“Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου” του Δημήτρη Αγγελή

ημερομηνια

Στη νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγγελή Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου, το έργο του Κώστα Σιαφάκα στο εξώφυλλο, η εικόνα ενός σκύλου που βρέχεται κάτω από μια ομπρέλα και κοιτάει με λύπη τον ήλιο να λάμπει λίγο πιο μακριά, πάνω από ένα μήλο που το διαπερνά ένα ξίφος, προλογίζει εύστοχα τη συλλογή. Συμβολίζει την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου που βρίσκεται μακριά από την αγάπη, με υπερρεαλιστική απλότητα. Η θλίψη είναι η βροχή, ο ήλιος, η αγάπη που φέγγει πάντα μακριά και κάθε που την προσεγγίζεις χάνεται, το μήλο ο πληγωμένος κόσμος μας.

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες με τίτλους: Αν ήμουν η νύχτα σου, οι καθ’ ημέραν λύπες, στη χώρα του ποτέ, τα άλογα του κυρίου Ταρκόφσκι.

Το πρώτο ποίημα Μάρτιος 2020 γράφεται στην αρχή της πανδημίας και θυμίζει σελίδα ημερολογίου της καρδιάς ή την αρχή μιας ταινίας με σκηνοθέτη, κατά προτίμηση, τον Γκοντάρ. Ο ποιητής απευθύνεται στην απούσα αγαπημένη και της εξομολογείται τον έρωτα και τη μοναξιά του, την επιθυμία του να γυρίσει κοντά του. Έξω από το παράθυρο κυριαρχεί ο φόβος και η αγωνία, ακούγονται οι σειρήνες από τα φορτηγά του θανάτου:

Είναι Μάρτιος, η κυκλοφορία στους δρόμους έχει απαγορευτεί κι εγώ/ δεν ξέρω τι να σου γράψω αυτό το κρύο απόγευμα.

Έξω απ’ το παράθυρο ο φόβος αφαιρεί μεθοδικά τα φύλλα μιας λεύκας,/ γκρεμίζει το γύψινο λιοντάρι της πλατείας –στο βιβλίο που διαβάζω/ μια γυναίκα πάντα επιστρέφει

Φαντάζομαι πως χαϊδεύω το χέρι σου στο σκοτάδι αλλά δεν είσαι/ κι ούτε αν αναβοσβήσω τα φώτα τρεις φορές

εμφανίζεσαι…

…τριγυρνάω από δωμάτιο σε δωμάτιο σαν να διασχίζω το παρελθόν μου ή να/ ψάχνω το παντελόνι μου

σκοντάφτω διαρκώς σε ανύπαρκτα έπιπλα και αισθάνομαι ζωντανός/ μόνο όταν σε σκέφτομαι…

…είναι Μάρτιος, το τηλέφωνο δεν λειτουργεί, έξω ακούγονται μόνο τα φορτηγά του θανάτου

αφήνω λοιπόν το βιβλίο στην άκρη, ανοίγω απότομα το παράθυρο και σου

φωνάζω:

Άναψε λίγο μέλλον για μένα!

Ο ποιητής είναι ο άνθρωπος εκείνος που όλη του η ύπαρξη  νοηματοδοτείται από την αγάπη, που την αναζητά σαν πιστός  σκύλος και μέσα του διαρκώς μια λύπη ξεσπάει και ποτίζει τα άνυδρα τοπία της πραγματικότητας.

Ο τρελός έρωτας των υπερρεαλιστών, εκείνος που εμπνέει την τέχνη και έχει τη δύναμη να αλλάζει τον κόσμο εμφανίζεται στις λέξεις του, το άλλο μισό που ξορκίζει τα μονοπάτια της μοναξιάς, αλλά παραμένει μακρινός, ανολοκλήρωτος. Όλα όσα τυραννούν το μυαλό γίνονται εικόνες που λάμπουν για μια στιγμή και ύστερα σβήνουν μέσα στους στίχους. Ο κόσμος της φαντασίας αλληλεπιδρά με τον πραγματικό και φανερώνει την οδυνηρή απόσταση της επιθυμίας από την πραγματικότητα, μέσα από συμβολισμούς και καταστάσεις ονείρων:

Όλη τη νύχτα τα μαλλιά σου πάνω στο μαξιλάρι δεν/ μ’ άφηναν να κοιμηθώ

Μέσα τους κρυβόταν μια ολόκληρη χώρα/ ένας μόνιμος βόμβος ηχούσε απ’ το φτερούγισμα/ χιλιάδων κολιμπρί

…Ακούγονταν κι οι πλεκτομηχανές που τα μαλλιά σου/ ηλέκτριζαν/μαζί με τα παραμιλητά ενός/ που κυνηγούσε το φεγγαρόφωτο/ για ν’ ανάψει ένα κερί

νομίζω επίσης πως φώναζε διαρκώς ένα όνομα/ σα να προσπαθούσε να χώσει ένα κουτάλι με υδράργυρο/ στο στόμα της νύχτας

χθες βράδυ που εσύ/ κοιμόσουν αμέριμνη στο Παρίσι/ κι εγώ στην Αθήνα.

Κάθε ποίημα είναι ένα σπίρτο που ανάβει και φωτίζει τα δεινά που καίνε την ψυχή του ποιητή· μέσα από τη δική του οδύνη αφουγκράζεται την οδύνη του κόσμου. Χωρίς την αγάπη, γίνεται ο ξένος χωρίς πατρίδα, παρίας σε μια άγνωστη χώρα:

Αν ήμουν η νύχτα σου/ τα χνότα σου ντυμένος, τα λέπια σου/ αν ήμουν η τέντα του Χάρου στην έρημη ύπαιθρο/ ―αλλιώς: το μεσοφόρι σου κρεμασμένο στου τοίχου το καρφί/ που σπαρταρά στ’ αεράκι ανυπόληπτο…

…εγώ/ δεν ήμουν, ποτέ δεν θα γίνω η νύχτα σου

ένα υπέρλαμπρο ναυάγιο είμαι μες στην ομίχλη/ ο μετανάστης που ξεβράστηκε το ξημέρωμα σε μιαν/ άγνωστη χώρα.

Στην ποίησή του η αγάπη ολοένα μετασχηματίζεται και παίρνει διάφορες μορφές· γίνεται η μορφή της μητέρας για τον στρατιώτη στα χαρακώματα:

Μητέρα υπάρχει ένα μαχαίρι μες στις θημωνιές· δυο φωτοβολίδες που δεν/ είναι τα μάτια σου πάνω απ’ τον βάλτο και κάποια χιλιόμετρα συρματόπλεγμα/ που με χωρίζουν από τα παιδικά μου όνειρα…

Είναι ίσως τα χαμένα οράματα μιας άλλης γενιάς που κάνουν απρόσιτη την αγάπη, αυτή η απογοήτευση που διαπερνά τους ανθρώπους ως το μεδούλι να υπογράφει τη σημερινή μοναξιά. Η νύχτα που έχει σκεπάσει την ανθρωπότητα και έχει εισχωρήσει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Ο ποιητής ζητάει από την αγαπημένη του να μοιραστεί μαζί του τα σκοτάδια της, να τον αφήσει να σεργιανίσει στα μονοπάτια της ψυχής της και να διαβάσει μέσα στα κίτρινα τοπία, στις σκουριασμένες μηχανές και στα έρημα εργοστάσια που κατάντησαν φωλιές πελαργών, τα απομεινάρια του οράματος, την κρυφή πληγή του κόσμου. Την ταξιδεύει στις μέρες εκείνες που έλαμψε για λίγο η αγάπη, στη χώρα του ποτέ.

Μέσα από την ποίησή του περνάει, σαν ταινία, το φάσμα από κάθε ουτοπία που αγάπησε και φιλοξένησε στην ψυχή του ο άνθρωπος. Μας δίνει μια αίσθηση του πώς θα ήταν η ζωή, αν τα συνθήματα της γενιάς της αμφισβήτησης, για ειρήνη, αγάπη και αλληλεγγύη είχαν επικρατήσει στον κόσμο· θυμάται το Γούντστοκ:

Απόψε ονειρεύτηκα πως ήμασταν όλοι καλά, ξαπλωμένοι το απόγευμα/ στις χρωματιστές σαιζ-λονγκ του κήπου, με τα πόδια γυμνά/ μες στα βρεγμένα χορτάρια και γελούσαμε

Από κάπου ακούγονταν οι μουσικές από ένα αυτοκίνητο που ερχόταν/ γεμάτο φίλους κι ένα χαρούμενο σκυλί με τη γλώσσα του κρεμασμένη/ έξω απ’ το παράθυρο/ -σίγουρα θα είχαν μετρήσει κίτρινα ταξί στη διαδρομή ώσπου να βγουν από την πόλη/ και θα ’χαν δει στα σύννεφα/ βρέφη χαμογελαστά κι άψογα πλατανόφυλλα σαν της καναδικής σημαίας/ το μακρινό 1969 που εγώ δεν ειχ’ ακόμα γεννηθεί αλλά έμενα/ σ’ ένα τροχόσπιτο γεμάτο πολαρόιντ στους τοίχους/ και μυρωδιά πεύκου

Λοιπόν απόψε ονειρεύτηκα/ πως μεσ’ απ’ τα δέντρα έρχονταν/ λευκά ελάφια κι έτρωγαν/ κύβους ζάχαρης από τα χέρια μας/ πως δεν είχαν γίνει ακόμα στάχτη τα ωραία δάση μας, πως έστεκαν/ άλιωτοι οι πάγοι της Ανταρκτικής, τείχη απόρθητα, κι ο χρόνος/ έτρεχε απαλά ξανά προς την αρχή του

-ανάποδα, για να μην ξεχαστούμε/ -ανάποδα για να μην φοβηθούμε.

( «Θυμάμαι το Γούντστοκ»)

Στην Ούζντα, έξω από το «Arabia Palace» μια μπάντα παίζει τα τραγούδια των Beatles και το «Knockin’ on Heaven’s Door» του Dylan, αλλά εκείνος ήδη βρίσκεται στη λίμνη Κοσιμπόλκα, στη Νικαράγουα. Εκεί ζουν οι μοναδικοί καρχαρίες του γλυκού νερού που υπάρχουν στον κόσμο, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που πάει εκεί. Πάει για να αναφέρει το όνομα του ποιητή ιερέα Ερνέστο Καρντενάλ, του ανθρώπου που επινόησε τον όρο θεολογία της Επανάστασης, για να μην πέσει στη λήθη. Στο πρόσωπό του συγκεραζόταν ο χριστιανισμός και ο μαρξισμός-λενινισμός και θεωρούσε τον Ιησού Χριστό κοινωνικό επαναστάτη:

…Είναι απόγευμα και στο βάθος όπως πάντα καπνίζει ένα ηφαίστειο/ απ’ όπου έριχναν οι κονκισταδόρες τους απείθαρχους ιθαγενείς στην/ κοιλάδα της Κόλασης.

Δεν θυμάμαι το όνομα του ποιητή που διάβασε χθες στίχους για την/ επανάσταση και τον Καρντενάλ· το ξέχασα ήδη όπως θα λησμονηθεί κι αυτό το απόγευμα/ και θα μείνουν μόνο οι κρυμμένοι καρχαρίες που μας γυροφέρνουν/ κι ένα πλήθος σβησμένων ονομάτων μέσα μου που πεθαίνει από μοναξιά.

                                                         («Τριγύρω από τη λίμνη Κοσιμπόλκα»)

Αν η αγάπη έχει ψυχή, τότε αυτή η ψυχή είναι διάχυτη στις σελίδες του και τώρα αιωρείται πάνω από τις χιονισμένες πεδιάδες της Ρωσίας. Μιας χώρας που έζησε για λίγο το πολυπόθητο  όραμα της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της αδελφοσύνης, πριν οι ιδέες της επανάστασης θυσιαστούν στα συμφέροντα μιας δογματικής εξουσίας, όπως συνέβη και με τον χριστιανισμό.

Στο ποίημα Ρουμπλιώφ ο ποιητής εμπνέεται από την ομώνυμη ταινία του Ταρκόφσκι και συγκεκριμένα από το συμβολισμό της ανυπέρβλητης σκηνής της σταύρωσης. Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ ήταν κορυφαίος Ρώσος αγιογράφος του 14ου αιώνα, ο οποίος αρνήθηκε να απεικονίσει την κόλαση στα έργα του, αντιλαμβανόμενος ότι η εκκλησία χειραγωγούσε τους ανθρώπους με το φόβο:

Στον δικό μου Γολγοθά πάντα χιονίζει. Περνούν ιππείς και ξυλοπόδαροι, ανάβουν φωτιές να ζεσταθούν, την ίδια ώρα που ένα μαύρο άλογο πνίγεται στο ποτάμι. Κάποιος με φωνάζει «Σεργκέι», τον αγνοώ.

Αλλά λίγο πριν με καρφώσουν στον σταυρό, σκύβοντας για να πιω μια χούφτα χιόνι, βλέπω ότι στην πινακίδα με τ’ όνομά μου γράφει «Βαραββάς». Σκέφτομαι πως από χθες, που σε περίμενα, έχει ήδη μεσολαβήσει ένας αιώνας.

Είναι πάλι πρωί, ψάχνω στο μισοσκόταδο τα κλειδιά κι ένας ακόμη πετεινός βεβαιώνει πως ήμουν πάντοτε

Μια

Χειρονομία άρνησης

Για κάθε σου

Ελπίδα.

Στην ποίησή του το όνομα του Μποτιλιάνι εμφανίζεται δίπλα στο όνομα του Κλέε, οι αγιογραφίες του Ρουμπλιώφ συνομιλούν με τους πίνακες του Μποτέρο. Η αιωνιότητα του Ρεμπώ συνυπάρχει με την εικόνα της Παναγίας που προσφέρει στον Χριστό ένα μήλο:

«Έτσι κι αλλιώς δεν θα μείνω εδώ για πολύ», της απαντά –ακόμα κι εκείνος θα έχει σε λίγο τις δικές του δώδεκα πληγές.

(Εκείνη δακρύζει. Το ίδιο και εγώ.)

Ο Δημήτρης Αγγελής ανανεώνει γόνιμα τον υπερρεαλισμό, με τις λέξεις του άλλοτε να ανοίγουν παράθυρα στα σκοτάδια του κόσμου μας, εκεί που ένας τρελός κυνηγάει το φεγγαρόφωτο για να ανάψει ένα κερί και άλλοτε να ίπτανται στον χώρο και στο χρόνο, σαν ρούχο που το παίρνει ο άνεμος για να θυμίσουν, τον ποιητή Μαγιακόφσκι και μέσα από την ανάμνησή του, τα γεγονότα εκείνα που σημάδεψαν την πορεία του κόσμου. Ο υπερρεαλισμός του είναι ένα κράμα από εικόνες έργων τέχνης, λέξεις ποιητών και σκέψεις διανοητών που αναδύονται αίφνης στα ποιήματά του για να υποδηλώσουν τη συνέχεια μιας πορείας που μέσα της περιλαμβάνεται και η δική του ποιητική δημιουργία και τις πηγές από τις οποίες αντλεί την έμπνευσή του. Ο Παλαμάς, ο Καρυωτάκης, ο Ανρί Μισώ, ο Νίτσε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι κάποιοι από αυτούς και βέβαια η ποίηση του Μπουκόφσκι με τον οποίο ο ποιητής συνομιλεί για τα δεινά του έρωτα στο ποίημα Αντιμπουκόσφσκι.

Η ποίηση του έχει έναν λεηλατημένο ρομαντισμό που οφείλεται στη μελαγχολική αναπόληση των 60’ς, κρατάει κάτι από την ατμόσφαιρα και το άρωμα μιας εποχής που επανέφερε στη μόδα το παρελθόν, αναβαπτίζοντάς το με νεωτερικά στοιχεία, όπως π.χ. η περίφημη ροκ όπερα, Ιησούς Χριστός Σούπερσταρ των Λόιντ Βέμπερ και Τιμ Ράις. Την ίδια μέθοδο ακολουθεί και ο ποιητής, ο οποίος εμφυτεύει στις λέξεις του κομμάτια από το παρελθόν, ανανεώνοντας δημιουργικά την υπερρεαλιστική του έκφραση. Ο ποιητής μέσα από την αναπόληση ενός αλλοτινού οράματος, τότε που η αγάπη έλαμψε για λίγο πάνω από τον κόσμο, ρίχνει φως στις αιτίες που  οδήγησαν στην κατάρρευσή του. Σε μια εποχή υπαρξιακής μοναξιάς και εγκλεισμού, με τα δεινά του κόσμου ολοένα να μεγεθύνονται, η ποίησή του γίνεται το καταφύγιο για τα συνθήματα άλλων ημερών για ειρήνη, αλληλεγγύη, αγάπη… Σε αυτή την αγάπη που έχει τη δύναμη να δημιουργεί μες στην ψυχή ένα ολόκληρο σύμπαν και να αλλάζει τον κόσμο τοποθετεί ο ποιητής το κοινωνικό του όραμα και επιζητεί να στρέψουμε το βλέμμα μας.

 

                                                                                              Κατερίνα Τσιτσεκλή

Περισσοτερα αρθρα