση, εν τη υπερβολή της, των υποκείμενων συναισθημάτων/εσωτερικών τάσεων που διέπουν τις ερωτικές ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες αναπόφευκτα ανάγονται στην πρωταρχική σχέση κάθε γυναίκας με τον πατέρα της και κάθε γιου με τη μητέρα του. Ο έρωτας είναι αυτός που συνεχίζει το ανθρώπινο είδος και είναι ένα ένστικτο (μάλλον, παρά συναίσθημα) που δεν μπορούμε να αποφύγουμε ή να αρνηθούμε. Απλά φροντίζουμε συνήθως να κινούμαστε στα πλαίσια της ηθικής και της νομιμότητας όσο το αφορά.

Οι πρωταρχικές σχέσεις αλλά και οι σχέσεις στο περιθώριο εμπεριέχουν το στοιχείο της αβύσσου και εδράζονται σε πολύ βαθιά επίπεδα του ανθρώπινου ψυχισμού. Γι’ αυτό χρειάζονται τη γεμάτη ενσυναίσθηση πένα μιας ικανή συγγραφέως, όπως η Βασιλάκου, που ξέρει να φτιάχνει τις ιστορίες της έτσι που να κυλούν σαν καθαρό νερό, για να αναδυθούν τα ερωτήματα που τις αφορούν και τα έντονα συναισθήματα που συνήθως παράγουν. Και τότε, κοιτάζοντας προσεκτικά στον καθρέφτη που σχηματίζουν, μπορεί να τολμήσουμε να αναγνωρίσουμε κάτι που μας αφορά.

 

Χριστίνα Λιναρδάκη

 

Περισσοτερα αρθρα